4/25/12

ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΝΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ «DEMONSTRATION OF THE BEING AND ATTRIBUTES OF GOD,» ΤΟΥ DR. SAMUEL CLARKE ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ «ETHICA ORDINE GEOMETRICO DEMONSTRATA» ΤΟΥ SPINOZA.


[Αποσπάσματα από το 13ο κεφάλαιο του «The laws of thought» του George Boole, στο οποίο αναλύει τα λογικά επιχειρήματα των Clarke και Spinoza σχετικά με την ύπαρξη του Θεού.]

Η μέθοδος του Boole είναι αλγεβρική, δηλαδή κωδικοποιεί με μαθηματικά σύμβολα της λογικής προτάσεις που χρησιμοποιούνται στην εργασία σχετικά με την ύπαρξη του Θεού και τις ιδιότητές του.

Σχετικά με το «Demonstration of the Being and Attributes of God» του Clarke, ο Boole λέει ότι:
«αποτελείται από μια σειρά προτάσεων ή θεωρήματα, κάθε ένα από τα οποία αποδεικνύεται με τη βοήθεια επιλύσιμων υποθέσεων, ως επί το πλείστον, σε δύο ευδιάκριτες κατηγορίες, δηλαδή, γεγονότα της παρατήρησης, όπως η ύπαρξη ενός υλικού κόσμου, το φαινόμενο της κίνησης, κτλ., και υποθετικές αρχές, η αυθεντία και καθολικότητα των οποίων υποτίθεται πως αναγνωρίζονται a priori.» Σχετικά με το «Ethics» του Spinoza, ότι: «είναι μια μελέτη, το αντικείμενο της οποίας είναι η απόδειξη της ταυτότητας του Θεού και του σύμπαντος, και να καθιερωθεί, με βάση αυτήν τη μελέτη, ένα σύστημα ηθικής και φιλοσοφίας.»

Προχωράμε τώρα στο κύριο μέρος της απόδειξης του Clarke, που αποτελείται από Θεμελιώδεις Προτάσεις, και σε μια ποιοτική ανάλυση αυτών των επιχειρημάτων από τον Boole:

«
Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΟΥ CLARKE.


ΠΡΟΤΑΣΗ I.

«Κάτι υπάρχει από την αιωνιότητα

Η απόδειξη έχει ως ακολούθως:-
«Επειδή κάτι υπάρχει τώρα, είναι φανερό ότι κάτι υπήρχε πάντα. Αλλιώς τα πράγματα που υπάρχουν τώρα θα έπρεπε να έχουν προκύψει από το τίποτα, χωρίς κανέναν απολύτως σκοπό. Το οποίο είναι μια καθαρή αντίφαση. Γιατί το να πούμε ότι κάτι παράγεται, χωρίς ωστόσο καμία αιτία, είναι σαν να λέμε ότι κάτι είναι το αποτέλεσμα του τίποτα, δηλαδή, την ίδια στιγμή σαν να μην έχει προκύψει καθόλου. Οτιδήποτε υπάρχει έχει την αιτία της ύπαρξής του, είτε με την αναγκαιότητα της ίδιας του φύσης, και έτσι θα πρέπει να είναι καθαυτό αιώνιο· ή χάρη στη θέληση κάποιου άλλου όντος, και τότε αυτό το άλλο ον πρέπει, τουλάχιστον στα πλαίσια της φύσης και της αιτιότητας, να υπήρχε από πριν.»

Οι υποθέσεις είναι:-
1ον Κάτι υπάρχει.
2ον Αν κάτι υπάρχει, είτε κάτι πάντα υπήρχε, ή τα πράγματα που τώρα υπάρχουν προέκυψαν από το τίποτε.
3ον Αν κάτι υπάρχει, είτε υπάρχει από την αναγκαιότητα της ίδιας του φύσης, ή υπάρχει από τη θέληση ενός άλλου όντος.
4ον Αν υπάρχει από την αναγκαιότητα της ίδιας του φύσης, κάτι πάντα υπήρχε.
5ον Αν υπάρχει από τη θέληση ενός άλλου όντος, τότε η υπόθεση, ότι τα πράγματα που τώρα υπάρχουν προέκυψαν από το τίποτε, είναι λανθασμένη.


ΠΡΟΤΑΣΗ ΙΙ.

«Κάποιο αναλλοίωτο και ανεξάρτητο Ον υπάρχει από την αιωνιότητα.»

Οι προτάσεις από τις οποίες η παραπάνω υπόθεση αποδεικνύεται είναι οι ακόλουθες:
1ον Κάτι πάντα υπήρχε.
2ον Αν κάτι υπήρχε πάντα, είτε υπάρχει κάποιο αναλλοίωτο και ανεξάρτητο ον, ή το σύνολο των όντων που υπάρχουν γίνεται κατανοητό με μια διαδοχή μεταβλητών και εξαρτώμενων όντων.
3ον Αν το σύμπαν αποτελείται από μια διαδοχή μεταβλητών και εξαρτώμενων όντων, είτε αυτή η διαδοχή είχε μια εξωτερική αιτία, ή είχε μια αιτία εκ των έσω.
4ον Δεν είχε μια αιτία εκ των έσω (επειδή περιλαμβάνει, εξ υποθέσεως, όλα τα πράγματα που υπάρχουν).
5ον Δεν είχε μια αιτία εκ των έσω (επειδή κανένα μέρος δεν είναι αναγκαίο, και να κανένα μέρος δεν είναι αναγκαίο, ούτε το όλο είναι.
Η τελευταία πρόταση είναι εκείνη που ο Dr. Clarke αποδεικνύει.

ΠΡΟΤΑΣΗ III.

«Αυτό το αναλλοίωτο και ανεξάρτητο Ον πρέπει να είναι αυθύπαρκτο.»

Οι υποθέσεις είναι:-
         1ον Κάθε ον πρέπει είτε να έχει προέλθει από το τίποτε, ή πρέπει να έχει προκύψει από κάποια εξωτερική αιτία, ή πρέπει να είναι αυθύπαρκτο.
         2ον Κανένα ον δεν έχει προέλθει από το τίποτε.
         3ον Το αναλλοίωτο και ανεξάρτητο Ον δεν προέκυψε από μια εξωτερική αιτία.

Από το υπόλοιπο της απόδειξης του Dr. Clarke  θεωρείται ότι

Αυτό το αυθύπαρκτο ον πρέπει αναγκαστικά να είναι άπειρο και πανταχού παρόν·

και υποστηρίζεται ότι η απειρότητά του πρέπει να είναι «μια απειρότητα πληρότητας καθώς επίσης και απεραντοσύνης.» Η βάση πάνω στην οποία η απόδειξη προχωράει είναι, ότι μια απόλυτη ανάγκη της ύπαρξης πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το χρόνο, το χώρο, και την περίσταση, απαλλαγμένη από όρια, και επομένως να αποκλείει κάθε ατέλεια. Και έτσι προκύπτει ότι το αυθύπαρκτο ον πρέπει να είναι «ένα απολύτως απλό, αμετάβλητο, αδιάφθορο ον, χωρίς μέρη, μορφή, κίνηση, ή οποιεσδήποτε άλλες παρόμοιες ιδιότητες που βρίσκουμε στην ύλη.»
Οι υποθέσεις που πραγματικά χρησιμοποιούνται μπορούν να εκφραστούν ως ακολούθως:
1ον      Αν ένα πεπερασμένο ον είναι αυθύπαρκτο, είναι αντίφαση να υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει.
2 ον     Ένα πεπερασμένο ον μπορεί, χωρίς αντίφαση, να είναι απόν από ένα μέρος
3ον      Αυτό που μπορεί χωρίς αντίφαση να είναι απόν από ένα μέρος μπορεί χωρίς αντίφαση να είναι απόν από όλα τα μέρη.
4ον     Αυτό που μπορεί χωρίς αντίφαση να είναι απόν από όλα τα μέρη μπορεί χωρίς αντίφαση να υποτεθεί ότι δεν υπάρχει.

Η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα πως «οτιδήποτε είναι αυθύπαρκτο είναι άπειρο,» και ότι
«το αυθύπαρκτο ον πρέπει αναγκαία να είναι Ένα.»  Το συμπέρασμα προκύπτει επίσης από τις παρακάτω υποθέσεις:
1.      Αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα αναγκαία και ανεξάρτητα όντα, καθένα από αυτά μπορεί να υποτεθεί ότι υπάρχει από μόνο του.
2.      Αν καθένα μπορεί να υποτεθεί ότι υπάρχει από μόνο του, δεν αποτελεί αντίφαση να υποτεθεί ότι το άλλο δεν υπάρχει.
3.      Αν δεν αποτελεί αντίφαση να υποτεθεί αυτό, δεν υπάρχουν δύο αναγκαία και ανεξάρτητα όντα.

Στην πρόταση VIII. επιχειρηματολογείται ότι «η αυθύπαρκτη και αρχική αιτία όλων των πραγμάτων πρέπει να είναι ένα Πνευματικό Ον.» Το κύριο επιχείρημα που προσφέρεται υπέρ αυτής της πρότασης είναι, ότι όπως η αιτία είναι πιο άριστη από το αποτέλεσμα, το αυθύπαρκτο ον, ως αιτία και πρότυπο όλων των πραγμάτων, πρέπει να εμπεριέχει την τελειότητα όλων των πραγμάτων· και ότι η Νοημοσύνη είναι μια από τις τελειότητες που φανερώνονται σε ένα μέρος της δημιουργίας. Υποστηρίζεται επιπλέον ότι αυτή η τελειότητα δεν είναι μια τροποποίηση της μορφής, της διαιρετότητας, ή οποιασδήποτε από τις γνωστές ιδιότητες της ύλης· γιατί αυτές δεν είναι τελειότητες, αλλά περιορισμοί.

Στην υπόθεση IX. υποστηρίζεται, ότι «η αυθύπαρκτη και αρχική αιτία όλων των πραγμάτων δεν είναι ένας απαραίτητος φορέας, αλλά μια ύπαρξη εφοδιασμένη με ελευθερία και επιλογή.» Η απόδειξη είναι βασισμένη κυρίως στην κατοχή εκ μέρους του νοημοσύνης, και στην ύπαρξη τελικών σκοπών, υπονοώντας την ύπαρξη σχεδίου και την επιλογή. Στα πλαίσια της αντίρρησης ότι η απώτατη αιτία λειτουργεί από αναγκαιότητα για την παραγωγή αυτού που είναι καλύτερο, η απάντηση είναι, ότι πρόκειται για μια αναγκαιότητα της καταλληλότητας και της σοφίας και όχι της φύσης.

Με βάση αυτό το δόγμα της ελευθερίας υποστηρίζεται ότι είμαστε σε θέση να δώσουμε μια ικανοποιητική απάντηση σε «εκείνη την αρχαία και θεμελιώδη ερώτηση, πόθεν τὸ κακόν, δηλαδή ποια είναι η αιτία και αρχή του κακού;» Το επιχείρημα σε αυτό το κεφάλαιο θα εκθέσω σε συντομία:

«Όλα όσα καλούμε κακό είτε είναι το κακό της ατέλειας, όπως η επιθυμία ορισμένων ικανοτήτων ή πολυτελειών που άλλα πλάσματα κατέχουν· ή το φυσικό κακό, όπως ο πόνος, ο θάνατος, και τα παρόμοια· ή το ηθικό κακό, όπως όλα τα είδη της αμαρτίας. Το πρώτο από αυτά δεν είναι ένα κανονικό κακό· γιατί κάθε δύναμη, ικανότητα, ή τελειότητα, που κάθε πλάσμα απολαμβάνει, όντας ένα δώρο από το Θεό,… είναι απλά η αναζήτηση οποιασδήποτε ικανότητας ή τελειότητας από οποιοδήποτε είδος πλασμάτων, που ποτέ δεν ανήκε στις φύσεις τους, και έτσι  δεν είναι ένα κακό για αυτά, περισσότερο από το γεγονός ότι αν δεν είχαν δημιουργηθεί ποτέ δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί κακό. Το δεύτερο είδος κακού, που ονομάσαμε φυσικό κακό, είναι είτε μια απαραίτητη συνέπεια του πρώτου, όπως θάνατος ενός πλάσματος στη φύση του οποίου η αθανασία δεν προβλέφθηκε ποτέ· και επομένως δεν είναι τυπικά περισσότερο κακό από ό,τι το πρώτο. Ειδάλλως αντιπαραβάλλεται συνολικά με το απώτατο αγαθό, όπως οι δυστυχίες και τα βάσανα των καλών ατόμων, και έτσι επίσης δεν είναι κανονικά ένα κακό· ή αλλιώς, τελικά, είναι μια τιμωρία, οπότε είναι μια απαραίτητη συνέπεια του τρίτου και τελευταίου είδους κακού, δηλαδή, του ηθικού κακού. Και αυτό προκύπτει πλήρως από την κατάχρηση της ελευθερίας που ο Θεός έδωσε στα πλάσματά Του για άλλους λόγους, και το οποίο ήταν λογικό και κατάλληλο να τους δώσει για την τελειότητα και την τάξη ολόκληρης της δημιουργίας. Μόνο αυτοί, αντίθετα από την πρόθεση και εντολή του Θεού, καταχράστηκαν αυτό που ήταν απαραίτητο για την τελειότητα του συνόλου, με αποτέλεσμα τη διαφθορά και στέρησή τους.
»
Στη συνέχεια, προχωράμε τώρα να εξετάσουμε τα πιο σημαντικά μέρη της απόδειξης του Spinoza, ο οποίος χρησιμοποιεί ορισμούς και αξιώματα:
«

ΟΡΙΣΜΟΙ.

1.                  Ως αιτία καθαυτή (causa sui), κατανοώ εκείνη της οποίας η ουσία περιλαμβάνει την ύπαρξη, ή εκείνη της οποίας η φύση δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή παρά μόνο ως υπαρκτή.
2.            Ότι κάθε πράγμα είναι πεπερασμένο ή οριοθετημένο από το είδος του (in suo genere finita) και που μπορεί να καθορίζεται από ένα άλλο ομοειδές πράγμα· π.χ. Ένα σώμα θεωρείται πεπερασμένο, επειδή μπορούμε πάντα να θεωρούμε ένα άλλο σώμα μεγαλύτερο από το προηγούμενο. Επομένως η σκέψη είναι καθορισμένη από μια άλλη σκέψη. Αλλά το σώμα δεν είναι οριοθετημένο από τη σκέψη, ούτε το αντίστροφο.
3.            Ως ουσία, κατανοώ εκείνη που υπάρχει καθαυτή (in se), και είναι αυτονόητη (per se concipitur), δηλαδή, εκείνη της οποίας η σύλληψη δεν χρειάζεται να σχηματιστεί από την αντίληψη ενός άλλου πράγματος.
4.            Ως ιδιότητα, κατανοώ εκείνη που η διάνοια αντιλαμβάνεται κατά ουσία, ως αποτελούσα τη βαθύτερη ουσία της.
5.            Ως τρόπο, κατανοώ τις επιρροές της ουσίας, ή εκείνη που βρίσκεται σε ένα άλλο πράγμα, μέσω του οποίου γίνεται επίσης κατανοητή.
6.            Ως Θεό, κατανοώ το απόλυτα άπειρο Ον, το οποίο είναι η ουσία που αποτελείται από άπειρες ιδιότητες, καθεμιά από τις οποίες εκφράζει μια αιώνια και άπειρη ουσία.
7.                  Αυτό το πράγμα ονομάζεται ελεύθερο, το οποίο υπάρχει από τη μοναδική αναγκαιότητα της ίδιας του φύσης, και δρα από μόνο του· αναγκαίο, ή μάλλον περιορισμένο, που καθορίζεται από ένα άλλο πράγμα για ύπαρξη και δράση, με έναν συγκεκριμένο και αιτιοκρατικό τρόπο.
8.                  Ως αιωνιότητα, κατανοώ την ύπαρξη καθαυτή, στο βαθμό που γίνεται κατανοητή να προκύπτει απαραίτητα από το μοναδικό ορισμό του αιώνιου πράγματος.

ΑΞΙΩΜΑΤΑ.

1.            Όλα τα πράγματα που υπάρχουν βρίσκονται είτε καθαυτά ή μέσα σε ένα άλλο πράγμα.
2.            Αυτό που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από ένα άλλο πράγμα πρέπει να γίνει κατανοητό καθαυτό.
3.            Από μια δεδομένη αιτία ακολουθεί απαραίτητα το αποτέλεσμα, και αντίστροφα, αν δεν υπάρχει καθορισμένη αιτία, είναι αδύνατο να ακολουθήσει κάποιο αποτέλεσμα.
4.            Η γνώση του αποτελέσματος βασίζεται και περιλαμβάνει τη γνώση της αιτίας.
5.            Πράγματα που δεν έχουν τίποτα κοινό δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά το ένα μέσα από το άλλο· ή η αντίληψη του ενός δεν περιλαμβάνει και την αντίληψη του άλλου.
6.            Μια αληθινή ιδέα πρέπει να συμφωνεί με το αντικείμενό της.
7.            Οτιδήποτε μπορεί να γίνει αντιληπτό ως ανύπαρκτο δεν περιλαμβάνει την ύπαρξη στην ουσία του.
»
 Αφού ο Boole κάνει μια αλγεβρική ανάλυση των επιχειρημάτων του Spinoza, στη συνέχεια προχωρά σε μια κριτική σχετικά με τη μέθοδο που ακολουθούν ο Clarke και ο Spinoza από κοινού και με το ερώτημα αν υπάρχει η δυνατότητα ο άνθρωπος να κατανοήσει το Θεό:

«Δεν είναι δυνατό, σκέφτομαι, να σηκωθεί κάποιος από τη μελέτη των επιχειρημάτων του Clarke και του Spinoza χωρίς μια βαθιά πεποίθηση στη ματαιότητα όλων των προσπαθειών να καθιερωθεί, εξολοκλήρου a priori, η ύπαρξη ενός Άπειρου Όντος, των ιδιοτήτων Του, και της σχέσης Του με τον κόσμο. Η θεμελιώδης αρχή όλων αυτών των υποθέσεων, δηλαδή, πως οτιδήποτε μπορούμε σαφώς να συλλάβουμε, πρέπει να υπάρχει, αποτυγχάνει να ολοκληρωθεί, ακόμα και όταν αναγνωρίζεται η αλήθειά της. Γιατί πώς το πεπερασμένο να κατανοήσει το άπειρο; Ωστόσο η δυνατότητα μιας τέτοιας σύλληψης πρέπει να υπάρξει, και με κάτι περισσότερο από την αίσθηση μιας απλής άρσης των ορίων της φαινομενικής ύπαρξης, προτού να μπορέσει κάποιο στερεό έδαφος να καθιερωθεί για τη γνώση, a priori, των πραγμάτων άπειρων και αιώνιων. Η διαβεβαίωση του Spinoza για την πραγματικότητα μιας τέτοιας γνώσης είναι σαφής και ρητή.»

 Τελικά, όπως ο ίδιος ο Boole θεωρεί,

«μπορεί να παρατηρηθεί, ότι το «αδύνατο της άπειρης διαδοχής,» η απόδειξη του οποίου αποτελεί ένα μέρος του επιχειρήματος του Clarke, έχει κοινώς θεωρηθεί ως θεμελιώδης αρχή της μεταφυσικής, και έχει επεκταθεί σε άλλες ερωτήσεις πέρα της αιτιότητας. Ο Αριστοτέλης το εφαρμόζει για να καθιερώσει την ανάγκη θεμελιωδών αρχών απόδειξης και την ανάγκη ενός τέλους (το αγαθό), στις ανθρώπινες ενέργειες, κλπ. Προφανώς το αδύνατο της δημιουργίας εκ μέρους μας μιας ορισμένης και πλήρους σύλληψης μιας άπειρης σειράς, δηλ. της κατανόησής της ως όλο, έχει συγχυστεί με μια λογική ασυνέπεια, ή με μια αντίφαση στην ίδια την ιδέα.»

Εδώ θα συμφωνούσα με τον Boole. Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη ενός Θεού στο σύμπαν είναι άτοπη: Καθώς αυτός θα ήταν απόλυτος, θα έπρεπε να έχει δημιουργηθεί από το μηδέν. Αλλιώς θα υπήρχε κάποιος προηγούμενος «Θεός» να Τον δημιουργήσει, κοκ. Επομένως, αν δημιουργήθηκε από το μηδέν, τότε δεν μπορεί να υπάρχει, γιατί από το τίποτε δεν μπορεί να προκύψει κάτι. Οπότε θεωρώ την υπόθεση της εγγενούς αναγκαιότητας του κόσμου και των πραγμάτων (θα έλεγα το ίδιο ισχύει και για τον Spinoza) ως την πιο εύλογη εξήγηση της ύπαρξης. Ότι δηλαδή τα πράγματα υφίστανται μέσα από μια άπειρη αιτιοκρατική διαδοχή, έστω κι αν μπορούμε αυθαίρετα να ορίσουμε κάποια στιγμή ως αρχική, ενδιάμεση ή τελική. Σε αυτήν την περίπτωση, η ύπαρξη του απείρου δεν ακυρώνεται, επειδή δεν μπορεί να υπάρξει μια λογική απόδειξη που να την καταρρίπτει, ούτε να την αποδεικνύει, παρά μόνο η αδυναμία της ανθρώπινης διάνοιας και της ίδιας της λογικής να συλλάβει την έννοια του απείρου στην ουσία του.
=========================================================================



4/15/12

20 Ιουνίου Port Lligat

[Απόσπασμα από το "Diary of a Genius" του Salvador Dali]

Τα παιδιά ποτέ δεν με ενδιέφεραν ιδιαίτερα, αλλά αυτό που μ’ ενδιαφέρει ακόμα λιγότερο είναι τα έργα ζωγραφικής των παιδιών. Το παιδί-ζωγράφος ξέρει ότι η ζωγραφιά του είναι άσχημα ζωγραφισμένη και το παιδί-κριτικός επίσης ξέρει ότι ξέρει ότι είναι άσχημα ζωγραφισμένη. Έπειτα το παιδί-ζωγράφος-κριτικός που ξέρει ότι ξέρει ότι ξέρει ότι είναι άσχημα ζωγραφισμένη έχει μόνο μια διέξοδο: να πει ότι είναι πολύ καλά ζωγραφισμένη.

29 του μήνα


Δόξα τω Θεώ, σε αυτήν την περίοδο της ζωής μου κοιμάμαι και ζωγραφίζω ακόμα καλύτερα και με περισσότερη ικανοποίηση από ότι συνήθως. Τόσο πολύ ώστε πρέπει να θυμάμαι να αποφεύγω τους επίπονους τριγμούς που συμβαίνουν σε κάθε γωνία του στόματός μου, η δυσάρεστη φυσική συνέπεια του σάλιου που συσσωρεύεται από την απόλαυση που παίρνει κάποιος από αυτά τα δύο θεία πάθη- τον ύπνο και τη ζωγραφική. Ναι, ο ύπνος και η ζωγραφική με κάνουν δούλο τους μ’ ευχαρίστηση. Φυσικά, με μια γρήγορη ή ράθυμη κίνηση του πίσω μέρους του χεριού μου, θα μπορούσα να σκουπίσω το πρόσωπό μου κατά τη διάρκεια ενός από τα παραδείσια ξυπνήματά μου ή ενός από τα όχι λιγότερο παραδείσια διαλείμματα κατά τη διάρκεια της εργασίας μου, αλλά είμαι τόσο πολύ εθισμένος στις ζωτικές και διανοητικές μου εκστάσεις που δεν το κάνω! Τώρα να είναι ένα ηθικό πρόβλημα που δεν έχω λύσει; Θα έπρεπε κάποιος άραγε να αφήσει τους τριγμούς της ικανοποίησης να γίνουν χειρότεροι, ή θα έπρεπε να αναγκάσει τον εαυτό του να σκουπίσει το σάλιο εγκαίρως; Προσπαθώντας να βρω μια λύση, έχω εφεύρει μια νέα υπναγωγική μέθοδο, μια μέθοδο που πρέπει να συμπεριληφθεί κάποια ημέρα στην ανθολογία των εφευρέσεών μου. Γενικά, οι άνθρωποι παίρνουν χάπια ύπνου όταν έχουν πρόβλημα να κοιμηθούν. Κάνω ακριβώς το αντίθετο. Είναι κατά τη διάρκεια των περιόδων της ζωής μου όταν ο ύπνος μου φτάνει το μέγιστο βαθμό τακτικότητας και φυτικού παροξυσμού του όταν, με μια ορισμένη φιλαρέσκεια, αποφασίζω να πάρω ένα υπνωτικό χάπι. Ειλικρινά, και χωρίς να επιθυμώ οποιοδήποτε ίχνος μεταφοράς, αυτό με κάνει να κοιμηθώ σαν κούτσουρο και να ξυπνήσω τελείως ανανεωμένος, ώστε η νοημοσύνη μου να ακτινοβολεί με ένα νέο σθένος που δεν μειώνεται μέχρις ότου οι λεπτότερες ιδέες να έχουν φθάσει στην πλήρη άνθισή τους. Αυτό ακριβώς μου συνέβη το σημερινό πρωί επειδή χτες τη νύχτα πήρα ένα χάπι για να κάνω το φλιτζάνι της παρούσας ισορροπίας μου να ξεχειλίσει. Και τι ξύπνημα, στις έντεκα και μισή, στη βεράντα μου όπου ήπια τον καφέ μου με κρέμα και μέλι στον ήλιο, κάτω από έναν ανέφελο ουρανό και χωρίς να ενοχλούμαι από την πλέον απέραντη διέγερση!

Πήρα έναν υπνάκο ανάμεσα στις δύο και μισή και στις πέντε, με το χάπι της προηγούμενης νύχτας να κάνει το φλιτζάνι να υπερχειλίσει καθώς επίσης και το σάλιο μου, γιατί όταν άνοιξα τα μάτια μου παρατήρησα, από το υγρό μου μαξιλάρι, ότι έπρεπε τα σάλια μου να είχαν τρέξει με αφθονία.

Ωστόσο είπα στον εαυτό μου: «Όχι, δεν πρόκειται να σκουπίσεις το πρόσωπό σου σήμερα, είναι Κυριακή! Και ο κυριότερος λόγος να μην το κάνεις, είναι ότι ο μικρός τριγμός που μόλις ξεκινάει θα έπρεπε να είναι ο τελευταίος. Στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να γίνει πιο ευδιάκριτος, ώστε να μπορέσεις να εκτιμήσεις το βιολογικό λάθος και να πιάσεις όλες τις επιπτώσεις του στη σειρά.»

Έτσι ξύπνησα στις πέντε. Ο αρχιτεχνίτης κύριος Prignau είχε φτάσει. Του είχα ζητήσει να έρθει και να με βοηθήσει να επιλύσω τις γεωμετρικές πτυχές της ζωγραφιάς μου. Κλειστήκαμε στο στούντιο μέχρι τις οκτώ, καθώς είχα καθίσει κι έδινα διαταγές:

«Ζωγραφίστε άλλο ένα οκτάεδρο, αλλά περισσότερο κυρτό, τώρα ένα ακόμη ομόκεντρο…»

Και εκείνος, εργατικός και τόσο επιδέξιος όσο ένας Φλωρεντίνος σπουδαστής πρόζας, έφτιαχνε τα πάντα τόσο γρήγορα σχεδόν όσο έκανα να εκφράσω τη σκέψη μου. Τρεις φορές έκανε λάθος στους υπολογισμούς του, και κάθε φορά, μετά από μια παρατεταμένη εξέταση, έβγαλα τρία διαπεραστικά κικιρικικί, τα οποία πιστεύω τον ενόχλησαν κάπως. Το κικιρικικί είναι η κραυγή με την οποία ανακουφίζω τις μεγάλες μου εντάσεις. Τα τρία λάθη αποδείχθηκαν θαυμάσια. Πέτυχαν σε μια στιγμή όλα όσα ο εγκέφαλός μου προσπαθούσε με κόπο να βρει. Όταν ο Prignau έφυγε, κάθισα στο σούρουπο, ονειρευόμενος. Κατόπιν έγραψα με κιμωλία στην άκρη του καμβά μου τις λέξεις που τώρα αντιγράφω στο ημερολόγιό μου. Καθώς τις γράφω μου αρέσουν ακόμα πιο πολύ:



«Τα λάθη είναι σχεδόν πάντα ιερής φύσης. Ποτέ μην προσπαθήσεις να τα διορθώσεις. Αντιθέτως: εκλογίκευσέ τα, συνειδητοποίησέ τα εκτενώς. Μετά από αυτό, θα είναι δυνατό για σένα να τα μετουσιώσεις. Οι γεωμετρικές εμμονές τείνουν προς μια ουτοπία και δεν ευνοούν τις διεγέρσεις. Εξάλλου οι γεωμέτρες σπάνια έχουν μια στύση.»





4/5/12

Τα αρχέτυπα

[Απόσπασμα από το βιβλίο «Βασικές Αρχές της ψυχολογίας,» του C.G.Jung]

Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε από το υλικό που παρέχουν τα όνειρα, οι φαντασιώσεις και τα οράματα, σε ποιο βαθμό υπερβαίνουν την προσωπική σφαίρα και εμπλέκουν τα περιεχόμενα του συλλογικού ασυνείδητου. Μυθολογικά θέματα, σύμβολα ριζωμένα στην παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας, ή αντιδράσεις εξαιρετικής σφοδρότητας υποδεικνύουν τη συμμετοχή βαθύτερων στρωμάτων. Αυτά τα κεντρικά θέματα και σύμβολα ασκούν καθοριστική επιρροή στην ψυχική ζωή σαν σύνολο. Διαθέτουν κυρίαρχο λειτουργικό χαρακτήρα και μια υψηλή ενεργειακή φόρτιση. Για αυτό ο Jung μίλησε αρχικά για «αρχέγονες εικόνες» ή «κυρίαρχους παράγοντες του συλλογικού ασυνείδητου». Μόνον αργότερα έδωσε την ονομασία αρχέτυπα. Ο Jung άντλησε τον όρο «αρχέτυπα» από το βιβλίο «Corpus Hermeticum» (Scot, «Hermetica», Τόμος I, 140, 126) και από το κεφάλαιο 2, παραγρ. 6, του βιβλίου «De Divinis nominibus» του Διονυσίου του ψευδοαρεοπαγίτη, στο οποίο αναφέρεται: «Όμως, μπορεί να πει κανείς πως η σφραγίδα δεν είναι η ίδια και πλήρης σε όλες τις αποτυπώσεις της. Βέβαια δεν είναι η αιτία η ίδια η σφραγίδα, γιατί συμμετέχει ολοκληρωτικά και παρόμοια σε κάθε περίπτωση, αλλά οι διαφορές των συμμετεχόντων που κάνουν τις αποτυπώσεις διαφορετικές, αν και το αρχέτυπο είναι ένα, πλήρες και το ίδιο σε κάθε περίπτωση (της αυτής και μιας αρχετυπίας).» Πάνω απ' όλα, όμως, τον επηρέασε ο ορισμός του Αγίου Αυγουστίνου του ideae principales, του λατινικού αντίστοιχου της ελληνικής λέξης αρχετυπίαι. Ο Άγιος Αυγουστίνος λέει τα εξής: «Οι πρωταρχικές ιδέες είναι καθορισμένες μορφές, ή σταθερές και αμετάβλητες αιτίες πραγμάτων, καθεαυτού άμορφες, αιώνιες και ομοιότροπες, οι οποίες εμπεριέχονται στη θεία κατανόηση. Μολονότι οι ίδιες δε χάνονται, εντούτοις, όλα όσα μπορούν να δημιουργηθούν και να χαθούν, ή δημιουργούνται και χάνονται, διαμορφώνονται σύμφωνα με το πρότυπο τους. Είναι επιβεβαιωμένο πως η ψυχή δεν μπορεί να τις διακρίνει, εκτός και αν είναι η ορθολογική ψυχή».

Από το 1946, ο Jung έκανε διάκριση (αν και όχι πάντα ευκρινώς) μεταξύ του «αρχέτυπου αφεαυτού», δηλαδή του μη αντιληπτού αρχέτυπου που είναι δυνητικά παρόν σε κάθε ψυχική δομή, και του εκδηλωμένου αρχέτυπου που γίνεται αντιληπτό και εισέρχεται στο πεδίο της συνείδησης. Τούτο το εκδηλωμένο αρχέτυπο εμφανίζεται σαν αρχετυπική εικόνα και η μορφή του μπορεί να αλλάζει διαρκώς, ανάλογα με την ομάδα συνειρμών στην οποία εμφανίζεται. Φυσικά, υπάρχουν αρχέτυποι τρόποι δράσης-αντίδρασης και αρχέτυπες διαδικασίες, όπως η ανάπτυξη του εγώ ή το πέρασμα από τη μία ηλικία στην άλλη. Υφίστανται αρχέτυπες στάσεις, ιδέες, τρόποι αφομοίωσης της εμπειρίας, που αν ενεργοποιηθούν κάτω από ορισμένες συνθήκες, αναδύονται από την ασυνείδητη μέχρι τώρα κατάσταση τους και γίνονται κατά κάποιο τρόπο ορατές.


1. Η επιφάνεια της συνείδησης.
2. Η σφαίρα στην οποία αρχίζει να λειτουργεί η «εσωτερική τάξη».
3. Οι δρόμοι μέσω των οποίων βυθίζονται τα περιεχόμενα στο ασυνείδητο.
4. Τα αρχέτυπα και τα μαγνητικά πεδία τους, που αναγκάζουν τα περιεχόμενα να παρεκκλίνουν της πορείας τους με την ελκτική τους δύναμη.
ΑΑ. Η περιοχή στην οποία καθίστανται αόρατες οι καθαρά αρχέτυπες διαδικασίες από εξωτερικά συμβάντα και όπου επιστρώνεται κατά κάποιο τρόπο το «αρχέγονο πρότυπο».

Έτσι το αρχέτυπο μπορεί να εκδηλωθεί όχι μόνο σε στατική μορφή, σαν αρχέγονη εικόνα για παράδειγμα, αλλά και με μια δυναμική διαδικασία, όπως η διαφοροποίηση κάποιας λειτουργίας της συνείδησης. Στην πραγματικότητα όλες οι τυπικές, ανθρώπινες εκδηλώσεις της ζωής, βιολογικές, ψυχο-βιολογικές ή πνευματικές στο χαρακτήρα τους, στηρίζονται σε μία αρχέτυπη βάση. Επιπλέον, είμαστε σε θέση να φτιάξουμε μια ορισμένη «σειρά αλληλουχίας» των αρχετύπων, που να αντιστοιχούν, ανάλογα με το τι αντιπροσωπεύουν, σε κάποιο χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας σαν σύνολο ή κάποιας μικρότερης ομάδας. Τα αρχέτυπα, μπορούμε να πούμε, έχουν τη δυνατότητα- όπως οι ιδρυτές μιας δυναστείας ή ενός γενεαλογικού δέντρου- να κάνουν παιδιά κι εγγόνια χωρίς να χάσουν τη δική τους αρχέγονη μορφή. Τα αρχέτυπα είναι αντανακλάσεις ενστικτωδών, δηλαδή ψυχικά αναγκαίων, αντιδράσεων σε ορισμένες καταστάσεις. Με τις εγγενείς τάσεις τους παρακάμπτουν επιτήδεια τη συνείδηση και οδηγούν σε τρόπους συμπεριφοράς που είναι ψυχολογικά αναγκαίοι, αν και δε φαίνονται πάντοτε αρμόζοντες, όταν εξετάζονται με τη λογική του παρατηρητή. Παίζουν ζωτικό ρόλο στην ψυχική οικονομία, γιατί, όπως λέει ο Jung, «αντιπροσωπεύουν ή προσωποποιούν ενστικτώδη στοιχεία της σκοτεινής, πρωτόγονης ψυχής- τις πραγματικές αλλά αόρατες ρίζες της συνείδησης».

Τούτος ο τρόπος σκέψης συχνά επικρίθηκε με τη δικαιολογία ότι, απ' όσο μπορεί να καθορίσει η επιστήμη μέχρι σήμερα, τα επίκτητα χαρακτηριστικά ή οι μνήμες δεν είναι δυνατόν να κληρονομηθούν. Ο Jung απαντά ως εξής: «Βεβαίως, αυτός ο όρος δεν υπονοεί κάποια κληρονομημένη ιδέα, αλλά ένα κληρονομημένο τρόπο ψυχικής λειτουργίας. Αντιστοιχεί σε εκείνο τον εγγενή τρόπο, σύμφωνα με τον οποίο το κοτοπουλάκι βγαίνει από το αυγό, το πουλί χτίζει τη φωλιά του, κάποιο είδος σφήκας τσιμπάει το κινητικό γάγγλιο της κάμπιας και τα χέλια βρίσκουν το δρόμο τους προς τις Βερμούδες. Με άλλα λόγια είναι ένα «πρότυπο συμπεριφοράς.» Αυτή η πλευρά του αρχέτυπου είναι η βιολογική, η οποία συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της επιστημονικής ψυχολογίας. Όμως, η εικόνα αλλάζει αμέσως όταν την κοιτάξουμε από μέσα, από το βασίλειο της υποκειμενικής ψυχής. Εδώ το αρχέτυπο παρουσιάζεται ως θεϊκό, δηλαδή εμπειρία θεμελιώδους σημασίας. Όποτε ενδύεται με κατάλληλα σύμβολα, κάτι που δε συμβαίνει πάντα, επηρεάζει το άτομο με καταπληκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια κατάσταση «βαθιάς συγκίνησης,» οι συνέπειες της οποίας ίσως δεν είναι δυνατόν να υπολογιστούν».

Το σχήμα 13 στοχεύει να δείξει τη διαστρωμάτωση της ψυχής σε σχέση με τους τρόπους λειτουργίας των αρχετύπων. Ο κόσμος της συνείδησης είναι γεμάτος ετερογενή στοιχεία. Τα αρχέτυπα σύμβολα που περιέχει, επικαλύπτονται συχνά με άλλα περιεχόμενα αποκομμένα από το γενικό τους πλαίσιο. Επίσης, μπορούμε να καθοδηγήσουμε και να ελέγξουμε τα περιεχόμενα της συνείδησης μέσω της θέλησης μας. Το ασυνείδητο, όμως, διαθέτει εσωτερική οργάνωση ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη από την επιρροή μας. Τα αρχέτυπα είναι τα κέντρα και τα δυναμικά πεδία της. Συνεπώς τα περιεχόμενα που βυθίζονται στο ασυνείδητο, υπόκεινται σε μια νέα και αόρατη τάξη μη προσιτή στη συνειδητή γνώση. Η πορεία τους εκτρέπεται συχνά και πολλές φορές οι όψεις και οι σημασίες τους αλλάζουν με τρόπο ακατανόητο. Αυτή η απόλυτη εσωτερική τάξη του ασυνείδητου είναι καταφύγιο και βοηθός μέσα στις αναστατώσεις και τα τυχαία συμβάντα της ζωής, αρκεί να ξέρουμε πώς να την αντιμετωπίζουμε. Το αρχέτυπο μπορεί, επίσης, να τροποποιήσει το συνειδητό προσανατολισμό μας ή και ακόμη να τον μετατρέψει στο αντίθετο του. Κάτι τέτοιο συμβαίνει σ' ένα όνειρο, για παράδειγμα, στο οποίο βλέπουμε τον εξιδανικευμένο πατέρα σαν άνθρωπο με κεφάλι ζώου και οπλές τράγου, ή σαν Δία, τον τρομερό θεό που προκαλεί βροντές, ή την ευγενική σύζυγο σαν μαινάδα, κ.λπ. Τέτοια όνειρα είναι δυνατόν να εκληφθούν ως προειδοποιητικά μηνύματα από το ασυνείδητο, που γνωρίζει «καλύτερα» και προσπαθεί να μας σώσει από μια εσφαλμένη αξιολόγηση.

Τα αρχέτυπα συγγενεύουν, επίσης, με ό,τι αποκαλούσε ο Πλάτων «ιδέα». Όμως, η ιδέα του Πλάτωνα είναι πρότυπο ανώτατης τελειότητας μόνο με τη «φωτεινή» έννοια, ενώ το αρχέτυπο του Jung είναι διπολικό κι ενσαρκώνει τόσο τη σκοτεινή πλευρά, όσο και το φως.

Ο Jung ονομάζει επίσης το αρχέτυπο «ψυχικό όργανο», ενώ ο Bergson les éternels incréés. Ο «έσχατος πυρήνας της έννοιας τους», λέει, «μπορεί να περιοριστεί, αλλά όχι να περιγραφεί». Γιατί «οτιδήποτε πούμε για τα αρχέτυπα, παραμένουν νοερές συλλήψεις ή συγκεκριμενοποιήσεις που ανήκουν στο πεδίο της συνείδησης».

Μια άλλη χρήσιμη αναλογία είναι η λέξη «Gestalt» (τύπος, τέλεια μορφή) με την ευρύτερη έννοια της λέξης, όπως χρησιμοποιείται στην ψυχολογία Gestalt, η οποία πρόσφατα υιοθετήθηκε από τη βιολογία. Η μορφή των αρχετύπων, λέει ο Jung, «ίσως μπορεί να συγκριθεί με το αξονικό σύστημα ενός κρυστάλλου, το οποίο προσχηματίζει την κρυσταλλική δομή στο αλμόλοιπο (μητρικό υγρό),- αν και δε διαθέτει δική του υλική ύπαρξη. Το αξονικό σύστημα εμφανίζεται στον τρόπο συγκέντρωσης των ιόντων και των μορίων... καθορίζοντας μόνο τη στερεομετρική δομή, όχι όμως τη συγκεκριμένη μορφή του ξεχωριστού κρυστάλλου». Παρόμοια, «το αρχέτυπο... έχει έναν αμετάβλητο νοηματικό πυρήνα -αλλά μόνο στην αρχή, και ποτέ όσον αφορά τη συγκεκριμένη εκδήλωση του» .

Συνεπώς, το αρχέτυπο σαν δυνητικό «αξονικό σύστημα» (το αρχέτυπο αφεαυτού) είναι προϋπάρχον και ενυπάρχον στην ψυχή. Το «μητρικό υγρό»- η εμπειρία της ανθρωπότητας- στο οποίο θα σχηματισθεί το ίζημα, αντιπροσωπεύει τις εικόνες που αποκρυσταλλώνονται γύρω από το αξονικό σύστημα και αποκτούν αυξημένη διαύγεια και πλούτο περιεχομένων στη μήτρα του ασυνείδητου. Η εικόνα δε «δημιουργείται» τη στιγμή που αναδύεται. Είναι ήδη παρούσα στο σκοτάδι από τότε που προστέθηκε στο ψυχικό θησαυροφυλάκιο της ανθρωπότητας η τυπική και θεμελιώδης εμπειρία που αντανακλά. Καθώς αναδύεται στη συνείδηση, φωτίζεται όλο και περισσότερο με ένα φως που εντείνει και αποσαφηνίζει το περίγραμμα της, έως ότου καθίσταται λεπτομερειακά ορατή. Τούτη η διαδικασία φώτισης δεν έχει μόνο ατομική αλλά και πανανθρώπινη σημασία. «Στον ύπνο και τα όνειρα», είπε ο Νίτσε, «διασχίζουμε τη συνολική σκέψη της αρχέγονης ανθρωπότητας» . Κάτι τέτοιο δεν απέχει πολύ από το σχόλιο του Jung ότι «η υπόθεση πως μπορεί να υπάρχει στην ψυχολογία μια αντιστοιχία μεταξύ οντογένεσης και φυλογονίας φαίνεται δικαιολογημένη». Σύμφωνα με τις απόψεις της σύγχρονης γενετικής, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι κληρονομημένοι παράγοντες είναι τύποι Gestalt και ότι υφίσταται μια έμφυτη τάση να αντιλαμβανόμαστε με όρους Gestalt στην κυριολεκτική και ευρύτερη έννοια τους. Η μορφή δε χρειάζεται ερμηνεία. Εκθέτει αφεαυτού το νόημα της.


Αναπτυξιακή αλληλουχία του «Θηλυκού Αρχέτυπου». ♂♀ = δύο σφαίρες αρχέγονης προέλευσης, που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς σαν ερμαφρόδιτες:
♂ = το αρχέτυπο του αρσενικού
♀ = το αρχέτυπο του θηλυκού

Α = νύχτα, το ασυνείδητο, το δεκτικό
Β = θάλασσα, νερό, κ.λπ.
Γ = γη, βουνό, κ.λπ.
Δ = δάσος, κοιλάδα, κ.λπ.
Ε = σπηλιά, κάτω κόσμος, βάθη, κ.λπ.
ΣΤ = δράκοντας, φάλαινα, αράχνη, κ.λπ.
Ζ = μάγισσα, νεράιδα, θεϊκή κόρη, νεραϊδο-
πριγκίπισσα, κ.λπ.
Η = σπίτι, κουτί, καλάθι, κ.λπ.
I = αγελάδα, γάτα, κ.λπ.
Θ = τριαντάφυλλο, τουλίπα, δαμασκηνιά, κ.λπ
Κ = προγονική μητέρα
Λ = γιαγιά
Μ = η μητέρα μας

Τα αρχέτυπα θα μπορούσαν να περιγραφούν σαν «αυτοπροσωπογραφίες των ενστίκτων», σαν ψυχικές διαδικασίες που μεταμορφώνονται σε εικόνες, ή αρχέγονα πρότυπα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ένας αριστοτελικός θα έλεγε: Τα αρχέτυπα είναι ιδέες ριζωμένες στην εμπειρία του ανθρώπου για τον πραγματικό πατέρα του και την πραγματική μητέρα του. Ένας Πλατωνιστής θα έλεγε: Ο πατέρας και η μητέρα αναπτύχθηκαν από τα αρχέτυπα, γιατί τα αρχέτυπα αντιπροσωπεύουν τις αρχέγονες εικόνες, τα πρωτότυπα των φαινομένων. Από την άποψη του ατόμου, τα αρχέτυπα υφίστανται a priori. Είναι εγγενή στο συλλογικό ασυνείδητο και ως εκ τούτου δεν επηρεάζονται από την ατομική ανάπτυξη και εξασθένηση. «Συνεπώς», λέει ο Jung, «αυτή η ψυχική δομή και τα στοιχεία της, δηλαδή όσα αρχέτυπα «γεννήθηκαν ως τώρα,» είναι ζήτημα μεταφυσικό κι επομένως δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί από την ψυχολογία.» «Το αρχέτυπο είναι μεταφυσικό γιατί υπερβαίνει τη συνείδηση». Ανήκει βασικά στο «ψυχοειδές» βασίλειο. «Το αρχέτυπο είναι, κατά κάποιο τρόπο, «αιώνια» παρουσία και το ζήτημα είναι αν γίνεται αντιληπτό από τη συνείδηση ή όχι». Είναι δυνατόν να εμφανιστεί σε πολλά ψυχικά επίπεδα και σε ποικίλες ομάδες συνειρμών. Παίρνει τη μορφή «ιδιοσυγκρασίας» προσαρμοσμένης στην ατομική κατάσταση, αλλά παραμένει αμετάβλητο ως προς τη βασική δομή και νόημα του. Όπως και η μελωδία, μπορεί να μεταφερθεί από μία κλείδα σε άλλη. Τούτο μπορεί να επεξηγηθεί με ένα σχήμα που δείχνει μερικές μόνον από τις πολλαπλές όψεις κι εκδηλώσεις του. Για παράδειγμα, το «Αρχέτυπο του Θηλυκού,» όπου το Gestalt (ο τύπος) παραμένει σταθερό και μόνον το περιεχόμενο του αλλάζει (Σχήμα 14).

Όταν η μορφή μιας αρχέτυπης εικόνας είναι ανακριβής και ανεπαρκώς προσδιορισμένη, πηγάζει συνήθως από ένα βαθύ στρώμα του συλλογικού ασυνείδητου, ένα στρώμα όπου τα σύμβολα είναι παρόντα μόνο σαν «αξονικά συστήματα». Ουσιαστικά δεν έχουν πληρωθεί ακόμη με ατομικά περιεχόμενα, ούτε έχουν διαφοροποιηθεί από την ατελείωτη αλυσίδα της ατομικής εμπειρίας, της οποίας προηγούνται κατά κάποιον τρόπο. Όσο πιο προσωπικό και πρόσφατο είναι το πρόβλημα, τόσο πιο περίπλοκη, λεπτομερής και καθαρά προσδιορισμένη είναι η αρχέτυπη μορφή με την οποία εκφράζεται. Όσο πιο απρόσωπη και παγκόσμια είναι η κατάσταση που συγκεκριμενοποιεί, τόσο πιο αφηρημένη παρουσιάζεται- γιατί το ίδιο το σύμπαν είναι χτισμένο πάνω σε ορισμένες απλές αρχές. Στην περιεκτική απλότητα της, η αρχέτυπη εικόνα αυτού του είδους περιλαμβάνει πιθανώς όλο τον πλούτο και την ποικιλία της ζωής και του σύμπαντος. Έτσι, το «μητρικό» αρχέτυπο, για παράδειγμα, με τη δομική έννοια που περιγράψαμε, προηγείται και υπερβαίνει κάθε ατομικής «μητρικής» εκδήλωσης. Η αρχέγονη εικόνα της μητέρας, η «Μεγάλη Μητέρα» με τις παράδοξες αποδόσεις της, είναι η ίδια στην ανθρώπινη ψυχή σήμερα, όπως και κατά τη μυθική εποχή. Η διαφοροποίηση του εγώ από τη «μητέρα», συναντάται στην αρχή κάθε «ερχομού στη συνείδηση». Ερχομός στη συνείδηση (Bewusstwerdung) σημαίνει δημιουργία ενός κόσμου μέσω διαφοροποίησης . Η δημιουργία της αντίληψης, ο σχηματισμός των ιδεών είναι η πατρική αρχή του λόγου, που αγωνίζεται αέναα να απελευθερωθεί από το αρχέγονο σκοτάδι της μήτρας, από τον κόσμο του ασυνείδητου. Στην αρχή και τα δύο ήταν ένα, και κανένα από αυτά δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο, ακριβώς όπως το φως δε θα είχε νόημα σε ένα κόσμο δίχως σκοτάδι. «Ο κόσμος υπάρχει μόνο επειδή αντίθετες δυνάμεις αλληλοεξισορροπούνται».

Στη γλώσσα του ασυνείδητου, που είναι γλώσσα εικόνων, τα αρχέτυπα εκδηλώνονται με προσωποποιημένη ή συμβολική μορφή. «Το αρχέτυπο περιεχόμενο», γράφει ο Jung, «εκφράζεται καταρχήν μεταφορικά. Αν, επί παραδείγματι, αναφερθούμε στον ήλιο και τον συνδέσουμε με το λιοντάρι, το βασιλιά, το χρυσάφι που φρουρείται από το δράκοντα ή τη ζωοδότρια θεραπευτική δύναμη, δεν ταυτίζεται με καμία από αυτές τις μορφές. Ουσιαστικά είναι ένας τρίτος, άγνωστος παράγοντας που λίγο-πολύ βρίσκει επαρκή έκφραση σε όλες αυτές τις μεταφορές. Όμως- προς λύπη κάθε διανοούμενου- παραμένει ουσιαστικά άγνωστος και δεν ταιριάζει σε καμία μορφή... Ούτε για μια στιγμή δεν τολμάμε να υποκύψουμε στην πλάνη ότι ένα αρχέτυπο μπορεί τελικά να ερμηνευθεί και να απαλλαγούμε από την παρουσία του. Ακόμη και οι καλύτερες προσπάθειες ερμηνείας του είναι μόνο λίγο-πολύ μεταγλωττίσεις σε μιαν άλλη μεταφορική γλώσσα».

Τα αρχέτυπα συνθέτουν τα πραγματικά περιεχόμενα του συλλογικού ασυνείδητου. Ο αριθμός τους είναι σχετικά περιορισμένος, γιατί αντιστοιχεί με «τον αριθμό των τυπικών και θεμελιωδών εμπειριών» της ανθρωπότητας από αρχέγονες εποχές. Το νόημα τους για μας βρίσκεται ακριβώς στην «αρχέγονη εμπειρία,» που βασίζεται σε αυτά και την οποία αντιπροσωπεύουν και μεταδίδουν. Οι κεντρικές ιδέες των αρχέτυπων εικόνων αντιστοιχούν σε εκείνο το τμήμα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης που ρυθμίζεται από τη φυλογονία και είναι ίδιες σε όλους τους πολιτισμούς. Τις βλέπουμε να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μυθολογίες, τα παραμύθια, τις θρησκευτικές παραδόσεις και τα μυστήρια. Τι είναι οι μύθοι του «Νυκτερινού Θαλάσσιου Ταξιδιού,» του «Περιπλανώμενου Ήρωα» ή του «Θαλάσσιου Τέρατος,» αν όχι η αιώνια γνώση της δύσης και ανατολής του ήλιου μεταμορφωμένη σε εικόνες; Ο Προμηθέας, ο κλέφτης της φωτιάς, ο Ηρακλής, ο φονιάς του δράκοντα, οι αναρίθμητοι μύθοι της δημιουργίας, η πτώση από τον παράδεισο, τα μυστήρια της δημιουργίας, η παρθενογένεση, η ύπουλη προδοσία του ήρωα, ο διαμελισμός του Όσιρι, και πολλοί άλλοι μύθοι και παραμύθια αντιπροσωπεύουν ψυχικές διαδικασίες με συμβολικές εικόνες. Παρόμοια, οι μορφές του Ερπετού, το Ψάρι, η Σφίγγα, τα Ζώα που βοηθούν, το Δέντρο του Κόσμου, η Μεγάλη Μητέρα, ο Μαγεμένος Πρίγκιπας, το Αιώνιο Παιδί, ο Μάγος, ο Σοφός, ο Παράδεισος, κ.λπ. συμβολίζουν ορισμένες κεντρικές ιδέες και περιεχόμενα του συλλογικού ασυνείδητου. Είναι σε θέση να αφυπνίσουν σε μια νέα ζωή καθεμιά ατομική ψυχή, να ασκήσουν τη μαγική τους δύναμη και να συνοψιστούν σε ένα είδος «ατομικής μυθολογίας», η οποία παρουσιάζει έναν εντυπωσιακό παραλληλισμό με τις μεγάλες παραδοσιακές μυθολογίες όλων των λαών και εποχών, συγκεκριμενοποιώντας κατά κάποιο τρόπο την προέλευση και το νόημα τους, ρίχνοντας νέο φως στην ουσία τους.

Για τον Jung, λοιπόν, τα αρχέτυπα αντιπροσωπεύουν το σύνολο των λανθανουσών δυνατοτήτων της ανθρώπινης ψυχής -ένα αχανές απόθεμα προγονικής γνώσης για τις βαθιές σχέσεις μεταξύ Θεού, ανθρώπου και σύμπαντος. Για να απελευθερώσει κανείς αυτό το απόθεμα στην ψυχή του, να το αφυπνίσει, σε μια νέα ζωή και να το ενοποιήσει με τη συνείδηση, χρειάζεται να ξεφύγει από την απομόνωση του και να ακολουθήσει την αιώνια κοσμική διαδικασία. Έτσι, οι αντιλήψεις για τις οποίες μιλούσαμε, γίνονται κάτι περισσότερο από επιστήμη, κάτι περισσότερο από ψυχολογία• γίνονται τρόπος ζωής. Σαν αρχέγονη πηγή της ανθρώπινης εμπειρίας το αρχέτυπο βρίσκεται στο ασυνείδητο, από όπου αναδύεται στη ζωή μας. Επομένως, είναι δυνατή η ανάλυση των προβολών του, ώστε να αναδυθούν τα περιεχόμενα του στη συνείδηση.

Στο πρόσφατο έργο του «Συγχρονικότητα: Μια μη αιτιατή συνδετική αρχή», ο Jung έδειξε μια ιδιαίτερα σημαντική όψη της λειτουργίας των αρχετύπων. Έτσι, έριξε νέο φως σε ορισμένα φαινόμενα της ESP (υπεραισθητήριας αντίληψης) όπως η τηλεπάθεια, η διόραση, κ.λπ., για τα οποία η επιστήμη δεν είχε δώσει έως τώρα κάποια ικανοποιητική ερμηνεία. Επίσης χρησιμοποίησε επιστημονικές μεθόδους στην έρευνα ορισμένων παράξενων συμβάντων κι εμπειριών που αναφέρθηκαν ή καταγράφηκαν στο παρελθόν σαν απλά τυχαία συμβάντα. Δίνει το όνομα «συγχρονικότητα» (προκειμένου να διακρίνει αυτή την έννοια από το συγχρονισμό ή το ταυτόχρονο) σε μια αρχή ερμηνείας η οποία συμπληρώνει την αιτιότητα. Την ορίζει σαν «σύμπτωση στο χρόνο δύο ή περισσότερων αιτιατά ασύνδετων συμβάντων, που έχουν το ίδιο ή παρόμοιο νόημα». Κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει στη σύμπτωση εσωτερικών αντιλήψεων (προαισθημάτων, ονείρων, οραμάτων, διαισθήσεων, κ.λπ.) με εξωτερικά γεγονότα του παρελθόντος, του παρόντος ή του μέλλοντος. Ως τώρα η συγχρονικότητα είναι μόνον «τυπικός παράγων,» μια «εμπειρική έννοια,» η οποία προβάλλει σαν αξίωμα μια αναγκαία αρχή για περιεκτικότερη γνώση, η οποία «θα μπορούσε να προστεθεί σαν τέταρτη στην αναγνωρισμένη τριάδα του χώρου, του χρόνου και της αιτιότητας». Ο Jung ερμηνεύει την εμφάνιση τέτοιων συγχρονιστικών φαινομένων με μία «a priori αιτιατά ανεξήγητη γνώση,» βασισμένη σε μια τάξη του μικρόκοσμου και του μακρόκοσμου ανεξάρτητη από τη θέληση μας. Σε μια τέτοια τάξη πραγμάτων τα αρχέτυπα παίζουν το ρόλο ρυθμιστικών παραγόντων. Η πλήρης σημασίας σύμπτωση μιας εσωτερικής εικόνας με το εξωτερικό συμβάν, η οποία χαρακτηρίζει τα συγχρονιστικά φαινόμενα, αποκαλύπτει την πνευματική και την υλική πλευρά του αρχέτυπου. Το αρχέτυπο, επίσης, με την αυξημένη ενεργειακή φόρτιση (ή θεϊκή επίδραση) προκαλεί στο άτομο που το βιώνει μία αυξημένη συγκινησιακή φόρτιση ή μερική abaissement du niveau mental, που είναι απαραίτητη προκειμένου να συμβούν και να γίνουν αντιληπτά συγχρονιστικά φαινόμενα αυτού του είδους. Ο Jung, μάλιστα, προχωρεί τόσο πολύ, ώστε λέει: «Το αρχέτυπο είναι η ενδοσκοπικά αναγνωρίσιμη μορφή μιας a priori ψυχικής τάξης». Οι έρευνες του Jung για τη συγχρονικότητα προκάλεσαν ορισμένα νέα προβλήματα, που απαιτούν παραπέρα έρευνα κι εξέταση.

«Τα αρχέτυπα», λέει ο Jung, «ήταν και είναι ζωντανές ψυχικές δυνάμεις που απαιτούν να εκληφθούν σοβαρά, κι έχουν ένα παράξενο τρόπο να εξασφαλίζουν την επίδραση τους. Ήταν πάντα φορείς προστασίας και σωτηρίας, και η παράβαση τους έχει σαν συνέπεια τους «κινδύνους της ψυχής,» γνωστούς σε εμάς από την ψυχολογία των πρωτόγονων ανθρώπων. Εξάλλου αποτελούν αλάνθαστες πηγές νευρωτικών, ακόμη και ψυχωτικών διαταραχών και συμπεριφέρονται σαν παραμελημένα ή κακομεταχειρισμένα όργανα του σώματος ή οργανικά λειτουργικά συστήματα.»

Δεν ήταν χωρίς λόγο που οι αρχετυπικές εικόνες κι εμπειρίες αποτελούσαν πάντοτε το κεντρικό τμήμα όλων των θρησκειών της γης. Μολονότι καλύφθηκαν συχνά με δόγματα, χάνοντας την αρχική μορφή τους, είναι ακόμη ενεργές στην ψυχή και το πλούσιο νόημα τους παραμένει ακόμα πολύ ισχυρό στην επιρροή του, ιδιαίτερα εκεί όπου η θρησκευτική πίστη παραμένει ζωντανή δύναμη. Και τούτο αληθεύει τόσο για τον θανόντα και αναστημένο θεό, όσο και για την άμωμη σύλληψη στο Χριστιανισμό, το πέπλο της Μάγια των Ινδουιστών ή την προσευχή των Μωαμεθανών, οι οποίοι στρέφονται προς τη Μέκκα. Μόνο όποτε η πίστη και το δόγμα τις κατάντησαν κενό γράμμα- και αυτό συμβαίνει κύρια στον υπερανεπτυγμμένο, τεχνολογικό, λογικό, δυτικό πολιτισμό μας- έχασαν τη μαγική δύναμη τους και άφησαν τον άνθρωπο ανίσχυρο και μόνο στο έλεος του εσωτερικού και του εξωτερικού κακού.

Το νόημα και ο σκοπός της γιουνγκιανής ψυχολογίας είναι να ανακουφίσει το σύγχρονο άνθρωπο από τη σύγχυση και την απομόνωση του σύγχρονου πολιτισμού, επιτρέποντας του να βρει τη θέση του στο ρεύμα της ζωής. Έτσι, τον βοηθά να ολοκληρωθεί συνειδητά και εκούσια, ενώνοντας ξανά τη φωτεινή συνειδητή πλευρά του με τη σκοτεινή ασυνείδητη.

Ένα από τα κύρια έργα αυτού του βιβλίου είναι να αποσαφηνίσει τούτη τη μορφή καθοδήγησης, καθώς και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε ο Jung. Αλλά για μια καλύτερη κατανόηση της βάσης στην οποία στηρίζεται, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε εν συντομία το δεύτερο μέρος της θεωρίας, δηλαδή τη «δυναμική της ψυχής».