6/25/09

Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά




(Λίγο μετά το θάνατο της μαντάμ Ορτάνς)

ΠΡΟΧΩΡΟΥΣΑΜΕ ΑΜΙΛΗΤΟΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΕΝΑ δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά, σαν παιχνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας.

Βγήκαμε από το χωριό, πήραμε το δρόμο κατά το ακρογιάλι μας.
— Ζορμπά, είπα, για να κόψω τη βαριά σιωπή, τι αγέρας είναι ετούτος; Νοτιάς;
Μα ο Ζορμπάς πήγαινε μπροστά, κρατώντας σα φανάρι το κλουβί με τον παπαγάλο και δεν αποκρίθηκε.
Όταν φτάσαμε στο ακρογιάλι μας, ο Ζορμπάς στράφηκε:
— Πείνας, αφεντικό; ρώτησε.
— Όχι, δεν πεινώ, Ζορμπά.
— Νυστάζεις;
— Όχι.
— Μήτε εγώ. Ας καθίσουμε στα χοχλάδια• έχω κάτι να σε ρωτήσω.
Ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι, μα δε θέλαμε να κοιμηθούμε. Δε θέλαμε να χάσουμε το φαρμάκι της μέρας ετούτης• ό ύπνος μας φαίνουνταν σα μια φυγή σε ώρα κιντύνου και ντρεπόμασταν να κοιμηθούμε.
Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας• έβαλε ό Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατα του και κάμποση ώρα σώπαινε. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόμματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τ' αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα 'βλεπε για πρώτη φορά.
— Τι να γίνεται εκεί απάνω! μουρμούρισε. Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:
— Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα 'καμε; Γιατί τα 'καμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γε¬μάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
— Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.
— Δεν ξέρεις! έκαμε ό Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πώς δεν ξέρω χορό. Σώπασε λίγο• άξαφνα ξέσπασε:
— Τότε τι 'ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δεν λένε αυτό, τι λένε;
— Λένε τη στενοχώρια του άνθρωπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
— Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.
Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω:
— Καναβάρο! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.
— Σκασμός και συ! έκαμε ό Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί.
Στράφηκε πάλι σε μένα.
—Εγώ θέλω να μου πεις από που ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές• θα 'χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί• τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε• αχ, να μπορούσα να του 'δινα μιαν απόκριση!
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη• μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι 'ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του άνθρωπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
— Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφο μου να καταλάβει τι εί¬ναι ο ιερός τρόμος:
— Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας• τ' άλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα• τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει• το γευόμαστε, τρώγεται• το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
»Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου• από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τ' άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν' ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει...
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
— Τι αρχίζει; ρώτησε ό Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
—...αρχίζει ό μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: «Θεός»• άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
'Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα• βασανίζουνταν να καταλάβει.
— Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο• τον κοιτάζω και δε φοβούμαι• όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
— Όχι, δε θ' απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «Σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!»
Δε μιλούσα• στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
— Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευκτο σε δικιά σου λεύτερη βούληση, αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι' αυτό δε μιλούσα.
Ό Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.
— Καληνύχτα, αφεντικό, είπε• φτάνει.
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περεχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σα να 'ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα• ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, κάποιον μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν' αλλάζω. Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ' αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.



Links: Η ταινία κυκλοφορεί σε torrent.
Το βιβλίο του Καζαντζάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καζαντζάκη.

6/19/09

Μαθηματικές αρχές φυσικής φιλοσοφίας



Η Principia του Νεύτωνα

Η Principia του Νεύτωνα, αποτελεί, σίγουρα, έναν σταθμό στη φυσική, αν όχι στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης, παρότι, εξίσου βέβαιο είναι ότι ελάχιστοι άνθρωποι την έχουν διαβάσει. Παρόλα αυτά, το έργο του, στην πρώτη έκδοση, δεν έχαιρε και τόσο καλής αντιμετώπισης. Ο Christiaan Huygens, επικεφαλής των φυσικών εκείνης της εποχής, παρότι δέχτηκε την υπόθεση του Νεύτωνα ότι η βαρύτητα είναι μια κεντρομόλος δύναμη που κρατά τους πλανήτες μαζί, δεν παρέληψε να προσθέσει:

‘‘Δεν είμαι ιδιαίτερα σύμφωνος με μια Αρχή που (ο Νεύτωνας) υποθέτει,… ότι όλα τα μικρά κομμάτια που αποτελούν δύο ή περισσότερα σώματα έλκονται αμοιβαία… Αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ, επειδή πιστεύω πως βλέπω καθαρά ότι η αιτία αυτής της έλξης δεν εξηγείται ούτε με κάποια αρχή της Μηχανικής ούτε με κάποιον νόμο κίνησης. Ούτε είμαι πεπεισμένος για την αμοιβαία έλξη ολόκληρων σωμάτων, αφού ξέρουμε ότι, αν δεν υπήρχε η Γη, τα σώματα θα συνέχιζαν να κατευθύνονται προς κάποιο κέντρο εξαιτίας αυτού που ονομάζουμε βαρύτητα.’’ [1]

Ίσως, ένας τέτοιος ισχυρισμός να ακούγεται… αξιοθρήνητος για την εποχή μας, όπου είναι πλέον ολοφάνερο πως αυτό που ονομάζουμε μάζα προκαλεί τη βαρύτητα αλλιώς κάτι δεν θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς κάποιο κέντρο ούτε και προς κάποιο άλλο αντικείμενο. Όμως την εποχή εκείνη επικρατούσε ακόμη η άποψη του Decartes ότι τα σώματα εκτελούσαν κυκλικές τροχιές επιδή υπήρχε κάποια μορφή ‘ύλης’ που τα κρατούσε σε αυτές τις τροχιές, ειδάλλως θα έφευγαν σε ευθεία γραμμή. Εξαιτίας αυτών των παλιότερων κατεστημένων αντιλήψεων, και, πιθανώς κάποιων δικών του βελτιώσεων, ο Νεύτωνας, θα αναβάλλει τη δεύτερη έκδοση της Principia για 26 ολόκληρα χρόνια, ενώ η τρίτη κυκλοφόρησε 13 χρόνια μετά τη δεύτερη…

To εννοιολογικό σύμπαν της Principia 


Για να κατανοήσουμε καλύτερα τον επαναστατικό χαρακτήρα των αντιλήψεων του Νεύτωνα, θα ήταν χρήσιμο να δούμε τον νοητικό του κόσμο μέσα από τους κανόνες που ο ίδιος έθεσε στην αρχή του 3ου βιβλίου της Principia: (Rules of reasoning in Philosophy)

- Κανόνας 1: Δεν χρειαζόμαστε περισσότερες αιτίες για τα φυσικά φαινόμενα από όσες είναι αναγκαίες και ικανές για να τα περιγράψουν.
- Κανόνας 2: Επομένως στα ίδια φυσικά φαινόμενα, στο βαθμό του δυνατού, θα αποδώσουμε την ίδια αιτία.
- Κανόνας 3: Οι ιδιότητες των σωμάτων,… και οι οποίες βρίσκονται σε όλα τα σώματα,… θα αποτελέσουν τις παγκόσμιες ιδιότητες όλων των σωμάτων.
- Κανόνας 4: Στην πειραματική φιλοσοφία θα αναζητήσουμε προτάσεις που προκύπτουν μέσα από την επαγωγή παρατηρώντας φαινόμενα,… χωρίς να έρχονται σε αντίφαση με κάποια υπόθεση, ώσπου άλλα φαινόμενα συμβούν,… ώστε να υπάρξουν κάποιες εξαιρέσεις.

Είναι πράγματι εκπληκτικό, και αξιέπαινο, το πώς ο Νεύτωνας όχι μόνο βρήκε ένα ενοποιημένο τρόπο να εκφράσει τη φυσική πραγματικότητα (λόγου χάρη μέσα από τη βαρύτητα και το ‘νόμο της παγκόσμιας έλξης,’) αλλά και προέβλεψε, ή ‘επέτρεψε’ θα λέγαμε, την πιθανή μελλοντική αντικατάστασή του (γενική θεωρία της σχετικότητας).

Το χωροχρονικό πλαίσιο 


Ο Νεύτωνας, θα τολμούσα να πω, ήταν προφητικός και σε ό,τι αφορά τη φύση του χώρου, του χρόνου και, κατά συνέπεια, της κίνησης. Χωρίς περιστροφές, αμέσως μετά κάποιους σύντομους προκαταρκτικούς ορισμούς, στο 1ο βιβλίο της Principia αναφέρεται στις έννοιες του χρόνου, του χώρου και της κίνησης:

Ι. Ο απόλυτος, αληθινός, και μαθηματικός χρόνος, καθαυτός, και από την ίδια του τη φύση, κυλάει ισότροπα χωρίς συσχέτιση με οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα...ο σχετικός, φαινόμενος, κοινός χρόνος, είναι κάποιο αισθητό και εξωτερικό μέτρο του χρονικού διαστήματος με την έννοια της κίνησης, που χρησιμοποιείται στη θέση του πραγματικού (απόλυτου) χρόνου.”
ΙΙ. Ο απόλυτος χώρος, καθαυτός, χωρίς συσχέτιση με οτιδήποτε εξωτερικό, παραμένει πάντοτε ίδιος και αμετακίνητος. Ο σχετικός χώρος είναι κάποια διάσταση, σε σχέση με την κίνηση, ή κάποιο μέτρο του απόλυτου χώρου, που οι αισθήσεις μας αντιλαμβάνονται μέσω της θέσης των σωμάτων και που κοινά θεωρείται ως ο πραγματικός αμετακίνητος χώρος.
ΙV. Η απόλυτη κίνηση είναι η μετακίνηση ενός σώματος από μιαν απόλυτη θέση σε μιαν άλλη, και σχετική κίνηση η μετακίνηση από μια σχετική θέση σε μιαν άλλη. Έτσι σ’ ένα πλοίο που κινείται, η σχετική θέση ενός σώματος είναι το μέρος του πλοίου που το σώμα καταλαμβάνει... και επομένως κινείται μαζί με το πλοίο: και η σχετική ηρεμία είναι η κίνηση του σώματος στο ίδιο μέρος του πλοίου. Αλλά η πραγματική, απόλυτη ηρεμία είναι η κίνηση του σώματος στην ίδια περιοχή του απόλυτου χώρου όπου το πλοίο κινείται… Οπότε, αν είναι η γη πράγματι σε ηρεμία, εκείνο το σώμα, που ηρεμεί σχετικά με το πλοίο, θα κινηθεί με την ίδια απόλυτη και πραγματική ταχύτητα που έχει το πλοίο στη γη.

Οι έννοιες του απόλυτου χώρου και χρόνου, στις οποίες αναφέρεται ο Νεύτωνας, δέχθηκαν δριμεία επίθεση, τόσο από σύγχρονούς του, όπως ο Leibnitz, για παράδειγμα, όσο και από μεταγενέστερους, όπως οι Berkeley και Mach. Πάντως, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Νεύτωνας ορίζει και το σχετικό χρόνο και χρόνο, (σε σχέση πάντα με τον απόλυτο χώρο και χρόνο) ενώ οι ‘αντίπαλες’ θεωρίες απλά τον καταργούν. Ο ίδιος, τελικά επί του θέματος, σχεδόν απολογητικά θα πει:

‘‘Είναι πράγματι θέμα μεγάλης δυσκολίας να ξεχωρίσει κάποιος τις πραγματικές από τις φαινομενικές κινήσεις των σωμάτων. Γιατί, τα μέρη του αμετακίνητου χώρου, στον οποίο οι κινήσεις εκτελούνται, δεν γίνονται αντιληπτά. Ωστόσο, η όλη κατάσταση δεν είναι απελπιστική: Γιατί έχουμε κάποια επιχειρήματα να μας καθοδηγήσουν, αφενός από τις φαινομενικές κινήσεις, που είναι οι διαφορές των πραγματικών κινήσεων, και αφετέρου από τις δυνάμεις, που είναι οι αιτίες και τα αποτελέσματα των πραγματικών κινήσεων.’’ [2]



Πάντως, ενώ, ίσως, απομένει κάποιος να πειστεί γιατί χρειάζεται κάποιος απόλυτος χώρος ή χρόνος αν αυτός είναι περιττός, ο Νεύτωνας προχωράει στη διατύπωση των ‘νόμων’ της κίνησης:

- Νόμος Ι: Κάθε σώμα συνεχίζει στην κατάσταση ηρεμίας, ή σταθερής κίνησης σε ευθεία γραμμή, εκτός αν αναγκαστεί να αλλάξει αυτήν την κατάσταση από δυνάμεις που θα ασκηθούν πάνω του
- Νόμος ΙΙ: Η μεταβολή της κίνησης είναι ανάλογη με τη μεταφορική δύναμη που ασκείται, και γίνεται στη διεύθυνση της ευθείας γραμμής στην οποία η δύναμη ασκείται.
- Νόμος ΙΙΙ: Σε κάθε δράση ασκείται πάντα μια ίση αντίδραση: ή, οι αμοιβαίες δράσεις δύο σωμάτων είναι πάντα ίσες, και κατευθύνονται προς αντίθετα μέρη.

Αναγνωρίζουμε, προφανώς, τους ‘3 νόμους της μηχανικής,’ με τη σειρά το νόμο της αδράνειας, το θεμελιώδη νόμο της μηχανικής F= ma, και το νόμο της δράσης- αντίδρασης. Ο χαρακτηρισμός ‘νόμοι της κίνησης’ ήταν μεταγενέστερος και δεν υπάρχει πουθενά μέσα στην Principia. Εντούτοις, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό θα οφείλεται περισσότερο στη μετριοφροσύνη του Νεύτωνα, παρά σε κάποια παράλειψη ή άγνοιά του. Άλλωστε και ο μεγάλος της εποχής ‘κριτής’ του, ο Huygens θα παραδεχτεί:

‘‘Ο διάσημος Κος Newton παραμέρισε όλες τις δυσκολίες σχετικά με τις δίνες του Descartes (αναφέρεται στην προαναφερθείσα θεωρία του Descartes σχετικά με την κίνηση των ουράνιων σωμάτων) Έδειξε πως οι πλανήτες παραμένουν στις τροχιές τους χάρη στη βαρύτητα του Ήλιου. Και ότι οι τροχιές τους είναι απαραίτητα ελλειπτικές.’’ [3]




Πράγματι, ο Νεύτωνας είχε καταφέρει να διαμορφώσει μια ενιαία θεωρία για τη βαρύτητα, ανάγοντας σε νόμους τους προϋπάρχοντες κανόνες του Κέπλερ και εξηγώντας μαθηματικά γιατί οι τροχιές είναι ελλείψεις. Είχε επίσης βρει την αιτία της κίνησης γενικότερα, μέσω της έννοιας της δύναμης, αλλά τόλμησε επιπλέον να κάνει κι ένα βήμα παραπέρα:

‘‘Γιατί όλη η δυσκολία της φιλοσοφίας φαίνεται πως είναι να βρεθούν οι δυνάμεις της φύσης από τα φαινόμενα της κίνησης και στη συνέχεια να προβλεφτούν κι άλλα φαινόμενα από αυτές τις δυνάμεις… Τότε και οι κινήσεις των πλανητών, των κομητών, του φεγγαριού, και της θάλασσας προκύπτουν από αυτές τις δυνάμεις… Αν μόνο μπορούσαμε να εξηγήσουμε και τα υπόλοιπα φαινόμενα με την ίδια λογική! Γιατί πολλές ενδείξεις με κάνουν να υποπτεύομαι ότι όλα τα φαινόμενα εξαρτώνται από δυνάμεις με τις οποίες τα σωματίδια που αποτελούν τα σώματα είτε έλκονται μεταξύ τους και σχηματίζουν κανονικά σχήματα, είτε απωθούνται και απομακρύνονται. Καθώς αυτές οι δυνάμεις είναι ακόμη άγνωστες, οι φιλόσοφοι έχουν υποβάλλει τη φύση σε δοκιμασίες ματαίως. Αλλά ελπίζω ότι οι αρχές που τέθηκαν εδώ θα ρίξουν κάποιο φως είτε σε αυτόν τον τρόπο σκέψης ή σε κάποιον ακόμη πιο πραγματικό.’’ [4]

Τα θεμέλια βεβαίως και έχουν μπει, αφού η ατομική θεωρία θεμελιώθηκε αρκετά αργότερα από την εποχή του Νεύτωνα. Η θεωρία της βαρύτητας επίσης έχει εξελιχθεί. Ωστόσο, η πολυπόθητη ενοποίηση των φυσικών δυνάμεων, το πώς, δηλαδή, οι δυνάμεις μέσα στα άτομα θα μπορούσαν, μαζί με το φως, να συνδέονται με τη δύναμη ανάμεσα στους πλανήτες και στα ‘μεγάλα’ σώματα παραμένει ακόμη ασύλληπτη. Ίσως θα πρέπει να περιμένουμε τον επόμενο Νεύτωνα να έρθει και να μας πει...



6/15/09

Το Ταό της Φυσικής


Shiva's cosmic dance of creation and destruction, CERN, photo credit: Giovanni Chierico

“Είναι πιθανώς γενικά αλήθεια ότι στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης οι πιο καρποφόρες εξελίξεις πραγματοποιούνται συχνά σε εκείνα τα σημεία όπου δύο διαφορετικές γραμμές σκέψης συναντιούνται. Αυτές οι γραμμές μπορούν να έχουν τις ρίζες τους σε αρκετά διαφορετικά μέρη του ανθρώπινου πολιτισμού, στους διαφορετικούς χρόνους ή διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα ή διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις: ως εκ τούτου εάν συναντιούνται πραγματικά, δηλ., εάν συσχετίζονται τουλάχιστον τόσο ώστε μια πραγματική αλληλεπίδραση να μπορεί να πραγματοποιηθεί, τότε κάποιος μπορεί να ελπίζει ότι νέες και ενδιαφέρουσες εξελίξεις μπορούν να ακολουθήσουν.’’
Werner Heisenberg, από τον πρόλογο του βιβλίου ‘Το Ταό της Φυσικής’

Η επίσημη άποψη της φυσικής για τον μυστικισμό δεν είναι και καλύτερη, ενώ, από την άλλη μεριά, ο μυστικισμός αρνείται να ακολουθήσει τη μεθοδολογία της φυσικής. Για τη φυσική, ούτε λίγο ούτε πολύ, υπάρχει μόνο αυτό που παρατηρούμε ή έστω και αυτό που μπορούμε να σκεφτούμε. Για τον μυστικισμό, παραδόξως, μπορεί να υπάρξει και κάτι που ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να το δει ούτε καν να το διανοηθεί. ‘‘Ναι, μα τότε πώς μπορεί κάποιος να σκεφτεί ή να δει κάτι που ούτε μπορεί να το σκεφτεί ή να το δει;’’ Θα ρωτούσε α άπιστος φυσικός. ‘‘Θα πρέπει να πιστέψεις,’’ θα του απαντούσε ο μυστικιστής.

Βεβαίως, το ζητούμενο εδώ δεν είναι η πίστη, μια και η προσέγγισή μας θα γίνει από τη μεριά των ‘απίστων’ φυσικών. Γιατί φυσικός ήταν και ο Capra. Ο ίδιος όμως, όχι μόνο δεν έκλεισε ποτέ τις ‘πόρτες’ των αισθήσεων και των σκέψεών του, αλλά βρήκε και ένα τρόπο να μυήσει τους άλλους σε ένα ‘διττό’ τρόπο σκέψης, που να περιλαμβάνει τόσο την ‘δυτική’ επιστήμη, όσο
και την ‘ανατολική’ φιλοσοφία.

“ Όντας φυσικός, ήξερα ότι η άμμος, οι βράχοι, το νερό και ο αέρας γύρω μου αποτελούνται από δονούμενα μόρια και άτομα, και ότι αυτά με τη σειρά τους αποτελούνται από σωματίδια που αλληλεπιδρούνε μεταξύ τους δημιουργώντας και καταστρέφοντας άλλα σωματίδια. Ήξερα επίσης ότι η ατμόσφαιρα της Γης βομβαρδίζεται συνεχώς από τη βροχή των “κοσμικών ακτίνων”, σωματίδια υψηλής ενέργειας που υποβάλλονται σε πολλαπλές συγκρούσεις καθώς διαπερνούν τον αέρα. Όλα αυτά μου ήταν γνωστά από την έρευνά μου στην υψηλής ενέργειας φυσική, αλλά μέχρι εκείνη την στιγμή τα είχα βιώσει μόνο μέσω γραφικών παραστάσεων, διαγραμμάτων και μαθηματικών θεωριών. Καθώς καθόμουν σε εκείνη την παραλία η προηγούμενη εμπειρία μου ζωντάνεψε. Άρχισα να ‘βλέπω’ καταρράκτες ενέργειας να κατεβαίνουν από το μακρινό διάστημα, στο οποίο σωματίδια δημιουργούνταν και καταστρέφονταν με ρυθμικούς παλμούς. ‘Είδα’ τα άτομα των στοιχείων και εκείνα του σώματός μου να συμμετέχουν σε αυτόν τον κοσμικό χορό της ενέργειας. Ένιωσα το ρυθμό του και ‘άκουσα’ τον ήχο του, και εκείνη την στιγμή ήξερα ότι αυτός ήταν ο χορός του Shiva, του Άρχοντα των Χορευτών που λατρεύεται από τους Ινδουιστές.’’

Η ανατολική παράδοση, όπως και οι δυτικές θρησκείες δεν αποκλείουν το όραμα ως μια μέθοδο απόκτησης ‘εξ αποκαλύψεως’ της αλήθειας. Από κει και πέρα, ήταν πολλοί οι σύγχρονοι φυσικοί, και γενικότερα δυτικοί επιστήμονες, που επιδίωξαν, φανερά ή κρυφά, την επαφή τους με αυτήν την ‘απόκρυφη’ πραγματικότητα. Όπως ο Capra αποκαλύπτει για τον προλογητή του βιβλίου του:

‘‘Είχα πολλές συνομιλίες με τον Heisenberg. Ζούσα στην Αγγλία τότε (c. 1972), και τον επισκέφτηκα αρκετές φορές στο Μόναχο και του έδειξα όλα τα χειρόγραφα του βιβλίου, κεφάλαιο προς κεφάλαιο. Έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και ήταν πολύ ανοικτός, και μου είπε κάτι το οποίο, πιστεύω, δεν είναι δημοσίως γνωστό γιατί ποτέ δεν το δημοσίευσε. Μου είπε ότι είχε επίγνωση αυτού του παραλληλισμού. Ενώ εργαζόταν πάνω στην κβαντομηχανική, επισκέφτηκε την Ινδία και ήταν φιλοξενούμενος του Tagore. Συζήτησε εκτενώς μαζί του σχετικά με την Ινδική φιλοσοφία. Ο Heisenberg μου είπε ότι εκείνες οι συζητήσεις τον βοήθησαν πολύ με την εργασία του πάνω στη φυσική γιατί του έδειξαν ότι όλες οι νέες ιδέες στη φυσική τελικά δεν ήταν τρελές. Συνειδητοποίησε ότι, στην πραγματικότητα, υπήρχε μια ολόκληρη κουλτούρα που περιέγραφε παρόμοιες ιδέες. Ο Niels Bohr είχε, επίσης, παρόμοιες εμπειρίες όταν επισκέφτηκε την Κίνα. [1]

Ο ίδιος ο Capra είχε δώσει τον δικό του ‘αγώνα’ για να απαλλαγεί από την επιμονή της λογικής που διακατέχει το δυτικό επιστήμονα και να καταφέρει μια αποκτήσει μια πιο ευέλικτη σκέψη σε ότι αφορά τον κόσμο και την πραγματικότητα:

‘‘Είχα περάσει μια μακροχρόνια κατάρτιση στη θεωρητική φυσική και είχα κάνει αρκετά χρόνια έρευνας. Συγχρόνως, είχα αποκτήσει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στον ανατολικό μυστικισμό και είχα αρχίσει να βλέπω τον παραλληλισμό με τη σύγχρονη φυσική. Προσελκύστηκα ιδιαίτερα από τις αινιγματικές πτυχές του Zen που μου θύμιζαν τους γρίφους στην κβαντική θεωρία. Στην αρχή, εντούτοις, συσχετίζοντας τα δύο ήταν μια καθαρώς διανοητική άσκηση. Το να υπερνικήσω το χάσμα μεταξύ της λογικής, αναλυτικής σκέψης και της στοχαστικής εμπειρίας της μυστικής αλήθειας, ήταν, και είναι ακόμα, πολύ δύσκολο.’’

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που φαίνεται ότι λείπει από τον σύγχρονο ‘δυτικό’ άνθρωπο ώστε να έχει τόση ανάγκη να κατατρέχει στην ανατολική φιλοσοφία; Προφανώς είναι η μαγεία του κόσμου, ότι κι αν σημαίνει αυτό, το νοερό ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων, ή ίσως η επιστροφή του ανθρώπου στον χρόνο των ‘παιδικών’ του ονείρων. Ο ίδιος ο Capra, στον επίλογό του θα καταλήξει ως εξής:

‘‘Οι φυσικοί δεν χρειάζονται το μυστικό, και οι μυστικιστές δεν χρειάζονται τη φυσική, αλλά η ανθρωπότητα χρειάζεται και τα δύο.’’