4/25/08

Η έρπουσα δυσαρέσκεια του ανοικείου


Mike Kellys, The uncanny

Όπου κι αν πάω ένας blogger με πληγώνει*

Σπανίως διαβάζω τα κείμενα που γράφουνε οι άλλοι. Το ίδιο, φαντάζομαι, θα κάνουνε και οι άλλοι: Θα γράφουνε, όπως γράφω κι εγώ, πιστεύοντας ότι οι ‘άλλοι’ τους διαβάζουν. Έτσι όλοι θα γράφουμε, με τον ζήλο πάντοτε κάποιου που πιστεύει ότι αυτά που γράφει είναι δημοφιλή, χωρίς ποτέ κάποιος άλλος να μας έχει διαβάσει, σε κάποιον τουλάχιστον ικανοποιητικό βαθμό.

Αλήθεια, φαντάζομαι θα το έχετε αιστανθεί κι εσείς. Γιατί, παρόλη την υπερβολή της προηγούμενης δήλωσης, δεν υπάρχει ίσως δυσκολότερο πράγμα για κάποιον που γράφει, από το να διαβάσει τα κείμενα ενός άλλου. Γιατί άραγε; Μήπως επειδή υπάρχει η πιθανότητα να είναι καλύτερα, πιο ‘δημοφιλή;’ Ή μήπως, ανεξάρτητα από την επιτυχία ή την αποστασιοποίησή τους, υπάρχει πάντοτε κάτι σε αυτά που μας θυμίζει μ’ έναν παράξενο τρόπο τα δικά μας κείμενα, τον ίδιο μας τον εαυτό;

Ο πρώτος που προσέγγισε ένα ανάλογο φαινόμενο ήταν ο Jentsch (1906), που το προσδιόρισε ως την αμφιβολία αν κάτι άψυχο μπορεί να είναι ζωντανό και αντίστροφα. Ο όρος που επικράτησε για αυτές τις περιπτώσεις είναι ‘The Uncanny,’ (Das Unheimlicche για τους γερμανομαθείς) που κυριολεκτικά σημαίνει το ‘Ακατοίκητο’, αλλιώς το ‘Ανοίκειο,’ ή απλά το Παράξενο:

“Λέγοντας κάποια ιστορία, μια από τις πιο πετυχημένες μεθόδους για την εύκολη δημιουργία ανοίκειων φαινομένων είναι ν’ αφήσει κάποιος τον αναγνώστη σε αβεβαιότητα σχετικά με το αν μια συγκεκριμένη φιγούρα στην ιστορία είναι ένα ανθρώπινο πλάσμα ή ένα αυτόματο, και να το καταφέρει με τέτοιον τρόπο ώστε η προσοχή (του αναγνώστη) να μην επικεντρωθεί κατευθείαν στην αβεβαιότητά του, οπότε δεν θα κατευθυνθεί στο πρόβλημα για να το επιλύσει αμέσως...” [1]

Ο Φρόιντ (1919) ήταν ο πρώτους που αναγνώρισε πίσω από το φαινόμενο ένα καθολικό ψυχολογικό αίτιο. Η ανάλυση του Φρόιντ εμπνεύστηκε από τα βιβλία του Hoffman, στα οποία αναφέρεται η περίπτωση μιας κούκλας, της Ολυμπίας (Olympia), που τη μεταχειρίζεται ως κάτι το πιθανά ζωντανό. O Φρόιντ ωστόσο διαφωνεί με την ανάλυση του Jenstsch ότι η Ολυμπία είναι το κυρίαρχο ανοίκειο στοιχείο της ιστορίας:

“Δεν μπορώ να σκεφτώ- και ελπίζω οι περισσότεροι αναγνώστες της ιστορίας θα συμφωνήσουν μαζί μου- ότι το θέμα της Ολυμπίας, που είναι σε όλες τις εμφανίσεις ένα ζωντανό πλάσμα, είναι σε κάθε περίπτωση το μόνο, ή πράγματι το πιο σημαντικό, στοιχείο υπεύθυνο για την ασύγκριτη ατμόσφαιρα του ‘ανοίκειου’ που δημιουργείται από την ιστορία...” [2]

Αυτή η παρατήρηση έχει να κάνει μ’ έναν άλλον παράξενο ήρωα του Hoffmann, στο βιβλίο του Nachtstücken, ‘Ο άνθρωπος της άμμου’ (The sand-man). Πρόκειται για έναν ανοίκειο χαρακτήρα της φαντασίας, ο οποίος βγάζει τα μάτια ενός παιδιού, πετώντας άμμο. Παραστατικά ο Φρόιντ αναφέρεται στην ιδέα ‘να σε κλέψουν μέσα από τα ίδια σου τα μάτια’ (the idea of being robbed of one’s eyes), εννοώντας δηλαδή την περίπτωση να βρεθεί κάποιος απέναντι σε μία δυσάρεστη έκπληξη.

Η Julia Kristeva, επίσης, ασχολήθηκε με το θέμα και χρησιμοποίησε τον όρο ‘Abjection,’ ο οποίος βρίσκεται νοηματικά και γλωσσολογικά ανάμεσα στους όρους Object (Αντικείμενο) και Subject (Υποκείμενο). Θα μπορούσαμε κατά αυτήν την έννοια να μεταφράσουμε τον όρο ως τη δράση του ‘Αποκειμένου,’ κάτι δηλαδή που βρίσκεται ανάμεσα στο πρόσωπο και στο αντικείμενο, χωρίς να είναι σαφές αν το ‘Αποκείμενο’ είναι κάτι ζωντανό ή νεκρό. Η ίδια πάντως επιστήμονας ερμηνεύει τον όρο ως ‘the state of being cast off,’ η κατάσταση δηλαδή να βρεθεί κάποιος ‘πεταμένος έξω.’ Χρησιμοποιεί το παράδειγμα ενός πτώματος, που μας προκαλεί διφορούμενα συναισθήματα, γιατί παρότι τώρα άψυχο, εντούτοις μέχρι πρότινος ανήκε σε έναν άνθρωπο ζωντανό, πρόκειται, δηλαδή, για ένα αντικείμενο το οποίο έχει πλέον βγει έξω από τη συμβολική τάξη των καθημερινών μας πραγμάτων.

Η επιχειρηματολογία αυτή, βέβαια, μπορεί να συνεχιστεί για να συμπεριλάβει συγκεκριμένες περιθωριακές κοινωνικά ομάδες, όπως πόρνες, ομοφυλόφιλους, κατάδικους, ανάπηρους, έγχρωμους κ.ο.κ., οι οποίοι, ζώντας έξω από τη συμβολική- ιεραρχική οργάνωση της κοινωνίας, θεωρούνται ως ζωντανά εργαλεία του ερωτικού πόθου και του τρόπου πλουτισμού ή απλά ως ‘έμψυχα αντικείμενα’ της αποστροφής από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.

Και όχι μόνον άνθρωποι, καθώς πλέον η ρομποτική άρχισε να κατασκευάζει ‘οντότητες’, οι οποίες δεν είναι ζωντανές με τη συνήθη έννοια, εντούτοις λειτουργούν και συμπεριφέρονται σαν άνθρωποι, δηλαδή ως έμψυχα όντα. Μάλιστα, σχετικά πρόσφατα (1970), χρησιμοποιήθηκε ο όρος ‘The uncanny valley,’ από τον Masahiro για να περιγράψει την διακύμανση στις αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι σε μία ‘ζωντανή ανθρώπινη μηχανή’ (ρομπότ).

Ωστόσο, πέρα από τη ‘μηχανιστική ερμηνεία του αυτονόητου,’ που κάποιος αρχίζει να φοβάται μια κούκλα ή να μιλάει στον υπολογιστή του, φαίνεται πως ο Φρόιντ ήταν αυτός που έκανε ένα θαρραλέο βήμα διαφοροποίησης στην ερμηνεία. Συνέδεσε δηλαδή τον όρο πέρα από την έννοια ενός ‘ζόμπι,’ με τη βαθύτερη λειτουργία του ανθρώπινου ασυνείδητου και την έννοια των απωθημένων. Για τον Φρόιντ η ερμηνεία του όρου ‘uncanny’ είναι απλή και ξάστερη, σ’ ένα πρώτο τουλάχιστον επίπεδο: Το συνειδητό απωθεί όσα το πληγώνουν και τα ‘θάβει’ βαθιά μες το ασυνείδητο. Όταν δούμε κάτι που μας θυμίζει μια δυσάρεστη, τραυματική εμπειρία, τότε αυτό μας είναι πράγματι ανοίκειο, με την έννοια ότι βαθιά μέσα μας, όντας απωθημένο, το αναγνωρίζουμε ως πραγματικό, αν και προσπαθούμε με κάθε τρόπο να το αποφύγουμε ‘νεκρώνοντάς’ το.

Ο ίδιος ο Φρόυντ όμως δε σταμάτησε εδώ, καθώς αναγνώρισε και άλλες παραμέτρους του φαινομένου, όπως στην περίπτωση της επανάληψης ενός πράγματος, μ’ έναν τρόπο νοήμονα. Για παράδειγμα, κάποιος που χάνεται και ξαναβρίσκει το δρόμο του ‘χρησιμοποιώντας το ένστικτο’ ή αριθμοί σε τυχαίες κατανομές που επαναλαμβάνονται με συγκεκριμένο, μη τυχαίο, τρόπο.

Από αυτό το σημείο κι έπειτα μπαίνουμε μάλλον σε… ανοίκεια και βαθύτερα νερά, καθώς η τελευταία νύξη μάς πηγαίνει κατευθείαν στο φαινόμενο που ο Jung θα ονομάσει συγχρονικότητα, καθώς και στον Otto Rank και στην έννοια του ‘διπλού’ (The double). Το φαινόμενο δηλαδή του ανοικείου παύει να είναι αποσπασματικό και χαρακτηριστικό της προσωπικής εμπειρίας και γίνεται ένα καθολικό φαινόμενο που αναδύεται κάτω από συγκεκριμένες και άγνωστες συνθήκες κατευθείαν από το χώρο του συλλογικού ασυνείδητου κι εκφράζεται στον υλικό κόσμο του ανθρώπου μέσω της διπλής του φύσης, συνειδητής και ασυνείδητης.

Η τελευταία προσέγγιση πηγαίνει κατευθείαν στον ‘πυρήνα’ της ουσίας του κόσμου. Αυτό που άλλοτε ήταν ζωντανό και τώρα δεν είναι, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από την παρερμηνεία του μυαλού μας γι’ αυτό που είχε πάντοτε ψυχή, αλλά εμείς θεωρήσαμε ότι ήταν ζωντανό μόνο για κάποιο σύντομο διάστημα του χρόνου και για κάποια επιλογή της λογικής. Η ανθρώπινη ζωή, ως συλλογική τουλάχιστον κατάσταση, είναι παντοτινή και αδιάκοπη, οπότε θα φταίει η διαίρεση της λογικής στο ‘η ζωή μου’ και ‘η ζωή σου’. Σε ό,τι, επίσης, αφορά τις μούμιες, τους κλόουν, τις κούκλες, και τις συμβολικές μορφές- ‘μπαμπούλες’ των παιδικών μας χρόνων που μας καταδίωξαν και ίσως μας καταδιώκουν ακόμη και τώρα στον ύπνο ή στον ξύπνιο μας, προφανώς δεν είναι τίποτε άλλο από τις προβολές των άγνωστων τεράτων της αβυσσαλέας ψυχής μας. Οι θεοί, οι δαίμονες και τα πλάσματα της φαντασίας μας είναι μορφές φτιαγμένες από την ‘πάστα’ της ίδιας της ψυχής μας, που μόνο ξέχασε, αφότου εμπιστεύτηκε τη λογική, ότι τις ανήκουν. Τρομαχτικές μορφές κι επικίνδυνες στο βαθμό που παραβλέπουμε κάποιες βαθύτερες ανάγκες και αλήθειες.

Ο Φρόιντ συνέδεσε το αίσθημα του ανοικείου με το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Ο Jung ανακάλυψε πίσω από τα συμπλέγματα ψυχοειδείς μορφές, θεμελιώδεις και αιώνιες, που πλέκουν τον ιστό του ορατού- συνειδητού μας κόσμου. Τις ονόμασε αρχέτυπα. Ο Dali πήρε τη Φροϋδική θεωρία και το μυστικό της διττής πραγματικότητας του Otto Rank, για να ζωγραφίσει πίνακες στους οποίους δύο ή περισσότερες μορφές αναδύονται η μία μέσα από την άλλη, ανάλογα με την οπτική γωνία ή την εστίαση. Ο φυσικός Pauli ασχολήθηκε σοβαρά από τη δική του σκοπιά με τη θεωρία των αρχέτυπων, αναρωτώμενος τι σχέση θα μπορούσαν να έχουν με τις θεμελιώδεις οντότητες του φυσικού κόσμου, τα άτομα. Φαινόμενα ‘διπλής φύσης’ ή πολλαπλής είναι γνωστά στην κβαντομηχανική, φαινόμενα όπως ο κυματοσωματιδιακός δυισμός ή η επικάλυψη των κυματοσυναρτήσεων.

Κάθε φορά επομένως, που ‘αρνούμαστε’ να ‘διαβάσουμε’ τους άλλους ή να τους κοιτάξουμε κατάματα, θα φταίει, ίσως, όχι μόνον η όποια ζήλια μας για αυτούς, αλλά ταυτόχρονα και σ’ ένα πιο βαθύ επίπεδο ένα είδος ‘ανάμνησης’ από κάποιο κοινό παρελθόν, που θα μας προκαλούσε τρόμο. Ίσως, βέβαια, η τελική ερμηνεία να είναι πολύ απλούστερη. Η ενστικτώδης αποστροφή που νιώθουμε συνήθως για τους άλλους μπορεί να οφείλεται σε κάποιον μυστικό, και άγνωστο ακόμα νόμο άπωσης, ένα αντιστάθμισμα σε παγκόσμιο επίπεδο του νόμου της βαρύτητας, ένα είδος ‘σκοτεινής ενέργειας’ που διαπερνάει ή που αποτελεί τις ψυχές μας, έτσι ώστε όλοι να θυμόμαστε ότι είμαστε μαζί, αλλά συνάμα χώρια.
=========================================



*“Όπου κι αν πάω η Ελλάδα με πληγώνει”, Σεφέρης, ‘Με τον τρόπο του Γ.Σ.’

Η μεγάλη κβαντική απάτη


“Παραγματικότητα είναι το σύνολο των ανθρώπινων παρερμηνειών”


Στο γύρισμα του περασμένου αιώνα η φυσική είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως ό,τι ήταν να ειπωθεί είχε ήδη ειπωθεί (κάτι ανάλογο έχει διατυπωθεί και από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία). Επρόκειτο πιθανότατα για πλάνη του ανθρώπου, ο οποίος θεώρησε ότι θα μπορούσε να τελειώσει τόσο εύκολα με το ίδιο του παράξενο μυαλό! Έστω με αυτό που ο ίδιος, ως έλλογο, αφελώς, ον θεωρούσε μέχρι τότε μία σίγουρη και αυτονότητη πραγματικότητα.

Οι νόμοι της φυσικής που ίσχυαν μέχρι τότε, ήταν οι λεγόμενοι κλασσικοί νόμοι, όπως ο νόμος του Νεύτωνα για τη βαρύτητα και οι εξισώσεις του Maxwell για τον ηλεκτρομαγνητισμό. Η νέα όμως επανάσταση θα προκύψει, παραδόξως, από την κλασσική θερμοδυναμική, και ειδικά από την ακτινοβολία του μέλανος σώματος. Μέλαν σώμα είναι απλά ένα αντικείμενο που απορροφά κι επανεκπέμπει ακτινοβολία, π.χ. ο ήλιος, ένας φούρνος, το ανθρώπινο σώμα, το ίδιο το σύμπαν). Οι κλασσικές εξισώσεις δεν μπορούσαν να προβλέψουν τι συνέβαινε σε ακτινοβολίες μεγάλης συχνότητας (πρόβλημα της υπεριώδους καταστροφής). Με άλλα λόγια, η ένταση της ακτινοβολίας για κάποια θερμοκρασία στο εσωτερικό ενός φούρνου ή του ήλιου, του ανθρώπινου σώματος, του ίδιου του σύμπαντος, γινόταν άπειρη για μεγάλες συχνότητες. Τα πειραματικά δεδομένα ωστόσο έδειχναν ότι αυτή θα έπρεπε να έχει κάποια πεπερασμένη τιμή.


Ακτινοβολία μέλανος σώματος: Η κλασσική φυσική προέβλεπε ότι η ένταση της ακτινοβολίας ενός (μέλανος) σώματος θα έτεινε στο άπειρο, για αυξανόμενα μήκη κύματος (μαύρη καμπύλη του σχεδιαγράμματος). Αυτό ήταν το πρόβλημα της λεγόμενης ‘υπεριώδους καταστροφής.’ Η διόρθωση του Plank, (έγχρωμες καμπύλες του σχεδιαγράμματος για τρεις διαφορετικές τιμές της θερμοκρασίας) έδωσε πεπερασμένες (επομένως λογικά και πρακτικά συνεπείς) τιμές.

Ο Plank, (1930) τελικά, αντιμετώπισε το πρόβλημα βρίσκοντας μια εξίσωση που να δίνει τις σωστές προβλέψεις. Ωστόσο, για να το πετύχει αυτό χρησιμοποίησε μια παραδοχή: Ότι η ακτινοβολία δεν είναι συνεχής, αλλά αποτελείται από διακριτά ‘πακέτα’ ενέργειας, που ονομάστηκαν κβάντα (quanta). Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η νέα θεωρία, αυτή της κβαντομηχανικής. Το πρόβλημα εδώ είναι πως ο ίδιος ο Plank επεσήμανε ότι η παραδοχή του δε θα μπορούσε να έχει πραγματικό αντίστοιχο, ότι δηλαδή τα quanta είναι φυσικές έννοιες και όχι πραγματικές οντότητες, γι’ αυτό άλλωστε ο ίδιος χαρακτήρισε την επίλυση που πρότεινε ως μια πράξη απόγνωσης.

Ο Einstein όμως (1905) θεώρησε ότι τα quanta όχι μόνο είναι πραγματικά, αλλά παραδέχτηκε επιπλέον ότι ακτινοβολίες όπως το φως αποτελούνται από σωματίδια, τα οποία ονομάστηκαν φωτόνια, που φέρουν ενέργεια ίση με αυτή των quanta. Χάρη σε αυτήν την παραδοχή ο Einstein ερμήνευσε το λεγόμενο φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, ερμηνεία η οποία του έδωσε και το βραβείο Nobel. Ωστόσο, από το 1803 (έναν αιώνα πριν) ήταν γνωστό από το πείραμα των δύο οπών του Young ότι το φως συμπεριφέρεται και ως κύμα (περνώντας από εμπόδια δίνει εικόνες συμβολής όπως τα κύματα). Ο de Broglie (1923) θα προτείνει ότι τα σωματίδια, π.χ. φωτόνια, ηλεκτρόνια, κ.ο.κ, έχουν και τις δύο φύσεις. Και όχι μόνο τα σωματίδια, αλλά και όλα τα πράγματα (στα μακροσκοπικά αντικείμενα, υποτίθεται πως ‘χάνεται’ η κυματική φύση). Ο Schrodinger μάλιστα θα κατασκευάσει την κυματική εξίσωση που θα περιγράψει την κίνηση (κατάσταση) ενός ηλεκτρονίου. Ένα ηλεκτρόνιο δηλαδή παύει να είναι εντοπισμένο στο χώρο, έτσι ώστε να χρειάζεται κάποια κατανομή πιθανοτήτων για να καθοριστεί η θέση του. Φανταστείτε ένα τόπι που είναι εδώ, αλλά δεν είναι εδώ...

Εικόνα συμβολής στο πείραμα των δύο οπών (πείραμα του Young)

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά ο Heisenberg (1927) διατυπώνει την αρχή της απροσδιοριστίας (uncertainty principle), μία από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές λίθους της σύγχρονης σκέψης. Εξαιτίας ακριβώς και της κυματικής υπόστασης της ύλης δεν μπορεί κάποιος με ακρίβεια να προβλέψει ταυτόχρονα την ορμή και τη θέση ενός σωματιδίου. Την ίδια περίπου περίοδο διατυπώνεται η λεγόμενη ερμηνεία της Κοπεγχάγης. Σύμφωνα με αυτήν λαμβάνονται υπόψη όλες οι προηγούμενες ανακαλύψεις- παραδοχές και η κυματοσυνάρτηση (στο τετράγωνο) του Schrodinger ερμηνεύεται ως η πιθανότητα για το πού βρίσκεται το εν λόγω σωματίδιο.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα λίγο να σταθώ και να κάνω μια σύντομη ανασκόπηση των παραπάνω: Τα φωτόνια είναι σωματίδια που δεν είναι σωματίδια, γιατί είναι και κύματα που δεν είναι κύματα γιατί είναι σωματίδια, ή πιο σωστά τα φωτόνια είναι και κύματα και σωματίδια που δεν είναι εντοπισμένα στο χώρο, μπορούν να βρίσκονται εδώ και μπορούν να βρίσκονται αλλού, και όσο περισσότερο τα παρατηρείς τόσο πιο πιθανό να χάνονται τρέχοντας, και να βρίσκονται αλλού. Τελικά δεν υπάρχουν ούτε σωματίδια ούτε και κύματα, αλλά υπάρχουν πιθανότητες να είναι κάπου κάποιο σωματίδιο, που είναι και κύμα. Και τα βουνά και οι θάλασσες και οι άνθρωποι και οι ανθρώπινες σκέψεις και όλο το σύμπαν είναι και σαν κύμα και σαν σωματίδιο, αλλά, επειδή είναι μεγάλο, αυτά τα χαρακτηριστικά δεν φαίνονται, ενώ αν ήταν μικρό τότε θα φαίνονταν, και δε θα ξέραμε πού βρισκόμαστε, παρότι μάλλον δεν ξέρουμε πού βρισκόμαστε, κι αν τρέχουμε, έτσι κι αλλιώς.

Αυτό είναι το μεγάλο κατόρθωμα της σύγχρονης κβαντομηχανικής... Ο Einstein, ο οποίος, την ίδια περίοδο, διατύπωσε και τη θεωρία της σχετικότητας, (η τελευταία, θα λέγαμε, των μεγάλων κλασσικών θεωριών) ποτέ δεν είδε την κβαντομηχανική με καλό μάτι και, παρότι ήταν από τους πρωτεργάτες της, την πολέμησε θεωρητικά μέχρι το τέλος της ζωής του (υπάρχουν π.χ. οι γνωστοί διάλλογοι Bohr- Einstein επί του θέματος). Υπάρχει μάλιστα και το γνωστό EPR παράδοξο (Einstein-Podolsky-Rosen paradox), το οποίο με λίγα λόγια λέει πως αν ισχύει η κβαντομηχανική, τότε θα μπορούσαν δύο σωματίδια σε κάποια απόσταση να αλληλεπιδράσουν ακαριαία, πράγμα αδύνατο, γιατί, σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας, δεν μπορεί κάτι να τρέξει με μεγαλύτερη ταχύτητα από εκείνη του φωτός. Το 1982 ο Aspect επιβεβαίωσε πειραματικά ότι αυτό γίνεται, δηλαδή σωματίδια που αλληλεπιδρούν ακαριαία… Νίκη της κβαντομηχανικής!

Αν, λοιπόν, η κβαντομηχανική είναι μια τόσο τρελή επιστήμη, τι είναι αυτό που τελικά φαίνεται να την έχει καταξιώσει; Το μυστικό, θεωρώ, πως είναι το εξής: Παρότι παράλογη, η κβαντομηχανική, είναι παράλληλα και αντικειμενική. Μπορεί, για παράδειγμα, η ‘κυματοσυνάρτηση’ να είναι ένα μαθηματικό κατασκεύασμα και η δυνατότητά της να βρίσκεται ‘κι εδώ και εκεί’ μια πιθανοκρατική δυνατότητα, αλλά όλα μέχρι στιγμή τα συμπεράσματά της έχουν επαληθευτεί πειραματικά. Μάλιστα, για πρώτη, ίσως, φορά στην ιστορία της φυσικής δόθηκε τόση βαρύτητα στο πείραμα σε σχέση πάντοτε με τη θεωρία. Για αυτό, άλλωστε, στην κβαντομηχανική ο παρατηρητής δεν διαχωρίζεται από το πείραμα, αλλά συμμετέχει σε αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε τα όργανα που χρησιμοποιεί να μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση του πειράματος. Ίσως κάτι τέτοιο να ακούγεται αυτονόητο αλλά ουσιαστικά στην κβαντομηχανική η έννοια της συμμετοχής του παρατηρητή αποκτάει σημασία.

Τι συνέβη επομένως μέχρι εδώ; Αποκάλυψε, ο άνθρωπος, μια ‘τρελή’ πραγματικότητα την οποία τόσο καιρό απέφευγε ή δεν μπορούσε να δει, ή μήπως κατέληξε σε τρελά συμπέρασμα λόγω της αδυναμίας του να παρατηρήσει άμεσα κάποια φαινόμενα και να δώσει τις σωστές, φυσικά, ερμηνείες; Ουσιαστικά, πιστεύω, πως δεν υπάρχει μεγάλη (αν υπάρχει καμία) διαφορά ανάμεσα στις δύο προηγούμενες θέσεις. Αν η φύση συμπεριφέρεται τρελά, τότε ήδη το ξέρουμε, αφού είμαστε φύση. Αν, από την άλλη μεριά, έχουμε εξαπατηθεί, τότε και πάλι θα φταίει η φύση που μας εξαπάτησε, δηλαδή εξαπατάμε μόνο τους εαυτούς μας. Αν, βέβαια, κάποιος σκεφτεί ότι η φύση είναι κάτι ξεχωριστό από τον άνθρωπο, οπότε και δεν μπορεί να την κατανοήσει, τότε θα πρέπει να εξηγήσει πώς το σκέφτηκε…




Φωτο: Κυματοσυναρτήσεις του ατόμου του υδρογόνου

4/21/08

Το κάστρο του Selliny


Το κάστρο του Selliny θα μπορούσε να είναι κάπως έτσι, αφού έτσι κι αλλιώς πρόκειται για ένα φανταστικό κάστρο. Είναι το κάστρο που ο καθένας θα ήθελε να έχει, έστω και για μια μικρή περίοδο στις διακοπές, και βέβαια δωρεάν. Επειδή, ωστόσο, τα κάστρα δεν χαρίζονται και τα περισσότερα, αν όχι όλα απ’ αυτά, είναι πλέον ερειπωμένα, ο καθένας μπορεί να επιστρατεύσει τη φαντασία του.

Lacoste, France

Ο Μαρκήσιος de Sade δεν χρειάστηκε τη φαντασία του για να αποκτήσει κάστρο, αφού είχε ένα, στην πόλη Lacoste της Γαλλίας, αλλά τo χρησιμοποίησε για να το γεμίσει με τις δικές του φαντασιώσεις. Το βιβλίο του ‘120 μέρες στα Σόδομα,’ αποτέλεσε μάλλον το επιστέγασμα των ερωτικών του ‘κατορθωμάτων.’ Οι ερωτικές περιπέτειες του de Sade έγιναν ‘πρότυπο’ για μεταγενέστερες εποχές. Στο γαλλικό έργο εποχής ‘L’ age d’ or’ ήταν οι ‘120 μέρες στο κάστρο του Selinny’, όπου οι σκηνοθέτες Bunuel και Dali, φιλοξένησαν τις δικές τους ερωτικές επιθυμίες. Στο ‘Salo’ του Pasolini ο ονειρικός μανδύας του σουρεαλισμού εκτοπίζεται για να αποκαλυφθεί μια ωμή και ψυχρή ερωτική βία.


Σκηνές από το ‘Salo’ του Pasolini

Υπήρξαν πολλές άλλες σύγχρονες ταινίες εμπνευσμένες από τη θεματολογία του de Sade. Τέτοιου είδους αναφορές και ‘συμπεριφορές,’ καθιστούνε βέβαια ως ‘πιθανούς υπόπτους’ όχι μόνο τη γραφή και την τέχνη αλλά τον ανθρώπινο ψυχικό κόσμο γενικότερα. Η ερωτική βία που ανέκαθεν κατέκλυζε τους κινηματογράφους και τις ανθρώπινες φαντασιώσεις μάς κάνει να σκεφτούμε αν ο άνθρωπος χρειάζεται μια συντηρητική νομοθεσία για να τον εξημερώνει και μια ‘θεία’ τιμωρία για να τον εξιλεώνει. Πάντως, πριν κάποιος απαντήσει στο προηγούμενο ερώτημα θα πρέπει να λάβει υπόψη του πως όλες οι σαδιστικές συμπεριφορές έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς: την ερωτική απάθεια.

Rene Magritte, Le Chateau des Pyrenees,1959

Ο Magritte βεβαίως είχε μια τελείως διαφορετική, πιο ‘αγνή’ και θετική προσέγγιση για το τι μπορεί να συμβολίζει και να στεγάσει ένα κάστρο, αν μπορεί να στεγάσει τίποτε εκεί που βρίσκεται το κάστρο των Πυρηναίων... 



4/20/08

Η χαρούμενη επιστήμη

Friedrich Nietzsche

Ο Νίτσε πίστευε πως για να φτάσει ο άνθρωπος την τελειότητα, θα πρέπει πρώτα ν’ απαλλαγεί από κάθε μεταφυσική ανησυχία. Τουλάχιστον αυτές που στηρίζονται στη θρησκεία. Πίστευε επίσης, πως οι θρησκείες προέκυψαν ως ένα σφάλμα, μια παρερμηνεία της ανθρώπινης διάνοιας, σχετικά με τα φυσικά γεγονότα. Αν κάποτε ο άνθρωπος καταφέρει να απαλλαγεί από το θεό, σύμφωνα πάντοτε με το Νίτσε, τότε θα έχει μίαν ευκαιρία ν’ αναλάβει ο ίδιος πλήρως την ευθύνη του απέναντι στο θείο, φτάνοντας τον υπεράνθρωπο (Übermensch). Πολλοί παρερμήνευσαν τα λόγια του Νίτσε, ενώ κάποιοι άλλοι χρησιμοποίησαν τη φιλοσοφία του διαστρεβλωμένα, προς ίδιον όφελος. Ο ίδιος ο Νίτσε πάντως, παρέμεινε ηθικά ακέραιος και διανοητικά υπερήφανος, όπως άλλωστε θα ταίριαζε σε μια από τις μεγαλύτερες ευφυΐες όλων των εποχών.

Απόσπασμα από την ‘Χαρούμενη Επιστήμη’ (The Gay Science), του Νίτσε:

125. Ο τρελός.- Δεν έχετε ακούσει για εκείνον τον τρελό που άναψε ένα φανάρι στις λαμπρές ώρες του πρωινού, έτρεξε στην αγορά και φώναζε διαρκώς: ‘Αναζητώ το Θεό! Αναζητώ το Θεό! Καθώς πολλοί από εκείνους που δεν πίστευαν στο Θεό στέκονταν γύρω εκείνη τη στιγμή, προκάλεσε πολύ γέλιο. Έχει χαθεί; ρώτησε ένας. Έχασε το δρόμο του όπως ένας παιδί; ρώτησε κάποιος άλλος. Ή μήπως κρύβεται; Μήπως μας φοβάται; Έχει έρθει από ταξίδι; Είναι μετανάστης; - Έτσι φώναζαν και γέλαγαν. Ο τρελός πήδησε ανάμεσά τους και τους διαπέρασε με το βλέμμα του. ‘‘Πού είναι Θεός;’’ φώναξε.

‘‘Θα σας πω. Τον έχουμε σκοτώσει- εσείς κι εγώ! Όλοι μας είμαστε οι δολοφόνοι του! Αλλά πώς το κάναμε αυτό; Πώς θα μπορούσαμε να πιούμε τη θάλασσα; Ποιος μας έδωσε το σφουγγάρι να σκουπίσουμε ολόκληρο τον ορίζοντα; Τι κάναμε όταν αποδεσμεύσαμε τη Γη από τον Ήλιο; Προς τα πού κινείται τώρα; Προς τα πού κινούμαστε; Μακριά από όλους τους ήλιους; Δεν βυθιζόμαστε συνεχώς; Και προς τα πίσω, πλάγια, προς τα εμπρός, σε όλες τις κατευθύνσεις; Υπάρχει ακόμα πάνω η κάτω; Δεν περιπλανιόμαστε μέσα σ’ ένα άπειρο τίποτε; Δεν αισθανόμαστε την ανάσα του κενού διαστήματος; Δεν έχει γίνει πιο κρύο; Η νύχτα δεν μας πλησιάζει διαρκώς; Δεν πρέπει να ανάψουμε φανάρια το πρωί; Δεν ακούμε τίποτα εκτός από το θόρυβο των νεκροθαφτών που θάβουν το Θεό; Δεν μυρίζουμε τίποτα παρά μόνο τη θεία αποσύνθεση; - Και οι Θεοί αποσυντίθενται!

Ο Θεός είναι νεκρός! Ο Θεός παραμένει νεκρός! Και τον έχουμε σκοτώσει! Πώς θα παρηγορηθούμε, οι δολοφόνοι όλων των δολοφόνων; Ό, τι ήταν ιερότερο και τρανότερο στον κόσμο πέθανε ματωμένο από τα μαχαίρια μας,- ποιος θα σκουπίσει αυτό το αίμα από πάνω μας; Ποιο νερό υπάρχει για να μας καθαρίσει; Ποιες γιορτές της συμφιλίωσης, ποια ιερά παιχνίδια πρέπει να εφεύρουμε; Δεν είναι το μεγαλείο αυτής της πράξης πολύ μεγάλο για μας; Δεν πρέπει εμείς οι ίδιοι να γίνουμε Θεοί ώστε να φανούμε αντάξιοι; Δεν υπήρξε ποτέ σπουδαιότερη πράξη, - και όποιος γεννηθεί μετά από μας, χάριν αυτής της πράξης θ’ ανήκει σε μια λαμπρότερη ιστορία από όλη την ιστορία έως τώρα!’’

Τώρα ο τρελός έμεινε σιωπηλός και κοίταξε πάλι τους ακροατές του: κι εκείνοι ήταν σιωπηλοί και τον κοίταζαν κατάπληκτοι. Στο τέλος έριξε το φανάρι του στο έδαφος, έσπασε σε κομμάτια κι έσβησε. ‘‘Ήρθα πολύ νωρίς,’’ είπε έπειτα. ‘‘Δεν είναι ακόμη ο καιρός μου. Αυτό το φοβερό γεγονός είναι ακόμα στο δρόμο του, ακόμα περιπλανιέται- δεν έχει φθάσει ακόμα στα αυτιά των ανθρώπων. Η αστραπή και η βροντή απαιτούν χρόνο. Το φως των αστεριών απαιτεί χρόνο. Οι πράξεις, αν κι έχουν γίνει, χρειάζονται χρόνο για να ιδωθούν και να ακουστούν. Αυτή η πράξη είναι μακρύτερά τους από τα πιο απόμακρα αστέρια- και ωστόσο το έχουν κάνει οι ίδιοι!’’
===============

4/18/08

Κάτι από την ερμηνεία των ονείρων


Το όνειρο, Dali, 1930

“... ένα μεγάλο, βαρύ κεφάλι σ’ ένα σώμα σαν κλωστή που στηρίζεται στο κύπελλο της πραγματικότητας... πέφτοντας μέσα στο διάστημα καθώς ένα όνειρο είναι έτοιμο να ξεκινήσει.”

(Dali, 1945)

“Υπάρχει κάποιο είδος υποχρέωσης που έχω εδώ και αρκετό καιρό αναλάβει, παρότι ακόμη δεν καταλαβαίνω. Θα μπορούσα να μιλήσω για κάποιο χρέος απέναντι σ’ έναν παρατηρητή, ο οποίος κι αν με κοιτάζει επίμονα, ωστόσο, ποτέ δε ζήτησε κάτι ευθέως από μένα. Είναι σαν οπτασία κάποιας ψυχαναγκαστικής μου νεύρωσης. Παρότι γνωρίζω πως όλος ο κόσμος είναι γεμάτος εμμονές, από τις οποίες δήθεν υποφέρει, γιατί αλλιώς δε θα υπήρχε. Θα είχε ήδη καταρρεύσει. Αλλά τα πρόσκαιρα και κουτά ερωτηματολόγια δεν επαρκούν να προσεγγίσουν τις αυτοκρατορικές λίστες τούτης της μεγάλης ερμηνείας. Ούτε και η απλή περίπτωση μιας γλωσσολογικής ανάλυσης σφαλμάτων λογικής και απωθήσεων μπορούν να φτάσουν στο βάθος της αλήθειας που βράζει μέσα στο ηφαίστειο της ζωής. Σε τελική ανάλυση είναι ένα θέμα καθαρά συμπίεσης σωμάτων. Όλη αυτή η αδικαιολόγητη του κόσμου η ανυπαρξία, ίσως να κρύβει μέσα στο μικροσκοπικότερο επίπεδο τις άγνωστες τριβές μεταξύ πλασμάτων ενός κόσμου αθέατου στα μάτια των αισθήσεων. Οι ακρίδες, τ’ αλογάκια της παναγιάς, τα μυρμήγκια, όλα αυτά τα έντομα- που παρεμπιπτόντως θεωρούμε άτομα, δεν μπορούν να είναι απλά δημιουργήματα των παιδικών ή των γεροντικών μας φόβων. Αντίθετα πιστεύω, πως όλα αυτά τα στοιχειώδη πλάσματα είναι μορφές μπροστά στου μυαλού το μικροσκόπιο, έννοιες καθόλου αφηρημένες από έναν άλλο κόσμο που συμπυκνώνουν τα νοήματα του δικού μας κόσμου. Είναι ακριβώς τα πλάσματα που κατοικούν και τρέχουν μέσα στα σχέδια και στα χρώματα των καθημερινών μας σκίτσων και μοντέλων, που τριγυρίζουν μέσα στο κεφάλι και από τις δονήσεις τους το κάνουνε σιγά- σιγά ζεστό, γεμάτο και βαρύ καθώς η σκέψη πασχίζει να οργανώσει τις ορδές των συνειρμών, εξιχνιάζοντας η συνείδηση τις μεταξύ τους σχέσεις, από πράγματα τόσο ξένα μεταξύ τους σε πρώτη ματιά που φαντάζουνε παράταιρα. Ίσως γι’ αυτό και τα όνειρα μας είναι τόσο αποστομωτικά και σβήνουν μέσα στον αέρα από τις βιαστικές διαδικασίες που μόλις ξύπνησαν πάνω από της σιωπής το απέραντο βάθρο. Άνθρωποι που τρέχουν και αναπαράγονται κατά βάση και κατά φύση με τον ίδιο τρόπο των άγνωστων μικρών πλασμάτων που συνεχίζουνε να ζούνε, να αναπνέουν και να ερωτεύονται στο παρασκήνιο. Καθώς ακόμα κι η ψυχή δεν γνωρίζει τις βαθύτερες δομές των ίδιων της των παρορμήσεων. Και το όνειρο το ίδιο ξεφτίζει όταν κάποιος σκίσει τους ιστούς του για να το ερμηνεύσει. Όπως ακριβώς κι ο άνθρωπος όπου κι αν τρέξει να ξεφύγει πάντα κουβαλάει μαζί το σκιάχτρο της φυγής του.”
Salvador Dali

Το παράδοξο τελικά της ανθρώπινης κατάστασης είναι ότι ο μεγάλος δολοφόνος των ψυχών μας είναι αυτός που σκάβει τις πληγές στο μυαλό και στα κορμιά της υπόστασής μας, από όπου το ίδιο το αίμα των ονείρων μας αναβλύζει.
========================

4/10/08

Είμαι μια παράξενη στροφή


Χέρια που ζωγραφίζουν (Drawing Hands), M. C. Escher, 1948

Μια ερώτηση η οποία μπορεί να υποβληθεί σε κάθε συγγραφέα (ή να υποβάλλει ο ίδιος ο συγγραφέας στον εαυτό του), είναι η εξής: “Για ποιον γράφεις;” Η αυθόρμητη απάντηση τελικά είναι: “Μα, για μένα φυσικά. Εσύ, για ποιον διαβάζεις;’’ Αυτή η απάντηση, παρότι μοιάζει εγωιστική, εντούτοις είναι αληθινή και αδιαμφισβήτητη. Αρκεί κάποιος που γράφει να μάθει να λαμβάνει υπόψη ότι τα κείμενά του θα μπορούσαν κάποτε και από κάποιους να διαβαστούν. Αυτό πάντως ίσως ν’ αλλάζει τον τρόπο διατύπωσής τους, όχι όμως και την ουσία των νοημάτων.

Αυτό το φαινόμενο της αυταναφοράς σε αυτά που γράφουμε, που διαβάζουμε και που σκεφτόμαστε τονίζει και ο Douglas Hofstadter στο βιβλίο του ‘I Am a Strange Loop:’

“Ωστόσο όταν λέω ‘παράξενη στροφή,’ έχω κάτι άλλο στο μυαλό μου- μια λιγότερο πρακτική, περισσότερο απατηλή έννοια. Αυτό που εννοώ λέγοντας ‘παράξενη στροφή’ είναι όχι ένα φυσικό κύκλωμα αλλά ένας αφηρημένος βρόγχος στον οποίο υπάρχει μια μετατόπιση από ένα επίπεδο αφαίρεσης (ή δομής) σ’ ένα άλλο, που μοιάζει με μία ανοδική κίνηση σε κάποια ιεραρχία, και παρόλα αυτά οι διαδοχικές ‘ανοδικές’ μετατοπίσεις καταλήγουν σ’ έναν κλειστό κύκλο. Με άλλα λόγια, παρά το γεγονός ότι κάποιος αισθάνεται να φεύγει ολοένα από την αρχή, καταλήγει, προς έκπληξή του, ακριβώς εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Σε συντομία, μια παράξενη στροφή είναι ένας προοδευτικός ατέρμονος βρόγχος.”



Θα μπορούσε κάποιος ευθέως ν’ αναφερθεί στα λογικά σφάλματα ιεραρχίας, εκεί δηλαδή που σκοντάφτει η λογική προσπαθώντας να δώσει στον κόσμο χρονολογική σειρά, λειτουργική διευθέτηση των διάφορων αντικειμένων, καθώς και αιτιολόγηση- απόδοση νοημάτων. Ο επίσημος όρος είναι, όπως προανέφερα, αυταναφορά ή αυτοπροσδιορισμός (self- reference). Θεωρείται ότι για να υπάρξει αυτοπροσδιορισμός θα πρέπει να υπάρχουν δύο τουλάχιστον επίπεδα αναφοράς: ένα ‘απλό’ επίπεδο κι ένα ‘μετά’- επίπεδο. Αυτή η παραδοχή θυμίζει βέβαια τη θρησκεία, το σύστημα δηλαδή του ανθρώπινου υπερβατού μετά- κόσμου. Γενικότερα πάντως και σε ένα πιο ‘αθεϊστικό’ επίπεδο, η έννοια του αυτοπροσδιορισμού θα έχει να κάνει με όλες τις λογικές παραδοχές- προβολές που κάνει κάποιος άνθρωπος προκειμένου να προσδιορίσει τη θέση του και πάνω από όλα το κύρος του μέσα στον κόσμο. Εντούτοις, το ζήτημα είναι ακόμη πιο πολύπλοκο.


Η πίπα του Magritte

Ο ίδιος αντικειμενικός μας κόσμος στο θεμελιώδες δομικό επίπεδο της αντίληψης, ίσως και να μην έχει πραγματική υπόσταση. Εκεί δηλαδή που βασιλεύει η απόλυτη ανιδιοτέλεια της αφαίρεσης, ο νους καταλήγει διαρκώς σε αναπόφευκτες ταυτολογίες: Τι υπήρχε πριν από την αρχή του χρόνου; Τι υπάρχει μετά το θάνατο; Η ‘βλακεία’ μάλιστα του ανθρώπου φτάνει σε τέτοιο επίπεδο ώστε να θεωρεί πως όλο το σύμπαν περιστρέφεται γύρω από αυτόν… Και το πιο παράδοξο απ’ όλα είναι ότι το ίδιο το σύμπαν δεν έχει κάποιο προτιμούμενο κεντρικό σημείο αναφοράς ή αυτοπροσδιορισμού. Σύμφωνα δηλαδή με την ανθρώπινη λογική, το σύμπαν δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει.


Einstein

Ο Einstein βέβαια θα έλεγε ότι δεν έχει νόημα να μιλάει κάποιος για απόλυτο αυτοπροσδιορισμό, αφού για να καθορίσει τη θέση του και την κατάστασή του θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον άλλο ένα ‘αυταναφερόμενο’ σύστημα. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, ότι βρίσκεστε στην κορυφή ενός βουνού, ενώ από κάτω δεν υπάρχει τίποτε. Αν βρίσκατε έστω άλλον έναν άνθρωπο σε κάποια απέναντι κορυφή, τότε αυτομάτως ο χώρος και ο ίδιος ο κόσμος θ’ αποκτούσαν νόημα.


Σωκράτης

Ένας άνθρωπος προσδιορίζεται μάλλον αυτονόητα και αυτόματα σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους και πάντοτε μέσα σε κάποια πολιτισμικά πλαίσια, κάτω από τη ‘σκέπη των κοινών ιδεών.’ Ο Σωκράτης είχε αναρωτηθεί στον Ευθύφρονα του Πλάτωνα: “Είναι η αρετή αγαπητή από τους θεούς ή μήπως είναι αρετή επειδή την αγαπάνε;’’ Πιθανώς το ερώτημα αυτό μπορεί εύκολα να απαντηθεί: Αν η αρετή και ο θεός είναι ανθρώπινα δημιουργήματα, τότε πρόκειται για κυκλικό ερώτημα. Αν η αρετή και ο θεός δεν είναι ανθρώπινα δημιουργήματα, έχουμε αναπάντητο ερώτημα. Αν πάψει να μας απασχολεί η αρετή και ο θεός, τότε δεν έχουμε πρόβλημα.


Μαγνητική αιώρηση

Ας καταργήσουμε τις γνώριμες λέξεις και τα άσκοπα νοήματα κι ας αφεθούμε μια στιγμή στην απεραντοσύνη των ακατανόμαστων πραγμάτων... ή ας προσηλωθούμε σε κάτι μικροσκοπικό που τόσο καιρό βρισκόταν μέσα στις άκρες των δαχτύλων μας. Που μπορεί να είναι η ψυχή μας και ο ίδιος μας ο εαυτός…
==================


4/5/08

Κάτι από την ψυχή των ληστών

Βιολόμορφο αγαλματίδιο, Κυκλάδες, 3200-2800 π.Κ.Χ.

Τον τελευταίο καιρό κάτι μ’ απασχολούσε. Δεν μιλάω για κάποιο λαίμαργο σαράκι του χρόνου που με τρώει από την πρώτη μέρα μου στο ξύλο. Ήταν κάτι άλλο άχρονο σαν μία ανάμνηση που παρότι κάποιος δεν την έχει ζήσει σε τούτη του τη ζωή εντούτοις επανέρχεται σαν μία δεύτερη οπτασία (η πρώτη οπτασία είναι η ίδια η ζωή). Είναι αυτό που τακτικά ονομάζω ‘αέναο παρελθόν.’ Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση δεν μου ήταν τόσο άγνωστο ούτε κι αβίωτο.

Πώς θα μπορούσε άραγε να είναι η ζωή μου δίχως νόημα; Πώς θα μπορούσε να πετάξει ένα πουλί δίχως σχήμα και μορφή παράλογο μέσα στο κενό του διαστήματος δίχως ‘παγίδες;’ Πώς θα ήταν το δέντρο της ζωής μου δίχως ρίζες, η σκέψη στο μυαλό μου να είναι μόνο μία υπό διαρκή κατάρρευση κυματοσυνάρτηση; Πώς θα ήταν όλο το σημερινό ανθρώπινο πνεύμα χωρίς το ‘Τραγούδι της αγάπης’ του de Chirico:


Giorgio De Chirico, Το τραγούδι της αγάπης, 1914

Πώς θα έμοιαζε ένα χειρουργικό γάντι χωρίς το κεφάλι μίας αρχαίας προτομής;

Συνειδητοποίησα κοντολογίς ότι σύγχρονη σκέψη χωρίς αρχαιότητα (σουρεαλισμός χωρίς αρχαία Ελλάδα π.χ.) ίσως να μην μπορούσε να υπάρξει. Ίσως και τίποτε. Θυμήθηκα μεταξύ άλλων τα μαρμάρινα αγαλματίδια του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού. Όταν ο ανθρώπινος πολιτισμός άρχιζε να χαράζει τους πρώτους μαθηματικούς του κύκλους κάπου μέσα στο χάος του Αιγαίου. Να τους διανοείται επιπλέον να ανοίγουνε, να γίνονται ασύμμετροι, να χάνονται.

Και όλα αυτά στην 3 χιλιετία π.Κ.Χ. Η αφαίρεση σε συνδυασμό με την άψογη κοπή του μάρμαρου. Άραγε τι να είχε στο μυαλό του κάποτε ο Magritte στο ‘Κάτι από την ψυχή των ληστών’ αν ποτέ δεν είχε δει το βιολόμορφο αγαλματίδιο;


Rene Magritte, Κάτι από την ψυχή των ληστών

Ή μήπως ήταν ‘Το φως των συμπτώσεων;’


Rene Magritte, Το φως των συμπτώσεων

Ή τι να είχαν μέσα στο μυαλό τους οι σύγχρονοι φυσικοί της θεωρίας των χορδών αν ποτέ δεν είχαν ακούσει τη θεωρία των σφαιρών του Ευδόξου; Ή ίσως τον Αρπιστή να παίζει…


Ο Αρπιστής της Κέρου (3η χιλιετία π.Κ.Χ.), Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Τελικά, από πού ξεκινάει ο χρόνος ή καλύτερα πώς ξεχωρίζουνε τ’ απανωτά του πέπλα που εμείς άλλοτε λέμε παρόν και άλλοτε μέλλον; Και πού αλλού όσο κι αν είναι μακριά το νόημα δεν βρίσκεται αν όχι σύμφυτο στην ίδια την ύπαρξη. Από τότε ως τώρα και πάντοτε...
=================================

4/4/08

Ο σουρεαλιστικός κήπος με τις ορχιδέες

Ορχιδέες

‘‘Όταν θέλουμε κάτι πολύ, το σκοτώνουμε.’’

Αυτή η φράση, που ίσως απηχεί σε όλους, θα μπορούσε να συνοψίσει ένα από τα θεμελιώδη παράδοξα της πραγματικότητας. Όπως ακριβώς όταν ποθούμε πολύ μια γυναίκα (οι γυναίκες ένα άντρα) και όταν την ‘πέφτουμε,’ τρώμε τα ‘μούτρα’ μας. Αυτός είναι ένας παράξενος κανόνας της ζωής (κάτι ανάλογο με το νόμο του Murphy). Στην απλή γλώσσα θα λέγαμε ότι κάποιος δεν μπορεί να έχει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο.

Αυτό το ‘παράδοξο της ηδονής,’ απασχόλησε και τους φιλοσόφους (όλοι μας έχουμε μέσα μας κι έναν τέτοιον). Πιο συγκεκριμένα πάντως, ο Henry Sidgwick συμπεραίνει πως η ευτυχία και η απόλαυση (ηδονή) είναι δύο παράξενα φαινόμενα, που δεν ακολουθούν γνωστούς κανόνες (που προφανώς ο ίδιος δεν ανακάλυψε). Ο ίδιος διαπιστώνει πως η ηδονή δεν μπορεί να αποκτηθεί άμεσα (για την ευτυχία δεν μας είπε...). Χρησιμοποιεί μάλιστα και το ακόλουθο παράδειγμα:



“Έστω ότι ο ‘Γιάννης’ συλλέγει γραμματόσημα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα μοντέλα ερμηνείας (π.χ. ωφελιμισμός (utilism) = το να κάνεις κάτι επειδή κάτι θα κερδίσεις), ο Γιάννης συλλέγει γραμματόσημα επειδή βρίσκει απόλαυση σ’ αυτό που κάνει. ‘‘Ωστόσο,’’ λέει ο Sidgwick, ‘‘αν ρωτήσουμε τον Γιάννη γιατί συλλέγει γραμματόσημα, δεν πρόκειται να μας απαντήσει ‘‘επειδή παίρνω ηδονή.’’ Απλώς του αρέσει να συλλέγει γραμματόσημα.’’ (όχι και τόσο ικανοποιητικό συμπέρασμα αυτό το τελευταίο)

Το γεγονός πάντως ότι αποτυγχάνουμε να βρούμε την απόλαυση όταν την αναζητούμε, το αναλύει και ο John Stuart Mill, ένας ωφελιμιστής φιλόσοφος: “... η ευτυχία έρχεται όταν κάποιος δεν τη βάζει ως στόχο. Ευτυχισμένοι είναι όσοι έχουν την σκέψη τους σε κάποιο πράγμα άλλο από την ευτυχία τους. Ρωτήστε τον εαυτό σας αν είστε ευτυχισμένοι και αμέσως παύετε να είστε.’’ Τάδε έφη o κύριος Mill.



Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να καταθέσω τη δική μου άποψη επί του θέματος. Πρώτα απ’ όλα η ευτυχία και η απόλαυση είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Η ευτυχία είναι κάτι το ‘ουδέτερο’ το ‘αυτονόητο,’ ενώ η απόλαυση είναι κάτι το ενεργητικό (δημιουργικό ή καταστροφικό) . Για παράδειγμα, ευτυχία είναι κάποιος να μαζεύει λουλούδια στην εξοχή, ενώ απόλαυση είναι να τα περιεργάζεται, να τα χρησιμοποιεί, να τα φροντίζει, ή να τα μαδάει. Ωστόσο, όταν κάποιος πάψει να βλέπει τα λουλούδια να έχουν κάποιαν ‘αιτία’ ή ‘σκοπό’, τότε μόνο μπορεί πραγματικά να τα απολαύσει, όπως πράγματι είναι.

Η σύγχυση συμβαίνει ακριβώς στο σημείο που μπαίνει η λογική μέσα σε μια διαδικασία που απλώς δεν την αφορά. Η απόλαυση είναι μια ψυχική λειτουργία, ενώ η ‘σκοπιμότητα’ είναι μια λογική λειτουργία. Όταν δηλαδή η λογική μας θέλει να αποδώσει κάποιο νόημα (σκοπό) σ’ ένα συναίσθημα, απλά το ‘μπλοκάρει,’ γιατί τα συναισθήματα απορρέουν από τις σκέψεις και τις πράξεις, χωρίς να έχουν κάποια ‘λογική.’ Ακριβώς όπως ο Γιάννης απολαμβάνει συναισθήματα από τη συλλογή των γραμματοσήμων του ανεξάρτητα αν κερδίζει χρήματα ή δημοσιότητα από αυτό που κάνει. Αυτή η σύγκρουση συμβαίνει και στις σχέσεις μας. Αν δηλαδή πλησιάσουμε κάποιον ή κάποια που μας αρέσει και χρησιμοποιήσουμε τη λογική τού τι θα θέλαμε από τον άλλο, τότε σκοτώνουμε τα συναισθήματά του, γιατί ακριβώς επιβάλλουμε τη δική μας βούληση στην ευτυχία του άλλου (ή και στην δική μας ευτυχία).

Ενώ το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι απλά να αφήσουμε την ευτυχία μας ελεύθερη να υπάρχει...

================================================
Ο Edward James ήταν ένας πλούσιος αριστοκράτης, ο οποίος στήριξε τον σουρεαλισμό και φιλοξένησε αρκετούς σουρεαλιστές καλλιτέχνες, όπως ο Dali και ο Magritte. Κάποια στιγμή στη ζωή του, τα άφησε όλα πίσω κι έφυγε στο Μεξικό, όπου κι έφτιαξε ένα αγρόκτημα. Εκεί, στην αρχή καλλιέργησε ορχιδέες, αλλά ύστερα από κάποια θεομηνία αυτές καταστράφηκαν. Τότε σκέφτηκε να φτιάξει ένα σουρεαλιστικό κήπο, αποτελούμενο από μόνιμες κατασκευές σε σχήματα που να θυμίζουν κήπο.

Σε ό,τι αφορά το ‘παράδοξο της ηδονής,’ μπορούμε να το διατυπώσουμε ως εξής: Όσο περισσότερο αντιμετωπίζουμε κάτι ως ‘εργαλείο απόλαυσης,’ τόσο περισσότερο επισκιάζουμε τις υπόλοιπες ιδιότητές του. Αυτό μοιάζει με μια επέκταση της αρχής της αβεβαιότητας από τη μικροφυσική στον καθημερινό κόσμο. Όπως δηλαδή κατά την κβαντική μέτρηση η ακρίβεια στη μέτρηση μιας ιδιότητας μειώνει την ακρίβεια στη μέτρηση κάποιας άλλης ιδιότητας, έτσι και στην καθημερινή ζωή όσο περισσότερη ερμηνευτική σημασία δίνουμε σε κάτι ή σε κάποιον τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την πραγματική του φύση.