14/10/2009

Η σκέψη ως φυσική διαδικασία

Η ψευδαίσθηση της κίνησης.

"Θα έλεγα ότι στην επιστημονική και φιλοσοφική εργασία μου, η βασική ανησυχία μου ήταν η κατανόηση της φύσης της πραγματικότητας γενικά και της συνείδησης ειδικότερα ως συνεπές σύνολο, το οποίο δεν είναι ποτέ στατικό ή πλήρες, αλλά που είναι μία αέναη διαδικασία κίνησης και ξεδιπλώματος (unfoldment). Κατά συνέπεια, όταν κοιτάζω πίσω, βλέπω ότι ακόμη ως παιδί με είχε συναρπάσει ο γρίφος, το μυστήριο πράγματι, του ποια είναι η φύση της κίνησης. Κάθε φορά που κάποιος σκέφτεται το οτιδήποτε, αυτό φαίνεται να γίνεται κατανοητό είτε σαν κάτι στατικό, είτε σαν μία σειρά στατικών εικόνων. Ωστόσο, στην πραγματική εμπειρία της κίνησης, κάποιος αντιλαμβάνεται μια συνεχή, αδιαίρετη διαδικασία ροής, με την οποία η σειρά των στατικών εικόνων στη σκέψη σχετίζεται όπως μία σειρά από «ακίνητες» φωτογραφίες σχετίζονται με την πραγματικότητα ενός επιταχυνόμενου αυτοκινήτου. Αυτή η ερώτηση, φυσικά, έχει ήδη τεθεί στην ουσία φιλοσοφικά εδώ και περισσότερο από 2.000 χρόνια με τα παράδοξα του Ζήνωνα. Αλλά μέχρι σήμερα, δεν μπορούμε να πούμε ότι έχει δοθεί μια ικανοποιητική λύση..."


Η σχέση της σκέψης με την πραγματικότητα

''Έπειτα είναι η επόμενη ερώτηση ποια είναι η σχέση της σκέψης με την πραγματικότητα. Όπως αποκαλύπτει η επισταμένη προσοχή, η σκέψη είναι από μόνη της μια πραγματική διαδικασία κίνησης. Δηλαδή, κάποιος μπορεί να αισθανθεί μια ροή στο «ρεύμα της συνείδησης» όχι διαφορετική από την αίσθηση της ροής με την κίνηση της ύλης γενικότερα. Μήπως λοιπόν η σκέψη είναι μέρος της πραγματικότητας συνολικά; Αλλά τότε, τι θα σήμαινε ότι ένα μέρος της πραγματικότητας «γνωρίζει» το άλλο, και σε τι βαθμό αυτό θα ήταν δυνατό; Μήπως το περιεχόμενο της σκέψης μάς δίνει μόνο αφηρημένα και απλουστευμένα «στιγμιότυπα» της πραγματικότητας, ή μπορεί να προχωρήσει περισσότερο, να κατακτήσει κάπως την ίδια την ουσία της ζωντανής κίνησης που αντιλαμβανόμαστε στην πραγματική εμπειρία;"


Η έννοια της ολότητας

"Είναι σαφές ότι σκεφτόμενος και συλλογιζόμενος κάποιος τη φύση της κίνησης, τόσο στη σκέψη όσο και στο αντικείμενο της σκέψης, αντιμετωπίζει αναπόφευκτα το ερώτημα της ολότητας ή συνολικότητας (totality). Η έννοια ότι το πρόσωπο που σκέφτεται (το Εγώ) είναι κατά κανόνα τελείως διαφορετικό και ανεξάρτητο από την πραγματικότητα την οποία σκέφτεται είναι βεβαίως ενσωματωμένη στην παράδοσή μας. (Αυτή η έννοια είναι σαφώς αποδεκτή στη Δύση, αλλά στην Ανατολή υπάρχει μια γενική τάση να αμφισβητείται προφορικά και φιλοσοφικά ενώ συγχρόνως μια τέτοια προσέγγιση διαπερνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής και της καθημερινότητας όσο και στη Δύση.) Η γενική εμπειρία του είδους που περιγράφτηκε παραπάνω, μαζί με μια μεγάλη δόση σύγχρονης επιστημονικής γνώσης σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία του εγκεφάλου ως έδρα της σκέψης, υποδεικνύει ότι μια τέτοια διάκριση δεν μπορεί να στηριχτεί. Αλλά αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με μια πολύ διαφορετική πρόκληση: Πώς μπορούμε να σκεφτούμε με συνέπεια μία ενιαία, συνεχή, ρέουσα πραγματικότητα της ύπαρξης συνολικά, που να περιέχει τόσο τη σκέψη (συνείδηση) όσο και την εξωτερική πραγματικότητα όπως τη βιώνουμε;"


Το ανθρώπινο Εγώ

"Όταν ο άνθρωπος σκέφτεται τον εαυτό του κατά αυτόν τον τρόπο, αναπόφευκτα θα τείνει να υπερασπίζεται τις ανάγκες του δικού του «Εγώ» ενάντια σε εκείνο των άλλων ή, αν αυτοπροσδιοριστεί με μια ομάδα ανθρώπων του ίδιου είδους, θα υπερασπίζεται αυτήν την ομάδα με παρόμοιο τρόπο. Δεν μπορεί να σκεφτεί σοβαρά την ανθρωπότητα ως τη βασική πραγματικότητα, της οποίας οι αξιώσεις έρχονται πρώτες. Ακόμα κι αν προσπαθήσει να σκεφτεί τις ανάγκες της ανθρωπότητας τείνει να θεωρεί την ανθρωπότητα σαν χωριστή από τη φύση, και ούτω καθεξής. Αυτό που προτείνω εδώ είναι ότι ο γενικός ανθρώπινος τρόπος σκέψης για το σύνολο, δηλ. η παγκόσμια αντίληψη του, είναι κρίσιμος για τη συνολική τάξη του ίδιου του ανθρώπινου μυαλού. Αν σκέφτεται την ολότητα σαν να αποτελείται από ανεξάρτητα μέρη, τότε το μυαλό του θα τείνει να λειτουργεί κατά αυτόν τον τρόπο, αλλά αν μπορεί να περιλάβει τα πάντα με συνοχή και αρμονικά σε ένα γενικό σύνολο που είναι αδιαίρετο, αδιάσπαστο, και χωρίς σύνορα (επειδή κάθε σύνορο είναι μία διαίρεση ή τομή) τότε το μυαλό του θα τείνει να σκέφτεται με παρόμοιο τρόπο, και από το μυαλό του θα ρεύσει μια οργανωμένη δράση μέσα στο όλο."


Η αλλαγή στη χρήση της γλώσσας

"Αυτό που προτείνεται εδώ δεν είναι μια νέα γλώσσα καθαυτή αλλά, μάλλον, ένας νέος τρόπος (mode) χρήσης της υπάρχουσας γλώσσας- ο ρέων τρόπος (rheomode). Αναπτύσσουμε έναν τέτοιον τρόπο σαν μία μορφή πειραματισμού με τη γλώσσα, που σκοπεύει κυρίως στο να δώσει την ενόραση σχετικά με την αποσπασματική λειτουργία της κοινής γλώσσας παρά να παράσχει έναν νέο τρόπο ομιλίας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πρακτική επικοινωνία."


Η κατακερματισμένη αντίληψη της σύγχρονης φυσικής

"Η κβαντική θεωρία, όπως υφίσταται τώρα, μας παρουσιάζει μία μεγάλη πρόκληση, αν πράγματι ενδιαφερόμαστε για μια τέτοια προσπάθεια, γιατί σε αυτήν τη θεωρία δεν υπάρχει καμία συνεπής έννοια για το τι μπορεί να είναι η πραγματικότητα που βρίσκεται κάτω από την παγκόσμια σύνθεση και δομή της ύλης. Κατά συνέπεια, αν προσπαθήσουμε να χρησιμοποιήσουμε την επικρατούσα αντίληψη για τον κόσμο που βασίζεται στην έννοια των σωματιδίων, ανακαλύπτουμε ότι τα «σωματίδια» (όπως τα ηλεκτρόνια) μπορούν επίσης να φανερωθούν σαν κύματα, ότι μπορούν να κινηθούν ασυνεχώς, ότι δεν υπάρχει κανένας νόμος που να εφαρμόζεται ακριβώς στις πραγματικές κινήσεις των μεμονωμένων σωματιδίων και ότι μόνο στατιστικές προβλέψεις μπορούν να γίνουν για μεγάλες ομάδες τέτοιων σωματιδίων. Αν από την άλλη μεριά εφαρμόσουμε την παγκόσμια αντίληψη σύμφωνα με την οποία το σύμπαν θεωρείται σαν ένα συνεχές πεδίο, διαπιστώνουμε ότι αυτό το πεδίο πρέπει επίσης να είναι ασυνεχές, όπως κι ένα σωματίδιο, και ότι είναι τόσο ακαθόριστο στην πραγματική συμπεριφορά του όσο συμβαίνει και με τη σωματιδιακή θεώρηση συνολικά.

Φαίνεται σαφές, έτσι, ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν βαθύ και ριζικό κατακερματισμό, καθώς επίσης και με μία θεμελιώδη σύγχυση, αν προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τι θα μπορούσε να είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζεται από τους φυσικούς μας νόμους. Οι σύγχρονοι φυσικοί τείνουν να αποφεύγουν αυτό το ζήτημα υιοθετώντας τη στάση ότι οι γενικές απόψεις μας σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας είναι μικρής ή καμίας σημασίας. Ό,τι μετράει στη φυσική θεωρία υποτίθεται πως είναι η ανάπτυξη των μαθηματικών εξισώσεων που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε και να ελέγξουμε τη συμπεριφορά μεγάλων στατιστικών συνόλων σωματιδίων. Ένας τέτοιος στόχος δεν υιοθετείται μόνο για την πραγματιστική και τεχνική του χρησιμότητα: μάλλον, έχει γίνει προϋπόθεση για τις περισσότερες εργασίες στη σύγχρονη φυσική ότι η πρόβλεψη και ο έλεγχος αυτού του είδους είναι οτιδήποτε υπάρχει για την ανθρώπινη γνώση."


Η ελλοχεύουσα τάξη

"Στο κεφάλαιο 6 προχωράμε περισσότερο σε μία πιο συμπαγή ανάπτυξη για μία νέα έννοια της τάξης, η οποία θα ήταν κατάλληλη για ένα σύμπαν αδιάσπαστης ολότητας. Αυτή είναι η ελλοχεύουσα (implicate ή enfolded) τάξη. Στην ελλοχεύουσα τάξη, ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι πλέον οι κυρίαρχοι παράγοντες που καθορίζουν τις σχέσεις εξάρτησης ή ανεξαρτησίας των διαφορετικών πραγμάτων. Αντίθετα, ένα εξολοκλήρου διαφορετικό είδος βασικής σύνδεσης μεταξύ των στοιχείων είναι δυνατό, από το οποίο οι συνηθισμένες μας έννοιες για το χώρο και το χρόνο, μαζί με εκείνες για τα ξεχωριστά υπάρχοντα υλικά σωματίδια, επάγονται ως μορφές που προέρχονται από τη βαθύτερη τάξη. Αυτές οι συνηθισμένες έννοιες στην πραγματικότητα εμφανίζονται σε αυτό που ονομάζεται φανερή (explicate ή unfolded) τάξη, η οποία είναι μία ειδική και διακριτή μορφή που περιλαμβάνεται μέσα στη γενική ολότητα όλων των ελλοχευουσών τάξεων."

====================================================================

Αποσπάσματα από το βιβλίο του David Bohm 'Wholeness and the implicate order'.

Ο πίνακας του Jill Davis, Implicate Order.

25/09/2009

ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ: Μία μη αιτιακή συνδετική αρχή

Η μετάφραση του βιβλίου του Carl Jung "Synchronicity: An acausal connecting principle," αισίως τελείωσε. Για όποια λάθη, παρακαλώ, ενημερώστε με, για να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις. Μπορείτε βεβαίως να κατεβάσετε το βιβλίο από τον παρακάτω σύνδεσμο. Δεν κοστίζει τίποτε. Ευχαριστώ.



21/09/2009

Για το Σουρεαλισμό στα ζωντανά του έργα

Είναι θέμα κοινής λογικής σήμερα ότι ο Σουρεαλισμός, σαν οργανωμένο κίνημα, γεννήθηκε μέσα από μια εκτεταμένη λειτουργία που έχει να κάνει με τη γλώσσα. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη δεν μπορεί να λέγεται συνέχεια ότι στις σκέψεις των συγγραφέων τους τα προϊόντα της ελεύθερης συσχέτισης ή αυτόματης γραφής που ο Σουρεαλισμός έφερε αρχικά στο προσκήνιο δεν είχαν τίποτα να κάνουν με κάποιο αισθητικό κριτήριο. Με το που η ματαιοδοξία κάποιων από αυτούς τους συγγραφείς επέτρεψε σ’ ένα τέτοιο κριτήριο να κυριαρχήσει- πράγμα που δεν πήρε πολύ να συμβεί- η λειτουργία τέθηκε κάτω από ένα ψεύτικο φως, και τελικά η «κατάσταση χάρης» που την έκανε δυνατή χάθηκε.

Γιατί έγιναν λοιπόν όλα αυτά; Τίποτα λιγότερο από την ανακάλυψη εκ νέου του μυστικού της γλώσσας της οποίας τα στοιχεία θα σταματούσαν τότε να επιπλέουν σαν αβαρία στην επιφάνεια μιας πεθαμένης θάλασσας. Για να γίνει αυτό ήταν ουσιώδες να αποσπαστούν αυτά τα στοιχεία μακριά από την ολοένα και περισσότερο στενή χρησιμοθηρική τους μεταχείριση, καθώς αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να χειραφετηθούν και να αποκατασταθεί όλη η ισχύς τους. Η ανάγκη να αντιμετωπιστεί αμείλικτα η υποτίμηση της γλώσσας, ανάγκη που έγινε αισθητή στη Γαλλία από τους Lautreamont, Rimbaud, Mallarme, και συγχρόνως στην Αγγλία από τον Lewis Carroll, δεν έχει πάψει να είναι επιτακτική από τότε, όπως αποδεικνύεται από πειράματα αρκετά διαφορετικών σχολών, που κυμαίνονται από τις «ελευθερωμένες λέξεις» του Φουτουρισμού ως τον πολύ σχετικό αυτοματισμό του «Dada,» τα ενθουσιώδη «λογοπαίγνια» τα λίγο πολύ σχετικά με τη «φωνητική μηχανορραφία» ή τη «γλώσσα των πουλιών» (Jean-Pierre Brisset, Raymond Roussel, Marcel Duchamp, Robert Desnos) και το ξέσπασμα μιας «επανάστασης των λέξεων» (James Joyce, E.E. Cummings, Henri Michaux) που ήταν καταδικασμένη να οδηγήσει μόνο στο «Γραμματικισμό.» Η εξέλιξη των πλαστικών τεχνών πρόκειτο να απεικονίσει την ίδια δυσαρμονία.

Αν και είναι στοιχεία μιας κοινής επιθυμίας εξέγερσης ενάντια στην τυραννία μιας πλήρως υποβιβασμένης γλώσσας, διαδικασίες όπως η «αυτόματη γραφή» που καθιέρωσε ο Σουρεαλισμός και ο «εσωτερικός μονόλογος» στο σύστημα γραφής του Joyce είναι ριζικά διαφορετικές εκ θεμελίων. Δηλαδή, κάτω από αυτές υπάρχουν δύο τρόποι κατανόησης των λέξεων διαφορετικοί σε κάθε περίπτωση. Σε αντίθεση με τη ψευδαισθησιακή ροή των συνειδητών συσχετισμών, ο Joyce θα παρουσιάσει μια ροή που θα προσπαθήσει να προωθήσει προς όλες τις κατευθύνσεις, μια ροή που σε τελική ανάλυση τείνει να είναι πιθανά η πιο πιστή μίμηση της ζωής (με τρόπο ώστε να διατηρεί τον εαυτό του μέσα στο πλαίσιο της τέχνης, να πέφτει ξανά μέσα στη νεωτεριστική ψευδαίσθηση, αποτυγχάνοντας ν’ αποφύγει την κατάταξη στο μακρύ κατάλογο των νατουραλιστών και των εξπρεσιονιστών). Πολύ πιο συγκρατημένα όπως κάποιος διαπιστώνει με την πρώτη ματιά, πέρα και ενάντια σε αυτό το ρεύμα της συνείδησης ο «καθαρός ψυχικός αυτοματισμός,» που είναι η κατευθυντήρια αρχή του Σουρεαλισμού, θα θέσει σε κίνηση τη ροή από μια πηγή την οποία κάποιος χρειάζεται να ψάξει βαθιά μέσα του, ροή την πορεία της οποίας κανείς δεν μπορεί να κατευθύνει, γιατί αν κάποιος το επιχειρήσει είναι σίγουρο ότι η πηγή θα στερέψει αμέσως. Πριν από το Σουρεαλισμό τα μόνα πράγματα που θα έδιναν κάποια έννοια της έντασης του φωτός από αυτήν την πηγή ήταν ορισμένες εμβαθύνσεις στις οποίες οι άνθρωποι δεν έδιναν σημασία, όπως φράσεις που περιγράφονται ως «μισοκοιμάμαι» ή «ξυπνώντας.» Το αποφασιστικό βήμα του Σουρεαλισμού ήταν να δείξει ότι αυτές οι φράσεις ρέουν μαζί συνεχώς. Το πείραμα έδειξε ότι πολύ λίγοι νεολογισμοί εμφανίζονται, και ότι αυτή η συνεχής ροή δεν έφερε ούτε συντακτική αποδιοργάνωση ούτε αποσύνθεση του λεξιλογίου.

Αυτό είναι προφανώς ένα αρκετά διαφορετικό σχέδιο από εκείνο που επιθυμούσε, για παράδειγμα, ο Joyce. Δεν είναι πλέον ζητούμενο η ελεύθερη συσχέτιση των ιδεών να εξυπηρετήσει τη συγγραφή ενός λογοτεχνικού έργου που σκοπεύει να ξεπεράσει προηγούμενα έργα με την τόλμη του, αλλά που την ίδια στιγμή είναι ένα έργο του οποίου η προσφυγή στις πολυφωνικές, πολυσημαντικές, και άλλες εμπνεύσεις προϋποθέτει μια σταθερή επιστροφή στο αυθαίρετο. Όλο το θέμα, για το Σουρεαλισμό, ήταν να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι είχαμε στα χέρια μας την «πρώτη ύλη» (με την αλχημιστική σημασία) της γλώσσας. Μετά από αυτό, ξέραμε πού να την βρούμε, και εννοείται ότι δεν είχαμε κανένα ενδιαφέρον να την αναπαράγουμε σε βαθμό κορεσμού. Αυτό αναφέρεται για εκείνους που εκπλήσσονται από το γεγονός ότι μεταξύ μας η πρακτική της αυτόματης γραφής εγκαταλείφθηκε τόσο γρήγορα. Έχει συχνά ειπωθεί ότι ο ερχομός μας πρόσωπο με πρόσωπο με τα αποτελέσματα αυτού του τρόπου γραφής εστίασε την προσοχή μας στην περιοχή όπου η επιθυμία προκύπτει αβίαστα, μια περιοχή στην οποία επίσης οι μύθοι προστρέχουν. Δεν δόθηκε αρκετή προσοχή στη σημασία και στο εύρος του πεδίου της λειτουργίας που έτεινε να φέρει τη γλώσσα πίσω στην αληθινή ζωή: με άλλα λόγια, αντί να πάμε από το σημαινόμενο στο σημείο που συνεχίζει να υπάρχει (κάτι που, επιπλέον, θα αποδεικνυόταν αδύνατο), είναι προτιμότερο να πάμε πίσω με ένα βήμα στη γέννηση αυτού που σηματοδοτεί.

Το πνεύμα που κάνει μια τέτοια λειτουργία πιθανή ακόμα και κατανοητή δεν είναι άλλο από αυτό που έχει πάντα παρακινήσει την απόκρυφη φιλοσοφία: σύμφωνα με αυτό το πνεύμα, από το γεγονός ότι η έκφραση βρίσκεται στην προέλευση των πάντων, προκύπτει ότι «το όνομα πρέπει να βλαστήσει, για να το πούμε έτσι, αλλιώς είναι λάθος.» Η κύρια συμβολή του Σουρεαλισμού, στην ποίηση όπως και στις πλαστικές τέχνες, είναι ότι εξύψωσε τόσο αυτήν τη γέννηση ώστε οτιδήποτε άλλο να φαίνεται αστείο.

Όπως έχω πλέον συνειδητοποιήσει, ο ορισμός του Σουρεαλισμού που δίνεται στο πρώτο μανιφέστο πραγματικά «ξαναγγίζει» ένα σπουδαίο παραδοσιακό ρητό σχετικά με την ανάγκη κάποιου να «σπάσει το τύμπανο της λογικής και να κοιτάξει μέσα στην τρύπα,» διαδικασία που θα οδηγήσει στην αποσαφήνιση των συμβόλων που ήταν κάποτε μυστηριώδη.

Αντίθετα με τις διάφορες σχολές που υποστηρίζουν ότι μας οδηγούν σε αυτό το μονοπάτι και ότι μας επιτρέπουν να βαδίσουμε σ’ αυτό, ο Σουρεαλισμός δεν έχει μπει ποτέ στον πειρασμό να κρύψει από τον εαυτό του το στοιχείο της αστραποβόλου γοητείας στην αγάπη ενός άντρα για μια γυναίκα. Ο πειρασμός ήταν τόσο μικρός από το γεγονός ότι τις πρώτες του έρευνες, όπως είδαμε, τις οδήγησε σε μια χώρα όπου η επιθυμία βασίλευε. Σε ό,τι αφορά την ποίηση, σηματοδότησε επίσης το αποκορύφωμα μιας μεγάλης σειράς υποθέσεων, που πηγαίνουν πίσω στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, που έτειναν να δώσουν στις γυναίκες ένα όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στα πράγματα. Από τα συντρίμμια της χριστιανικής θρησκείας, κατά τη διάρκεια της ζωής του Pascal, ξεπήδησε- όχι χωρίς την «κόλαση» να παρακολουθεί τα βήματά της στον Sade, στον Laclos, στον μοναχό Lewis- μια τελείως διαφορετική αντίληψη για τη γυναίκα, που τώρα αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη τύχη του άντρα και απαιτεί, κατά τη γνώμη του Goethe προς το τέλος της ζωής του, ο άνδρας να τη θεωρεί τη βάση της δημιουργίας. Αυτή η ιδέα ακολουθεί ένα μονοπάτι, αν και πολύ τραχύ, που οδηγεί διαμέσου του γερμανικού και γαλλικού ρομαντισμού (Novalis, Holderlin, Kleist, Nerval, οι οπαδοί των Saint- Simon, Vigny, Stendhal, Baudelaire). Αλλά παρά τις επιθέσεις που υπέστη στο τέλος του δεκάτου ενάτου αιώνα (Huysmans, Jarry), φτάνει σ’ εμάς με οτιδήποτε θα μπορούσε ακόμα να την κάνει σκοτεινή, σαν συνοδευτική μελωδία, για να το πούμε έτσι, και φορέας του ίδιου του καθαρού φωτός της. Από εκείνο το σημείο ο Σουρεαλισμός χρειαζόταν μόνο να γυρίσει ακόμη πιο πίσω απ’ ό,τι είπα- στα γράμματα του Heloise ή της Πορτογαλικής Καλόγριας- με σκοπό να ανακαλύψει πόσο θαυμάσια τ’ αστέρια που απλώνονταν στη γραμμή της καρδιάς του ήταν. Από τη λυρική άποψη στην οποία τοποθέτησε τον εαυτό του, δεν θα μπορούσε παρά να παρατηρήσει ότι τα περισσότερα από τα κύρια σημεία του αγώνα του ανθρώπου να ξεπεράσει την κατάστασή του βρίσκονταν πάνω σ’ αυτήν τη γραμμή, και έτσι μία αλυσιδωτή αντίδραση προκάλεσε πραγματικές μεταβάσεις του συναισθήματος. Ήταν η γυναίκα που στο τέλος πήρε τη δόξα, είτε το όνομά της ήταν Sophie von Kuhn, Διοτίμα, Katchen von Heilbronn, Aurelia, Mina de Wanghel, η «μαύρη» Αφροδίτη ή η αντίστοιχη «λευκή», ή η Εύα στο «Maison du Berger» του Vigny.

Ο σκοπός αυτών των παρατηρήσεων είναι να κάνει τον αναγνώστη να καταλάβει τη Σουρεαλιστική στάση απέναντι στο ανθρώπινο, στάση που για πάρα πολύ καιρό θεωρήθηκε μάλλον αρνητική. Στο Σουρεαλισμό, η γυναίκα πρόκειται να αγαπηθεί και να τιμηθεί ως μια μεγάλη υπόσχεση, τέτοια που υπάρχει ακόμα κι αφού έχει τηρηθεί. Το σύμβολο που διατηρεί ως η Επιλεγμένη, που υπάρχει μόνο για ένα άτομο να δει (ο καθένας μας πρέπει να το ανακαλύψει για τον εαυτό του), αρκεί για να απαλλαγεί γρήγορα κάποιος από το φορτίο που υπάρχει στο δυϊσμό ψυχής- σώματος. Σε αυτό το στάδιο είναι απολύτως αλήθεια ότι η σαρκική αγάπη είναι ένα με την πνευματική. Η αμοιβαία τους έλξη πρέπει να είναι αρκετά δυνατή ώστε να φέρει την τέλεια ένωση, οργανική και ψυχική, μέσω της απόλυτα συμπληρωματικής τους ύπαρξης. Δεν είναι η πρόθεσή μας, βεβαίως, να αρνηθούμε ότι μεγάλα εμπόδια στέκονται στο δρόμο για να το πετύχουμε αυτό. Με την προϋπόθεση, πάντως, ότι έχουμε παραμείνει αντάξιοι της επιδίωξής της, δηλαδή ότι δεν έχουμε αλλοιώσει μέσα μας την έννοια μιας τέτοιας αγάπης στην ίδια την πηγή της, μόνο και μόνο από φθόνο, τίποτα στη ζωή δεν μπορεί να επικρατήσει ενάντια στην αέναη δίψα μας γι’ αυτήν. Πικρές αποτυχίες σε αυτήν την κατεύθυνση (που οφείλονται πολύ συχνά στην κοινωνική ανισότητα, η οποία σε γενικές γραμμές περιορίζει σοβαρά το εύρος των επιλογών και κάνει το μονιασμένο ζευγάρι στόχο για όλες τις διασπαστικές δυνάμεις που δουλεύουν εναντίον του από τα έξω) δεν μπορούν να μας αποθαρρύνουν από το ν’ ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι. Είναι ουσιαστικό, εδώ περισσότερο όσο ποτέ, να αναλάβουμε την ανακατασκευή του αρχέγονου Ανδρόγυνου για το οποίο μας λένε όλες οι παραδόσεις, και την υπέρτατα επιθυμητή, και απτή, ενσάρκωσή του μέσα μας.

Από αυτήν την άποψη, έπρεπε να αναμένεται ότι η σεξουαλική επιθυμία- η οποία μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο ήταν λίγο πολύ απωθημένη σε μια υποκινούμενη από το άγχος ή την ενοχή συνείδηση εξαιτίας των ταμπού- θα αποδεικνυόταν (σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση παραπλανητικά) ο μεθυστικός και ανεκτίμητος «κόσμος σε αυτήν την πλευρά της αιωνιότητας» στις εσχατιές του οποίου τα ανθρώπινα όνειρα έχουν χτίσει όλους τους «πέρα κόσμους.»

Δεν χρειάζεται να επισημάνουμε ότι σε αυτό το σημείο ο Σουρεαλισμός σκόπιμα αποχωρεί από τα περισσότερα παραδοσιακά δόγματα, σύμφωνα με τα οποία η σαρκική αγάπη είναι ένας αντικατοπτρισμός, και ο παθιασμένος έρωτας μια αξιοθρήνητη δηλητηρίαση από το αστρικό φως, στο μέτρο που αυτή η τελευταία αγάπη λέγεται ότι προαπεικονίζεται στο φίδι της Γένεσης. Με την προϋπόθεση ότι αυτή η αγάπη αντιστοιχεί σε κάθε περίπτωση στη λέξη παθιασμένος, δηλαδή προϋποθέτει την επιλογή με όλη τη σημασία του όρου, ανοίγει τις πύλες ενός κόσμου όπου εξορισμού δεν μπορεί πλέον να είναι θέμα του κακού, μιας πτώσης, ή της αμαρτίας.

Η στάση του Σουρεαλισμού απέναντι στη φύση διακατέχεται πάνω απ’ όλα από την αρχική σύλληψη της ποιητικής «εικόνας.» Είναι γνωστό ότι ο Σουρεαλισμός είδε σ’ αυτήν τα μέσα να αποκτήσει, πολύ συχνά κάτω από συνθήκες πλήρους χαλάρωσης της σκέψης παρά πλήρους αυτοσυγκέντρωσης, σπινθήρες που συνέδεαν δυο στοιχεία της πραγματικότητας που ανήκουν σε κατηγορίες που είναι τόσο απομακρυσμένες μεταξύ τους ώστε η λογική θα αποτύγχανε να κάνει τη σύνδεση και που προϋποθέτουν μια στιγμιαία άρση της κριτικής στάσης ώστε να βρεθούν μαζί. Από τη στιγμή που κάποιος έχει βρει τον τρόπο που παράγεται και έχει συνειδητοποιήσει τους ανεξάντλητους πόρους του, αυτό το εκπληκτικό δίκτυο σπινθήρων οδηγεί το μυαλό να έχει μια λιγότερο θολή εικόνα του κόσμου και του εαυτού του. Το μυαλό τότε επιβεβαιώνει, αποσπασματικά βεβαίως, αλλά τουλάχιστον από μόνο του, ότι «όλα πάνω είναι όπως όλα κάτω» και ότι όλα μέσα είναι όπως όλα έξω. Ο κόσμος φαίνεται κατά συνέπεια να είναι σαν ένα κρυπτογράφημα που παραμένει χωρίς αποκωδικοποίηση μόνο εφόσον κάποιος δεν είναι καλά εξοικειωμένος με τη γυμναστική που επιτρέπει σε κάποιον να περάσει κατά βούληση από το ένα όργανο στο άλλο. Δεν χρειάζεται να τονιστεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η μεταφορά, που απολαμβάνει κάθε ελευθερία στο Σουρεαλισμό, αφήνει μακριά πίσω της την (προκατασκευασμένη) αναλογία που ο Charles Fourier και ο μαθητής του Alphonse Toussenel προσπάθησαν να προωθήσουν στη Γαλλία. Αν και οι δύο συντείνουν στο να προάγουν το σύστημα των «αντιστοιχιών,» τους χωρίζει η ίδια απόσταση που υπάρχει μεταξύ αυτών που πετάνε ψηλά και εκείνων που βρίσκονται κάτω στη γη. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν έχει να κάνει με το να αυξήσει κάποιος την ταχύτητα και την ευκινησία του με ένα μάταιο πνεύμα να βελτιώσει την τεχνική του, αλλά μάλλον με το να γίνει ο κύριος του ενός και μοναδικού αγώγιμου ηλεκτρισμού ώστε να καταφέρει οι συσχετίσεις που κάποιος επιθυμεί να έχουν αποτέλεσμα.

Σε ό,τι αφορά τον πυρήνα του προβλήματος, που είναι αυτό της σχέσης μεταξύ του ανθρώπινου μυαλού και του κόσμου των αισθήσεων, ο Σουρεαλισμός εδώ βρίσκεται στο ίδιο πνεύμα με φιλοσόφους όπως ο Louis-Claude de Saint-Martin και ο Schopenhauer, με την έννοια ότι πιστεύει, όπως εκείνοι, ότι πρέπει να «ψάξουμε να καταλάβουμε τη φύση μέσα από τον εαυτό μας και όχι τον εαυτό μας μέσα από τη φύση.» Αυτό δεν οδηγεί, ωστόσο, στο να συμμεριστεί με κανένα τρόπο την άποψη ότι το άτομο κατέχει την απόλυτη ανωτερότητα πάνω σε όλα τα άλλα πλάσματα, ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, ότι ο άνθρωπος είναι το εστεμμένο αποκορύφωμα του κόσμου- που είναι το πιο αδικαιολόγητο είδος αξιώματος και η μεγαλύτερη κατάχρηση που ο ανθρωπομορφισμός μπορεί να κατηγορηθεί. Η στάση του Σουρεαλισμού στο ζητούμενο, αντίθετα, είναι αναμφίβολα η ίδια με αυτήν του Gerard de Nerval, όπως εκφράζεται στο περίφημο σονέτο «Vers Dores.» Σε ό,τι αφορά άλλα πλάσματα των οποίων τις επιθυμίες και τα βάσανα μπορεί τόσο λιγότερο να κατανοήσει όσο βαθύτερα κατεβαίνει την κλίμακα που ο ίδιος κατασκεύασε, ο άνθρωπος πρέπει, με όλη την ταπεινότητα, να χρησιμοποιήσει τα λίγα που ξέρει για τον εαυτό του ώστε να αναγνωρίζει όσα τον περιβάλλουν. Το πιο αποτελεσματικό μέσο που διαθέτει για να το κάνει αυτό είναι η ποιητική διαίσθηση. Αυτή η διαίσθηση, που απελευθερώνεται τελικά από το Σουρεαλισμό, επιδιώκει όχι μόνο να αφομοιώσει όλα τα γνωστά είδη αλλά επίσης θαρραλέα να δημιουργήσει νέα είδη- δηλαδή, να καταφέρει να αγκαλιάσει όλες τις δομές του κόσμου, που έχουν φανερωθεί ή όχι. Από μόνη της παρέχει μόνο το νήμα που μπορεί να μας οδηγήσει ξανά στο δρόμο της «Γνώσης» ως γνώση της υπεραισθητής Πραγματικότητας, «αδιόρατα ορατής σε ένα αιώνιο μυστήριο.»

27/08/2009

Το διαλυτό ψάρι- 3

Εκείνες τις μέρες το μοναδικό πράγμα που όλος ο κόσμος συζητούσε γύρω από τη Βαστίλη ήταν μια γιγάντια σφήκα που κατέβαινε τη λεωφόρο Richard-Lenoir το πρωί τραγουδώντας στην κορυφή των πνευμονιών της και ρωτώντας τα παιδιά γρίφους. Η μικρή σύγχρονη σφήκα είχε ήδη βρει μερικά θύματα όταν, καθώς έφευγα από το καφέ του οποίου η πρόσοψη κάποιοι σκέφτηκαν θα έδειχνε ωραία μ’ ένα κανόνι, αν και τη Φυλακή στη γειτονιά μπορεί σήμερα κάποιος να περάσει για ένα θρυλικό κτίριο, συνάντησα τη σφήκα με το στήθος μιας όμορφης γυναίκας και με ρώτησε το δρόμο.

«Θεέ και Κύριε, καλή μου, δεν εξαρτάται από μένα ν’ αφήσω ένα σημείο στο κραγιόν σου. Ο σχιστόλιθος τ’ ουρανού έχει μόλις καθαρίσει και ξέρεις ότι τα θαύματα πια δεν συμβαίνουν εκτός μεταξύ των εποχών. Γύρνα σπίτι. Ζεις στον τέταρτο όροφο ενός ωραίου κτιρίου και παρότι τα παράθυρα βλέπουν στο δικαστήριο, ίσως βρεις κάποιο τρόπο να μη μ’ ενοχλήσεις ξανά.»

Το έντομο βομβίζοντας, τόσο αναπάντεχα όσο μια πνευμονική συμφόρηση, εκείνη τη στιγμή έπνιξε το θόρυβο στις ράγες των οποίων το τραμ ήταν μια λιβελλούλα. Η σφήκα, αφού με κοίταξε για μεγάλο χρονικό διάστημα, δίχως αμφιβολία με σκοπό να εκδηλώσει προς εμένα την ειρωνική της έκπληξη, τώρα με πλησίασε και μου είπε στ’ αυτί: «Θα ξαναγυρίσω.» Όντως εξαφανίστηκε και ήμουν ήδη ευχαριστημένος που την είχα ξεφορτωθεί τόσο εύκολα όταν πρόσεξα ότι η Ιδιοφυία του μέρους, συνήθως σε μεγάλη επιφυλακή, έμοιαζε να έχει μια κρίση ιλίγγου και να είναι έτοιμη να πέσει πάνω στους περαστικούς. Αυτό θα μπορούσε μόνο να είναι μια δική μου παραίσθηση, εξαιτίας της μεγάλης ζέστης: ο ήλιος, επιπλέον, μ’ εμπόδισε να διαπιστώσω ότι υπήρχε επίσης μια ξαφνική μετάδοση φυσικών δυνάμεων, γιατί ήταν σαν ένα μακρύ φύλλο που τρέμει στον άνεμο, και χρειαζόταν μόνο να κλείσω τα μάτια για ν’ ακούσω τους κόκκους της άμμου να τραγουδάνε.

Η σφήκα, της οποίας το πλησίασμα μ’ έκανε να νιώσω πολύ άβολα (οι άνθρωποι γι’ αρκετές μέρες μιλούσαν για τα κατορθώματα μυστηριωδών κεντριών που δεν σέβονταν ούτε τη δροσιά του υπόγειου σιδηρόδρομου ούτε τη μοναξιά του δάσους), δεν είχε πει την τελευταία κουβέντα.

Όχι πολύ μακριά από δω, ο Σηκουάνας ανεξήγητα μετέφερε ένα αξιοθαύμαστο γυναικείο κορμί, αν και δεν είχε ούτε κεφάλι ούτε άκρα, και μερικοί αλήτες που το είχαν βρει όχι πολύ πριν ισχυρίζονταν ότι αυτό το κορμί ήταν ένα ανέπαφο σώμα, ένα σώμα όπως κανείς δεν είχε ξαναδεί, που ποτέ πριν δεν είχε χαϊδευτεί. Η αστυνομία, που ήταν εξουθενωμένη, ήταν βαθιά συγκινημένη, αλλά καθώς η βάρκα που είχε χρησιμοποιηθεί για να κυνηγήσει τη νέα Εύα δεν ξαναγύρισε, ματαίωσαν μια δεύτερη πιο ακριβή εκστρατεία, και υπήρξε μια ανεξακρίβωτη αναφορά ότι τα όμορφα παλλόμενα λευκά στήθια δεν ανήκαν ποτέ σε ζωντανό πλάσμα του είδους που ακόμη στοιχειώνει τις επιθυμίες μας. Ήταν πέρα από τις επιθυμίες μας, σαν φλόγες, και ήταν η πρώτη μέρα της γυναικείας εποχής της φωτιάς, απλά μια 21η Μαρτίου με χιόνι και πέρλες.


Κείμενο: André Breton/ Manifeste du Surréalisme/ Poisson Soluble.

Πίνακας: Max Ernst/ The Blessed Virgin Chastising the Infant Jesus.

17/08/2009

Πλάτωνος Πολιτεία

Το να πει κάποιος στην εποχή μας ότι είναι αριστοκρατικός, με την έννοια ενός οπαδού της αριστοκρατίας, θα χαρακτηριστεί είτε ως γραφικός ή ως φασίστας. Η έννοια της αριστοκρατίας ως πολίτευμα όπως επίσης και η έννοια της δημοκρατίας ήταν σαφώς διαμορφωμένες την εποχή του Πλάτωνα. Άλλωστε από εκείνη την εποχή αυτές η έννοιες κατάγονται. Βέβαια από την εποχή του Πλάτωνα μέχρι τη δική μας εποχή οι συνθήκες έχουν αλλάξει όπως έχει αλλάξει ο τρόπος ζωής και σκέψης των σύγχρονων ανθρώπων. Αυτή η αλλαγή όμως, είναι αλήθεια, δεν έχει γίνει ούτε εκ βαθέων ούτε σε τόσο μεγάλο βαθμό. Η Πολιτεία του Πλάτωνα παραμένει έτσι όχι μόνο μια πηγή αναφοράς διαμέσου της ιστορίας, αλλά επιπλέον επίκαιρη όσο ποτέ.

Η Πολιτεία του Πλάτωνα, την οποία θα μπορούσαμε κάλλιστα να ονομάσουμε Ουτοπία του Πλάτωνα, αναφέρεται σε ένα τέλειο πολίτευμα. Ο Πλάτωνας αναλύει τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί. Αναφέρεται πρώτα στις έννοιες του πλούτου, της δικαιοσύνης, του ατόμου, του κράτους, της εκπαίδευσης, και στη συνέχεια αναφέρεται στα πέντε είδη πολιτεύματος που συνολικά θα μπορούσαν να υπάρξουν. Σε αυτά τα πέντε είδη πολιτεύματος στα οποία αναφέρεται ο Πλάτωνας θα ήθελα να σταθώ.

Το πρώτο πολίτευμα στο οποίο αναφέρεται είναι η αριστοκρατία. Την ταυτίζει με τη βασιλεία, όταν την εξουσία ασκεί ένας. Ο ίδιος ο Πλάτων συντάσσεται στην πλευρά αυτού του πολιτεύματος, το οποίο το θεωρεί και το ιδανικό πολίτευμα. Βλέπουμε δηλαδή από πόσο παλιά έχει ξεκινήσει αυτή η διαμάχη ανάμεσα στους «αριστοκρατικούς» και στους «δημοκρατικούς.» Το βλέπουμε άραγε να ξανασυμβαίνει στη σύγχρονη Αμερική; Ας αφήσουμε όμως προς στιγμή τον ίδιο τον Πλάτωνα να ξεδιπλώσει τις απόψεις του και να μας δώσει ένα στίγμα της δικής του εποχής. Λέει λοιπόν για τα υπόλοιπα τέσσερα είδη πολιτεύματος:

«Εύκολα, σε αυτήν την ερώτηση, μπορώ να απαντήσω: Πρώτο (πολίτευμα) είναι αυτό των Κρητών και των Λακώνων (παρακάτω το ονομάζει τιμοκρατία). Δεύτερο, η ολιγαρχία, που συχνά γεμίζει την πολιτεία με δεινά. Τρίτο, η δημοκρατία. Τέταρτο και «έσχατο πόλεως νόσημα,» η τυραννία. Δεν γνωρίζω κάποιο άλλο είδος πολιτεύματος που να έχει διακριτό χαρακτήρα. Υπάρχουν δυναστείες και πληρωμένες βασιλείες που βρίσκονται ίσα μεταξύ των Ελλήνων και των βαρβάρων.»

Στη συνέχεια ο Πλάτωνας αναλύει τη διαδοχή μεταξύ των πέντε πολιτευμάτων, πώς δηλαδή από την αριστοκρατία επέρχεται ο «εκφυλισμός» διαδοχικά στην τιμοκρατία, την ολιγαρχία, τη δημοκρατία και τέλος την τυραννία.

Το πέρασμα από την αριστοκρατία στην τιμοκρατία (εκεί δηλαδή που βασιλεύει η τιμή ως ηθική αξία, π.χ. στην αρχαία Κρήτη και στην αρχαία Σπάρτη), λαμβάνει χώρα μέσω της διάσπασης της (αριστοκρατικής) κυβέρνησης. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον εδώ ότι ο Πλάτωνας στη μετάβαση από την αριστοκρατία στην τιμοκρατία αποδίδει μια πλήρως μεταφυσική αιτία. Δείτε τα λόγια του ίδιου:

«… Αλλά βλέποντας πως οτιδήποτε έχει μιαν αρχή έχει κι ένα τέλος, ακόμη κι ένα πολίτευμα σαν το δικό μας δεν θα διαρκέσει για πάντα, αλλά με το χρόνο θα αποδιοργανωθεί. Και αυτή είναι η αποδιοργάνωση: Στα φυτά που φυτρώνουν στο έδαφος, καθώς και στα ζώα που κινούνται στην επιφάνεια της γης, η γονιμότητα και η στειρότητα της ψυχής και του σώματος συμβαίνουν όταν οι κύκλοι περιφοράς του καθενός είδους ολοκληρώνονται, και οι οποίοι κύκλοι για τις βραχύβιες υπάρξεις είναι σύντομοι και αντιστρόφως.»

Εξεπλάγην προσωπικά με τη δήλωση αυτή του Πλάτωνα. Εντούτοις ο ίδιος ενώ αποδίδει μια πλήρως μεταφυσική εξήγηση στην αποδιοργάνωση του ιδανικού, για εκείνον βεβαίως, αριστοκρατικού πολιτεύματος δίνει καθημερινές, πεζές, «κοινωνιολογικού τύπου» θα λέγαμε, εξηγήσεις για τη μετάβαση μεταξύ των άλλων πολιτευμάτων. Μήπως όμως ο Πλάτων σε εκείνη τη μακρινή εποχή, μέσω της αρχαίας θεωρίας των «κύκλων περιφοράς» ή των σφαιρών, προσπαθούσε να ερμηνεύσει αυτό που σχετίζεται με τη φθορά των πάντων, ζωντανών και άψυχων αντικειμένων, και αυτό που λέμε σήμερα δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο; Τα πολιτεύματα βέβαια είναι έννοιες. Αλλά αν σκεφτούμε πως αυτοί που εφαρμόζουν τα πολιτεύματα είναι άνθρωποι και ότι οι άνθρωποι υπόκεινται στο «νόμο της φθοράς» τότε συνειδητοποιούμε το πόσο κοντά ο Πλάτωνας βρισκόταν στην απόδοση μιας καθαρά σύγχρονης φυσικής εξήγησης στην άνοδο και στην πτώση των πολιτισμών και των πολιτευμάτων!

Αφού ερμηνεύτηκε η μετάβαση από την αριστοκρατία στην τιμοκρατία με αυτόν τον «επιστημολογικό» τρόπο, ο Πλάτωνας στη συνέχεια αναφέρεται στη μετάβαση από την τιμοκρατία στην ολιγαρχία. Με λίγα λόγια μας λέει πως αυτή η μετάβαση γίνεται όταν η έννοια της τιμής ως ηθική αξία του ατόμου παίρνει την έννοια της «τιμής» ως αγοραστική αξία. Η συσσώρευση πλούτου σε θησαυροφυλάκια μεμονωμένων ατόμων διαφθείρει το πολίτευμα της τιμοκρατίας. Αυτά τα άτομα εφευρίσκουν παράνομους τρόπους να ξοδεύουν, καθώς «τι νοιάζει αυτούς ή τις γυναίκες τους;» Μήπως άραγε βλέπουμε εδώ τις ρίζες της γέννησης του σύγχρονου καπιταλισμού; Της σύγχρονης δηλαδή οικονομικής ολιγαρχίας που βάζει την αγοραστική αξία πάνω από την ηθική αξία των πραγμάτων; «Κι έτσι γίνονται ολοένα και πιο πλούσιοι, και όσο περισσότερο σκέφτονται να κάνουν περιουσία τόσο λιγότερο σκέφτονται την αρετή…» Ποια είναι τώρα τα κύρια ελαττώματα του ολιγαρχικού πολιτεύματος; Το πρώτο είναι ότι οι «άριστοι» εκλέγονται σύμφωνα με την οικονομική τους ισχύ. Το δεύτερο είναι η αναπόδραστη διάσπαση σε δύο Κράτη: Αυτό των φτωχών και εκείνο των πλουσίων. Το τρίτο και το χειρότερο από όλα, είναι ότι άνθρωποι που εξαιτίας της πλουτοκρατίας έχουν στερηθεί τελείως την περιουσία τους, περιφέρονται στους δρόμους ως ζητιάνοι, δίχως εργασία. Εδώ αξίζει τον κόπο να κάνουμε μια σημαντική επισήμανση: Οι φτωχοί στους οποίους αναφέρεται ο Πλάτωνας είναι γόνοι ολιγαρχικών που έχασαν τις περιουσίες τους από άλλους ολιγαρχικούς και για αυτό είναι έτοιμοι με κάθε μέσο να ξαναπάρουν τις περιουσίες τους πίσω. Σημεία άραγε των καπιταλιστικών καιρών μας στους σύγχρονους πόλεμους των δρόμων;

Το πέρασμα από την ολιγαρχία στη δημοκρατία: Η ευρεία οικονομική εξαθλίωση που δημιουργείται εξαιτίας της συγκέντρωσης του πλούτου στα χέρια των λίγων, κάνει τους πολλούς να εξεγερθούν. Η δημοκρατία έτσι επιβάλλεται είτε με τη βία είτε με τη φυγή των ολιγαρχικών. Στη συνέχεια στην πολιτεία δίνονται ίσες εξουσίες σε όλα τα μέλη και οι εκπρόσωποί της εκλέγονται με ψήφο. Πώς όμως σταδιακά εκφυλίζεται μια δημοκρατία; Μας λέει ο Πλάτωνας επαυτού:

«Στην αρχή, πόσο ελεύθεροι είναι. Και πόσο η πόλη είναι γεμάτη από ελευθερία και ειλικρίνεια- ένας άνθρωπος δεν μπορεί να πει και να κάνει ό,τι θέλει;… Αυτό, λοιπόν, μοιάζει να είναι το δικαιότερο των πολιτευμάτων, σαν φόρεμα στολισμένο με κάθε λογής άνθος… Χάρη στην ελευθερία που βασιλεύει εκεί… αυτός που θέλει να φτιάξει μια πολιτεία… πρέπει να πάει σε μια δημοκρατία όπως θα πήγαινε σε ένα παζάρι στο οποίο πουλάνε πολιτεύματα, και να διαλέξει αυτό που του ταιριάζει…Και δεν είναι άραγε η ανθρωπιά τους για τον καταδικασμένο σε κάποιες περιπτώσεις χαριτωμένη; Δεν έχεις προσέξει πώς, σε μια δημοκρατία, πολλά άτομα, παρότι έχουν καταδικαστεί σε θάνατο ή σε εξορία, απλώς μένουν εκεί που ήταν και συνεχίζουν να περπατάν ελεύθεροι- ο κύριος παρελαύνει σαν ήρωας, και κανείς δεν βλέπει ούτε και ενδιαφέρεται;». Τέτοια λέει ο Πλάτωνας για τη δημοκρατία μεταξύ αστείου και σοβαρού, για το γλυκό πολίτευμα, το άναρχο και ποικίλο που μεταχειρίζεται «ἴσοις τε καὶ ἀνίσοις ὁμοίως.»

Και καταυτόν τον τρόπο στρώνεται σταδιακά το έδαφος για την τυραννία, αφού καταυτόν έχει δημοκρατική προέλευση. Γιατί όπως την ολιγαρχία διαφθείρει ο πλούτος, τη δημοκρατία διαφθείρει η ελευθερία: «Όταν μια δημοκρατία που διψάει για ελευθερία έχει κακούς οινοχόους που επιβλέπουν τη γιορτή, και έχει πιει τόσο πολύ από το δυνατό κρασί της ελευθερίας, τότε, αν δεν είναι οι άρχοντές της γενναιόδωροι να παρέχουν άφθονη την ελευθερία, τους καθιστά υπαίτιους και τους αποκαλεί μιαρούς και ολιγαρχικούς… Και έννομοι πολίτες προσβάλλονται από τους σκλάβους… θα έχει υποτελείς σαν άρχοντες, και άρχοντες σαν αφεντικά… Τώρα, σε μια τέτοια πολιτεία, μπορεί η ελευθερία να έχει όριο αναφοράς;» Ο Πλάτωνας βέβαια για τα σημερινά δεδομένα το «παρατραβάει,» καθώς αναφέρει πως «το ύστατο άκρο της λαϊκής ελευθερίας είναι όταν ο σκλάβος που αποκτήθηκε με χρήματα, είτε άντρας ή γυναίκα, είναι εξίσου ελεύθερος με τον αγοραστή του. Ούτε πρέπει να ξεχάσω να πω για την ελευθερία των δύο φύλλων σε σχέση του ενός με το άλλο.» Βλέπετε όμως πως αυτά τα «ακραία» ζητήματα είχαν ήδη τεθεί από εκείνην κιόλας την εποχή, ενώ σε άλλες κοινωνίες, ακόμη και σύγχρονες, ούτε καν σηκώνουν συζήτηση.

Η ακραία ελευθερία λοιπόν, με μια λέξη η ασυδοσία, είναι αυτό που οδηγεί από τη δημοκρατία στην τυραννία: «Η καταστροφή της ολιγαρχίας είναι και καταστροφή της δημοκρατίας. Η ίδια αρρώστια σε μεγαλύτερο και εντονότερο βαθμό μεγεθυμένη από την ελευθερία επικυριαρχεί στη δημοκρατία- η αλήθεια είναι ότι η υπερβολική αύξηση σε οτιδήποτε συχνά προκαλεί μιαν αντίδραση στην αντίθετη κατεύθυνση. Και αυτό ισχύει όχι μόνο για τις εποχές και για τις ζωές των φυτών και των ζώων, αλλά πάνω απ’ όλα για τα είδη των πολιτευμάτων.» Έτσι λοιπόν η ακραία μορφή της δουλείας, η τυραννία, γεννιέται μέσα από την ακραία μορφή ελευθερίας. Η ασυδοσία και η αταξία οδηγούν στην αποδιοργάνωση της δημοκρατίας, οπότε και εμφανίζεται ο τύραννος, ως προστάτης των πολλών, ο οποίος εξοντώνει με κάθε μέσο τους εναπομείναντες πλουτοκράτες και τους όποιους εχθρούς του και γίνεται ο απόλυτος κυρίαρχος των πάντων.

Εδώ ο Πλάτων τελειώνει την ανάλυσή του για τα πέντε είδη πολιτεύματος. Στη συνέχεια κάνει μια διαφορετικού τύπου ανάλυση, όπου ψάχνει την αντιστοιχία ανάμεσα σε αυτά και στα θεμελιώδη είδη της ανθρώπινης ψυχής, με το σκεπτικό ότι όποιος είναι ο ανθρώπινος χαρακτήρας το ίδιο θα είναι και το πολίτευμα το οποίο ασπάζεται και εφαρμόζει. Αυτό είναι μάλλον θέμα μιας άλλης συζήτησης, γιατί κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει κάποιος «ιερός» αριθμός που να εκφράζει το πλήθος των πιθανών πολιτευμάτων, τα οποία προφανώς και είναι άπειρα. Θα μπορούσαμε ωστόσο να αναγνωρίσουμε κάποιους θεμελιώδεις κανόνες σε σχέση με την προηγούμενη ανάλυση του Πλάτωνα: Πρώτον η αριστοκρατία, η τιμοκρατία και η ολιγαρχία είναι λίγο πολύ το ίδιο πολίτευμα. Η αριστοκρατία ως γνωστόν είναι μια οικονομική μειοψηφία, επομένως είναι ολιγαρχία. Η ολιγαρχία από την άλλη μεριά αρέσκεται σε «αριστοκρατικές» συνήθειες, επομένως και η ολιγαρχία είναι αριστοκρατία. Η τιμοκρατία ή τιμαρχία από τη δική της σκοπιά είναι θα λέγαμε το πολίτευμα της τιμής των όπλων, ένα λίγο πολύ «πρωτόγονο» στρατοκρατικό καθεστώς. Αν αναλογιστούμε όμως πως σε όλα τα αριστοκρατικά καθεστώτα του παρελθόντος οι αριστοκράτες ήταν και αξιωματικοί του στρατού, άνθρωποι δηλαδή της τιμής των όπλων, η τιμοκρατία συγχωνεύεται με την αριστοκρατία. Παρομοίως συγχωνεύεται και η μοναρχία ως «ενός ανδρός ολιγαρχία.»Αυτά τα είδη πολιτεύματος θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε «κλασσικά» ή παλαιού τύπου πολιτεύματα. Από την άλλη μεριά, σαν ένα λαμπερό διαμάντι μέσα στην άβυσσο στέκεται η δημοκρατία. Είναι αλήθεια ότι οι δημοκρατίες πάλεψαν και μάτωσαν για να εγκαθιδρύσουν τη θέση τους στις σύγχρονες κοινωνίες. Στην πραγματικότητα η τυραννία, στην οποία αναφέρεται και ο Πλάτωνας, είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στου παλιού τύπου ολιγαρχικά καθεστώτα και στη δημοκρατία. Αυτό συνέβη στην Αρχαία Αθήνα, το ίδιο συνέβη και στη Γαλλική επανάσταση και στην Οκτωβριανή επανάσταση: Τους αριστοκράτες διαδέχτηκε ένας «τύραννος» (τι Πεισίστρατος, τι Ναπολέοντας, τι Στάλιν) με την υποστήριξη του λαού, ο οποίος έδωσε στη συνέχεια τη θέση του στη δημοκρατία. Ίσως έτσι να δημιουργείται κάθε φορά μια νέα αριστοκρατία σε έναν αέναο κύκλο, χωρίς να μπορεί να αποδειχτεί αν πρόκειται για πρόοδο ή οπισθοδρόμηση. Αυτό που πάντως έχει σημασία, κατά τη γνώμη μου, στη σύγχρονη εποχή είναι η ολοκλήρωση της δημοκρατίας. Η τεχνολογία, η επιστήμη, το ίντερνετ, μπορούν να θέσουν τα θεμέλια για μία πραγματικά ισότιμη και παγκοσμιοποιημένη (με τη θετική έννοια κοινωνία), αρκεί να υπάρξει μια όσο το δυνατό πιο δίκαιη αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου. Σε ότι αφορά το πέρασμα σε μια μελλοντική ιδανική Πολιτεία, αυτό είναι προφανώς μια άλλη ιστορία….



Φωτoγραφία του post:
Απόσπασμα από την Πολιτεία, όπου ο Πλάτων αναλύει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ιδανική Πολιτεία αποδιοργανώνεται, μέσω "φυσικών νόμων."


Σύνδεσμοι:
Το κείμενο στα Αρχαία Ελληνικά
Τo κείμενο στα αγγλικά

13/08/2009

Ο χορός των μελισσών


α. Κυκλικός χορός (Round dance) β. Παλμικός χορός σχήματος «Οκτώ» (Tail-wagging dance)

Εικ. 1 Τροχιά της μέλισσας (α) κατά τη διάρκεια του κυκλικού χορού και (β) κατά τη διάρκεια του παλμικού χορού σχήματος οχτώ. Μέλισσες που ακολουθούν τη χορεύτρια παίρνουν την πληροφορία.

"Περίπου 60 χρόνια πριν, πολλοί βιολόγοι θεωρούσαν ότι οι μέλισσες και άλλα έντομα είχαν αχρωματοψία. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Γιατί τα έντονα χρώματα των λουλουδιών μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο σαν μια προσαρμογή σε επικονιαστές ευαίσθητους στα χρώματα. Αυτή ήταν η αρχή πειραμάτων για την αίσθηση των χρωμάτων στις μέλισσες . Σε ένα υπαίθριο τραπέζι τοποθέτησα ένα χρωματισμένο χαρτί μεταξύ άλλων χαρτιών που ήταν χρωματισμένα με διαφορετικές αποχρώσεις του γκρι και πάνω στο χρωματισμένο χαρτί τοποθέτησα έναν μικρό γυάλινο πιάτο γεμάτο με σιρόπι ζάχαρης. Μέλισσες από μια κοντινή κυψέλη μπορούσαν να εκπαιδευθούν να αναγνωρίζουν αυτό το χρώμα και έδειξαν την ικανότητα να το ξεχωρίζουν από τις αποχρώσεις του γκρι. Για να αποτρέψω μια πολύ μεγάλη συγκέντρωση μελισσών, καθιέρωσα διαλείμματα μεταξύ των τροφοδοτήσεων. Μετά από αυτά τα διαλείμματα, μόνο σποραδικές μέλισσες ανιχνεύτριες έρχονταν στο άδειο πιάτο και πέταγαν πίσω στην κυψέλη. Το τραπέζι παρέμενε εγκαταλειμμένο. Εάν μια ανιχνεύτρια, εντούτοις, έβρισκε το πιάτο γεμάτο και γυρνούσε στην κυψέλη με σιρόπι, μέσα σε λίγα λεπτά ολόκληρη η ομάδα των συλλεκτριών είχε επιστρέψει στο τραπέζι... "

Αυτά έλεγε ο Von Frisch, αυτός ο πρωτοπόρος και σοφός ερευνητής της ζωής των μελισσών. Αυτό όμως που τον έκανε διάσημο, καθώς και όσο ποτέ άλλοτε ευτυχισμένο, ήταν η ανακάλυψή του για τους χορούς των μελισσών. Οι μέλισσες εκτελούν χορούς με τους οποίους υποδεικνύουν τη θέση της τροφής στις υπόλοιπες μέλισσες. Οι χοροί αυτοί γίνονται μέσα στην κυψέλη. Όταν η τροφή βρίσκεται σε μικρές αποστάσεις (50 μέτρα ή λιγότερα), ο χορός είναι κυκλικός. Όταν η απόσταση της τροφής είναι μεγαλύτερη (περισσότερο από 50 μέτρα), οι μέλισσες εκτελούν έναν χορό σχήματος οκτώ διαγράφοντας επιπλέον ένα ευθύγραμμο τμήμα διαμέσου του "οχτώ", δονώντας επίμονα το σώμα τους (δείτε την Εικ.1 του post). Οι μέλισσες όμως δείχνουν με το χορό όχι μόνο την απόσταση αλλά και την κατεύθυνση της τροφής, από τη γωνία που σχηματίζεται ανάμεσα στο ευθύγραμμο τμήμα του χορού -"οχτώ" και τη θέση του ήλιου. Εφόσον όμως ο ήλιος αλλάζει θέση στον ουρανό, πώς μπορούν οι μέλισσες να δείχνουν τη σωστή κατεύθυνση; Περί αυτού, μας λέει ο Von Frisch:

"Ο παλμικός χορός όχι μόνο δείχνει την απόσταση αλλά δίνει και την κατεύθυνση προς το στόχο. Στην κυψέλη παρατήρησης, οι μέλισσες που έρχονται από το ίδιο μέρος συλλογής εκτελούν την παλμική κίνηση στην ίδια κατεύθυνση, ενώ αυτά τα ευθύγραμμα τμήματα έχουν διαφορετική κατεύθυνση όταν εκτελούνται από μέλισσες που επιστρέφουν από άλλες κατευθύνσεις. Εντούτοις, η κατεύθυνση των παλμικών αυτών ευθύγραμμων τμημάτων των μελισσών που έρχονται από την ίδια θέση σίτισης δεν παραμένει σταθερή. Καθώς η ημέρα προχωράει η κατεύθυνση αλλάζει σύμφωνα με την ίδια γωνία που διένυσε ο ήλιος στο μεταξύ, αλλά με αντίθετη φορά. Έτσι, η χορεύτρια δείχνει στις άλλες μέλισσες την κατεύθυνση προς το στόχο σε σχέση με τη θέση του ήλιου. Εκείνες οι στιγμές στην κυψέλη παρατήρησης όταν οι μέλισσες μου αποκάλυψαν αυτό το μυστικό παραμένουν αξέχαστες. Το συναρπαστικό είναι ότι η γωνία μεταξύ της θέσης του ήλιου και της πορείας της συλλέκτριας σε σχέση με το στόχο γίνεται μέσα στο σκοτάδι της κυψέλης, στην κάθετη επιφάνεια της κηρήθρας, κι εκφράζεται ως γωνιακή μετατόπιση σε σχέση με την κατακόρυφο. Η μέλισσα μεταθέτει έτσι τη γωνία σε μια διαφορετική περιοχή της αισθητηριακής αντίληψης." Η παρακάτω εικόνα μας δείχνει το πώς συμβαίνει αυτό:


Υπόδειξη της απόστασης με το χορό- οχτώ. (Αριστερά,) ο στόχος είναι στην ίδια κατεύθυνση με τον ήλιο. (Δεξιά,) ο στόχος βρίσκεται 40 μοίρες προς τα αριστερά σε σχέση με τη θέση του ήλιου. Σχεδιαγράμματα των χορών, μεγεθυμένα, βρίσκονται στο κάτω αριστερό μέρος της εικόνας.

Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ. Τι κάνουν άραγε οι μέλισσες όταν έχει συννεφιά ή όταν ο ήλιος, λίγο πριν τη δύση, έχει κρυφτεί πίσω από τα βουνά; Πώς προσανατολίζουν τους χορούς τους σε σχέση με τον "αόρατο" σε αυτές τις περιπτώσεις ήλιο; Παρότι εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε καμία αντίληψη του πολωμένου φωτός, οι μέλισσες το βλέπουν! Το ηλιακό φως είναι πολωμένο, που σημαίνει ότι η διεύθυνση του ηλεκτρομαγνητικού κύματος του φωτός (επίσημα η διεύθυνση της ηλεκτρικής συνιστώσας του πεδίου) σχηματίζει γωνία με τη διεύθυνση της διάδοσης του κύματος. Να λοιπόν τι μας λέει ο Von Frisch για τις εκπληκτικές του ανακαλύψεις πάνω στο θέμα:

"Ας επιστρέψουμε τώρα στις δικές μας μέλισσες και στην παρατήρηση των χορών σε μια οριζόντια κυψέλη. Δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι η θέση του ήλιου παίζει αποφασιστικό ρόλο στην κατεύθυνση του χορού τους. Ο ήλιος μπορεί να αντικατασταθεί από μια λάμπα σε μια σκοτεινή σκηνή. Αλλάζοντας τη θέση της λάμπας, οι μέλισσες αναγκάζονται να χορεύουν σε οποιαδήποτε επιθυμητή κατεύθυνση. Αλλά υπήρχε ένας μεγάλος γρίφος. Για να αποφευκτεί η υπερθέρμανση κατά τη διάρκεια των περισσότερων πειραμάτων, μια προστατευτική στέγη τοποθετήθηκε πάνω από την κυψέλη παρατήρησης. Οι χορεύτριες δεν μπορούσαν να δουν τον ήλιο. Εντούτοις ο χορός τους ήταν συνήθως σωστός. Ο προσανατολισμός από θερμική υπέρυθρη ακτινοβολία, από διεισδύουσα υπεριώδη ακτινοβολία, καθώς και άλλες εξηγήσεις φαίνονταν πιθανές και έπρεπε να βρεθεί τρόπος να αποκλειστούν- εωσότου παρατήρησα ότι ένα οποιοδήποτε μέρος του ουρανού είναι ισοδύναμο κατά μία έννοια με τον ήλιο. Όταν σύννεφα περνούσαν πάνω από το μέρος του ουρανού που έβλεπαν οι μέλισσες, οι χοροί αμέσως αποπροσανατολίζονταν. Επομένως πρέπει να ήταν σε θέση να «διαβάζουν» τη θέση του ήλιου από τον ουρανό. Η κατεύθυνση της πόλωσης του μπλε φωτός διαφέρει σε σχέση με τη θέση του ήλιου σε ολόκληρη την έκταση του ουρανού. Κατά συνέπεια, για κάποιον που μπορεί να αντιληφθεί την κατεύθυνση της δόνησης, ακόμη και ένα σημείο του ουρανού μπορεί να αποκαλύψει τη θέση του ήλιου από την κατεύθυνση της πόλωσης του μπλε χρώματος. Είναι άραγε οι μέλισσες προικισμένες με αυτήν την ικανότητα; Το ακόλουθο πείραμα έδωσε μιαν απάντηση: Η κυψέλη παρατήρησης τοποθετήθηκε οριζόντια μέσα σε μια σκοτεινή σκηνή από όπου οι χορεύτριες είχαν θέα μιας μικρής περιοχής του ουρανού. Χόρευαν σωστά στραμμένες προς τη δύση όπου βρισκόταν η θέση σίτισης 200 μέτρα μακριά. Όταν ένα στρογγυλό, περιστρεφόμενο πολωτικό φίλτρο τοποθετήθηκε πάνω από την κηρήθρα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αλλάξει η κατεύθυνση του πολωμένου φωτός από εκείνο το μέρος του ουρανού, οι μέλισσες συνέχισαν να χορεύουν σωστά. Εάν, ωστόσο, γύριζα το φίλτρο δεξιά ή αριστερά, η κατεύθυνση του χορού των μελισσών άλλαζε προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά και υπό αντίστοιχες τιμές γωνίας. Επομένως, οι μέλισσες μπορούν να αντιληφθούν το πολωμένο φως. Ο ουρανός, που στα μάτια μας φαίνεται σαν ένα ομοιόμορφο μπλε χρώμα, είναι χαρακτηριστικά διαμορφωμένος για τις μέλισσες..."

Η ιστορία μας δεν τελειώνει ούτε εδώ. Ο Von Frisch είχε παρατηρήσει κάτι ακόμη: Οι μέλισσες κάποιες φορές έκαναν λάθος στην εκτίμησή τους για την απόσταση και την κατεύθυνση της τροφής καθώς εκτελούσαν χορούς. Εντούτοις, ο Von Frisch, μαζί με άλλους ερευνητές, διαπίστωσαν ότι συνυπολογίζοντας το μαγνητικό πεδίο της γης, τα λάθη αυτά κανονικοποιούνταν, δηλαδή διορθώνονταν. Σχετικά με την αντίληψη του μαγνητικού πεδίου της γης από τις μέλισσες, μας λέει ο ίδιος:

"Τα τελευταία χρόνια, ένα παλιό και επίμονο ερώτημα άνοιξε ένα νέο πεδίο εργασίας για τους ερευνητές των μελισσών. Στη συζήτηση για την υπόδειξη της κατεύθυνσης, κράτησα ένα μυστικό. Οι χορεύτριες δεν έδειχναν πάντα σωστά τις πηγές τροφής. Κάποιες ώρες απέκλιναν χαρακτηριστικά προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Ωστόσο, καμία ανακρίβεια ή τυχαία παραπλάνηση δεν συνέβαινε. Τα λάθη ήταν συνεπή και, όταν καταγράφονταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, ο χρόνος έδινε πάλι τις ίδιες καμπύλες για μια τυπική ημερήσια ρουτίνα. Έτσι μπορούσαν να αντισταθμίσουν, για παράδειγμα, μια διαφορετική θέση της κηρήθρας στο χώρο. Λάθη συνέβαιναν μόνο με τη μετάθεση της γωνίας του χορού. Στους οριζόντιους χορούς δεν υπάρχει «λανθασμένη υπόδειξη της κατεύθυνσης.» Παρατηρήσεις πολλών ετών, που έγιναν από κοινού με το συνάδελφό μου Lindauer, μας οδήγησαν τελικά σε ένα συμπέρασμα που φαινόταν αποδεκτό Εντούτοις, ανασκευάστηκε από τον Lindauer, ο οποίος επέμεινε στα πειράματά του μαζί με το σπουδαστή του H. Martin. Αναγνώρισαν το μαγνητικό πεδίο της γης ως αιτία για τη λανθασμένη ένδειξη της κατεύθυνσης. Αν αυτό καταργηθεί τεχνητά, το λάθος εξαφανίζεται και αλλάζοντας πάλι τεχνητά την κατεύθυνση των μαγνητικών γραμμών, η ένδειξη της κατεύθυνσης άλλαζε αντίστοιχα Η ιδέα ότι το μαγνητικό πεδίο μπορεί να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στο μυστηριώδη προσανατολισμό των ζώων είχε απορριφθεί για πολύ καιρό. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών ωστόσο έχει επιβεβαιωθεί από νέες παρατηρήσεις, ειδικά στα πουλιά και στα έντομα Τίποτα δεν δείχνει μέχρι τώρα ότι οι μέλισσες, στις μεθοδικές και μεγάλων αποστάσεων πτήσεις τους, χρησιμοποιούν το μαγνητικό πεδίο της γης. Απροσδόκητα, εντούτοις, αποδείχθηκε εξίσου σημαντικό βιολογικά αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο. Όταν ένα σμήνος μελισσών χτίζει τις κηρήθρες του σε μια κυψέλη που έχει προετοιμάσει ο μελισσοκόμος, η θέση τους στο χώρο καθορίζεται από τα αναρτημένα ξύλινα πλαίσια. Στη φυσική κατοικία της μέλισσας, όπως η κουφάλα ενός δέντρου για παράδειγμα, δεν υπάρχουν τεχνητά ξύλινα πλαίσια. Ωστόσο, χιλιάδες μέλισσες εργάζονται μαζί, και μέσα σε μια νύχτα πετυχαίνουν να χτίσουν μια κανονική σειρά από παράλληλες κηρήθρες. Κάθε μεμονωμένο έντομο δουλεύει εδώ κι εκεί χωρίς να παίρνει εντολές από κάποιον επιβλέποντα. Οι μέλισσες προσανατολίζονται από το μαγνητικό πεδίο της γης και όλες θυμούνται τη θέση των κηρηθρών όπως ήταν στην παλιά αποικία."

Εδώ ο Von Frisch μας λέει ότι ενώ ακόμη δεν έχει ερευνηθεί επαρκώς η ικανότητα των μελισσών και άλλων ζώων να προσανατολίζονται χάρη στο μαγνητικό πεδίο της γης, ωστόσο υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι κάτι τέτοιο φαίνεται σε κάποιον βαθμό να ισχύει, όπως για παράδειγμα στις μέλισσες κατά την κατασκευή των κηρηθρών τους. Όλοι βεβαίως έχουμε ακούσει τον τελευταίο καιρό ότι οι μάλισσες "χάνονται", χωρίς κανένας επιστήμονας ακόμη να έχει καταφέρει να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση. Αν όμως λάβουμε υπόψη τις παρατηρήσεις του Von Frisch για την ικανότητα προσανατολισμού τους με το μαγνητικό πεδίο, δεν είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι μέλισσες χάνονται ίσως επειδή αποπροσανατολίζονται εξαιτίας των ανθρώπινων ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών; Ο Einstein είχε πει ότι αν οι μέλισσες εξαφανιστούν η ανθρωπότητα θα καταστραφεί. Για μένα προσωπικά που είναι μελισσοκόμος, αν οι μέλισσές μου χαθούν, η ζωή μου δε θα έχει νόημα...





ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


Μπορείτε να βρείτε τις παραπομπές καθώς και να κατεβάσετε το πλήρες κείμενο της διάλεξης του Von Frisch στους παρακάτω συνδέσμους:


Το κείμενο στα αγγλικά.

Το κείμενο στα ελληνικά, σε δική μου μετάφραση.


08/08/2009

Ταό- Το Αρχέτυπο του Τίποτα

Salvador Dali, 'Paranoiac Visage'

Παρότι η σύγχρονη φυσική πιστεύει πως το σύμπαν γεννήθηκε από τη μεγάλη έκρηξη και είναι αβέβαιο το τέλος του, είμαι βέβαιος ότι το σύμπαν είναι μια γιγάντια ταλάντωση. Δεν έχω προφανώς τις αποδείξεις γι αυτό. Είναι απλά μια βαθύτερη διαίσθηση. Η διαίσθηση βέβαια δεν είναι επιστήμη. Η επιστήμη θέλει πείραμα και απόδειξη. Γι αυτό άλλωστε η θεωρία της μεγάλης έκρηξης (Big Bang) είναι τόσο πολύ διαδομένη: Στηρίζεται σε τεκμηριωμένα δεδομένα, που φτάνουν μέχρι και μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου μετά τη μεγάλη έκρηξη. Παρότι επομένως δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε την ισχύ αυτής της θεωρίας, εντούτοις θα πρέπει να διαπιστώσουμε ότι δεν μπορεί να εξηγήσει το τι συνέβαινε τη στιγμή της μεγάλης έκρηξης, πόσο μάλλον πριν από αυτήν. Έτσι, γρήγορα, ξαναγυρίσαμε στο αιώνιο ζητούμενο: το Τίποτα.... Αυτό δηλαδή που προϋπήρχε της μεγάλης έκρηξης και το οποίο θα υπήρχε πάντα. Οι λέξεις όσο και οι διανοητικές ανθρώπινες δυνάμεις εδώ μας εγκαταλείπουν. Ίσως να μην μπορέσουμε ποτέ να προσδιορίσουμε, πόσο μάλλον να εμπειριώσουμε, αυτό το 'Τίποτε', παρότι έχουμε τη μυστηριώδη θέληση και ροπή να το κατανοήσουμε. Σαν αυτό το Τίποτε να βρίσκεται μέσα μας, να μας κατακλύζει κι εμείς, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, να σκύβουμε μέσα στον εαυτό μας να το ακούσουμε, να το νιώσουμε, να το ονειρευτούμε.

Κατά καιρούς έχουν δοθεί διάφορες εξηγήσεις γι αυτό το Τίποτε, μια και όλοι οι πολιτισμοί προσπάθησαν να το προσεγγίσουν. Εδώ θα με απασχολήσει μια ειδική περίπτωση, σε σχέση με το βιβλίο του Jung 'Συγχρονικότητα: Μια μη Αιτιακή Συνδετική Αρχή', που αυτόν τον καιρό έχω μπει στον κόπο να μεταφράσω. Λέει ο ίδιος:

'Στην Κινεζική φιλοσοφία μια από τις παλιότερες και κεντρικότερες ιδέες είναι αυτή του Tao, το οποίο οι Ιησουίτες μετέφρασαν ως «Θεός.» Αλλά αυτό είναι σωστό μόνο για το Δυτικό τρόπο σκέψης. Άλλες μεταφράσεις, όπως «Πρόνοια» και παρόμοιες, είναι απλά υποκατάστατα. Ο Richard Wilhelm το ερμηνεύει έξοχα ως «νόημα».2 Η έννοια του Tao διαπερνά ολόκληρη τη φιλοσοφική σκέψη της Κίνας. Η αιτιότητα καταλαμβάνει αυτήν την κυρίαρχη θέση σε μας, αλλά απέκτησε τη σημασία της μόνο κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων, χάρη στην ισοπεδωτική επιρροή της στατιστικής μεθόδου αφενός και την ασύγκριτη επιτυχία των φυσικών επιστημών αφετέρου, οι οποίες έφεραν τη μεταφυσική άποψη του κόσμου σε ανυποληψία.' Και συνεχίζει:

'Ο Lao-tzu δίνει την ακόλουθη περιγραφή του Tao στο γνωστό του Tao Teh Ching:

Υπάρχει κάτι άμορφο και όμως πλήρες
Που υπήρξε πριν από τον ουρανό και τη γη.
Πόσο ακίνητο! Πόσο κενό!
Εξαρτώμενο από τίποτε, αμετάβλητο,
Διαπερνώντας τα πάντα, αλάνθαστο.
Κάποιος μπορεί να το σκεφτεί σαν τη μητέρα όλων των πραγμάτων
κάτω από τον ουρανό.
Δεν ξέρω το όνομά του,
Αλλά το καλώ «Νόημα.»
Αν έπρεπε να του δώσω ένα όνομα, θα το ονόμαζα «Το Μεγάλο.»'...

...'Βάζουμε τριάντα ακτίνες μαζί και το καλούμε τροχό
Αλλά είναι ο χώρος όπου δεν υπάρχει τίποτα στον οποίο
στηρίζεται η χρησιμότητα του τροχού.
Πλάθουμε τον πηλό για να φτιάξουμε ένα σκεύος
Αλλά είναι στο διάστημα όπου δεν υπάρχει τίποτα από του οποίου
τη χρησιμότητα το σκεύος εξαρτάται.
Βάζουμε πόρτες και παράθυρα για να κάνουμε ένα σπίτι.
Και είναι σε αυτά τα διαστήματα όπου δεν υπάρχει τίποτα που
η χρησιμότητα του σπιτιού εξαρτάται.
Επομένως ακριβώς όπως εκμεταλλευόμαστε αυτό που είναι,
πρέπει να αναγνωρίσουμε τη χρησιμότητα αυτού που δεν είναι.'

Βλέπουμε σε αυτές τις αναφορές ότι το Ταό, αυτό που κάποιοι είπαν Θεό και που θα μπορούσαμε επίσης να το ονομάσουμε Τίποτε, είναι όχι μόνον η προϋπάρχουσα κατάσταση του Σύμπαντος, αλλά και το μέσο χάρη στο οποίο τα πράγματα αποκτάν θέση και αξία. Θα λέγαμε πως είναι ο ίδιος ο 'χώρος' σε μια πρωταρχική, αρχέγονη κατάσταση. Πιο σωστά μια κατάσταση πάνω στην οποία δημιουργήθηκε ο χώρος (και ο χρόνος). Ο ίδιος ο Jung πάντως προτιμάει την ονομασία του Wilhelm και το αποκαλεί 'Νόημα': 'Το «τίποτε» είναι προφανώς το «νόημα» ή ο «σκοπός,» και ονομάζεται Τίποτε επειδή δεν εμφανίζεται στον κόσμο των αισθήσεων, αλλά είναι μόνον ο οργανωτής τους'. Λέει επίσης για τον Wilhelm: 'Ο Wilhelm το περιγράφει σαν «μια οριακή σύλληψη που βρίσκεται στο ύστατο πέρας του κόσμου των φαινομένων.» Μέσα του, τα αντίθετα «ακυρώνονται χωρίς διάκριση,» αλλά είναι ακόμα δυνητικά παρόντα. «Αυτοί οι σπόροι,» συνεχίζει, «οδηγούν σε κάτι που αντιστοιχεί πρώτα στο ορατό, δηλ., κάτι στη φύση μιας εικόνας. Δεύτερον στο ακουστό, δηλ., κάτι στη φύση των λέξεων. Τρίτον στην προέκταση στο διάστημα, δηλ., κάτι με μορφή. Αλλά αυτά τα τρία πράγματα δεν διακρίνονται ούτε προσδιορίζονται με ακρίβεια, είναι μια μη- χωρική και μη- χρονική μονάδα που δεν έχει πάνω και κάτω ή μπρος και πίσω.'

Σε αυτό το σημείο ίσως θα ήταν σκόπιμο να δούμε την άποψη της σύγχρονης φυσικής σχετικά με αυτήν την προϋπάρχουσα κατάσταση, το Τίποτε. Βρήκα στο ίντερνετ ένα κείμενο του Paul Davies, ο οποίος αναφέρει τα εξής:

'Μια προσφιλής τακτική είναι να θεωρήσουμε ότι το σύμπαν δεν είχε μιαν αρχή, ότι υπήρχε σε όλη την αιωνιότητα. Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί επιστημονικοί λόγοι γιατί αυτή η προφανής ιδέα δεν στέκει. Σε ένα αρχικό επίπεδο, δεδομένου ενός άπειρου χρονικού διαστήματος, οτιδήποτε μπορεί να συμβεί θα είχε ήδη συμβεί, γιατί αν μια φυσική διαδικασία είναι πιθανό να συμβεί με μια συγκεκριμένη μη μηδενική πιθανότητα- όσο μικρή κι αν είναι- τότε δεδομένου ενός άπειρου χρονικού διαστήματος η διαδικασία πρέπει να έχει συμβεί, με πιθανότητα ένα. Έτσι μέχρι τώρα το σύμπαν θα είχε φτάσει σε ένα είδος τελικής κατάστασης στην οποία όλες οι πιθανές φυσικές διαδικασίες θα είχαν ολοκληρωθεί. Επιπλέον, δεν εξηγεί κάποιος την ύπαρξη του σύμπαντος θεωρώντας ότι για πάντα υπήρχε... Και πέρα από όλα αυτά, υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι το σύμπαν γεννήθηκε με τη μεγάλη έκρηξη, πριν από περίπου δεκαπέντε δισεκατομμύρια χρόνια...

Το σημαντικό που μας λέει ο Davis εδώ, είναι ότι δεν έχει νόημα να μιλάμε για κάτι πριν από τη δημιουργία του σύμπαντος, γιατί απλά πριν από εκείνη τη στιγμή δεν υπήρξε η έννοια του χρόνου. Αυτό που ονομάζουμε χώρο και χρόνο είναι έννοιες που άρχισαν να υφίστανται από τη στιγμή της μεγάλης έκρηξης. Πώς μπορεί όμως ο χρόνος να αρχίσει 'ξαφνικά' να κυλάει; Ο Davis σε αυτό το σημείο αναφέρει την αιτιότητα, τη σχέση δηλαδή αιτίας και αποτελέσματος, καθώς και πώς η αιτιότητα μπορεί να καταργηθεί στην περίπτωση της κβαντικής φυσικής: 'Όπως ανέφερα, όλα τα παιδιά έχουν μια καλή ιδέα για την έννοια της αιτίας και του αποτελέσματος, και συνήθως η εξήγηση ενός γεγονότος περιλαμβάνει το να βρούμε κάτι που το προκάλεσε. Προκύπτει, ωστόσο, ότι υπάρχουν φυσικά γεγονότα που δεν έχουν καλά καθορισμένες αιτίες αντίθετα με την καθημερινότητα. Αυτά τα γεγονότα ανήκουν σε έναν περίεργο κλάδο της επιστημονικής έρευνας που ονομάζεται κβαντική φυσική... Κυρίως, τα κβαντικά φαινόμενα λαμβάνουν χώρα στο ατομικό επίπεδο. Δεν τα βιώνουμε σε καθημερινό επίπεδο. Στην κλίμακα των ατόμων και των μορίων, οι καθημερινοί κοινοί κανόνες αιτίας και αποτελέσματος αίρονται. Ο κανόνας των φυσικών νόμων αντικαθίσταται από ένα είδος αναρχίας ή χάους, και πράγματα συμβαίνουν αυθόρμητα- για κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Σωματίδια της ύλης μπορούν απλά να ξεπηδήσουν στη ύπαρξη, και έπειτα εξίσου αυθαίρετα να εξαφανιστούν. 'Η ένα σωματίδιο σε ένα μέρος μπορεί ξαφνικά να υλοποιηθεί σε ένα άλλο μέρος, ή να αντιστρέψει τη φορά της κίνησής του...'

Ο Davis, εδώ, ως εκπρόσωπος της φυσικής επιστήμης, μας λέει δύο σημαντικά πράγματα. Πρώτον, ότι η έννοια της αιωνιότητας δεν έχει νόημα, γιατί προϋποθέτει την ύπαρξη του χρόνου και μάλιστα ενός άπειρου χρονικού διαστήματος, οπότε τα πάντα θα είχαν συμβεί. Δεύτερον, ότι ο χρόνος, σε μικροσκοπικό τουλάχιστον επίπεδο, 'δημιουργείται' αυθόρμητα και αναίτια, χωρίς αυτό να παραβιάζει κανέναν φυσικό νόμο. Πώς όμως από την αυθόρμητη γέννηση ενός κβαντικού (μικροσκοπικού) σωματιδίου οδηγούμαστε στην αυθόρμητη γέννηση ενός ολόκληρου σύμπαντος; Αυτό είναι εφικτό για τον απλούστερο λόγο ότι το σύμπαν, σύμφωνα με τη θεωρία πάντα της μεγάλης έκρηξης, στην αρχή της γέννησής του ήταν μικροσκοπικό, επομένως τα κβαντικά φαινόμενα της μη αιτιότητας (δηλ., αυτό της αυθόρμητης 'δημιουργίας') θα μπορούσαν να λάβουν χώρα. Πάντως, προς το τέλος του κειμένου, ο ίδιος ο Davis αναφέρει: 'Ακόμη και με αυτές τις διευκρινήσεις, πολλοί άνθρωποι αισθάνονται εξαπατημένοι. Θέλουν να ρωτήσουν γιατί αυτά τα παράξενα πράγματα συνέβησαν, γιατί υπάρχει σύμπαν, και γιατί αυτό το σύμπαν. Ίσως η επιστήμη δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις. Η επιστήμη είναι καλή στο να μας λέει το πώς, αλλά όχι τόσο καλή στο γιατί. Ίσως δεν υπάρχει κανένα γιατί... Ή ίσως υπάρχει, αλλά κοιτάζουμε το πρόβλημα με λάθος τρόπο... αλλά τουλάχιστον έδωσα μια λογική απάντηση στο ερώτημα με το οποίο ξεκίνησα: Τι συνέβη πριν από τη μεγάλη έκρηξη. Η απάντηση είναι: Τίποτα. (Πηγή)

Τίποτα! Μα για αυτό το τίποτα ξεκινήσαμε την αρχική μας συζήτηση. Το τίποτα που προϋπάρχει, πριν από το χώρο και το χρόνο. Την αρχέγονη κατάσταση, όχι αιώνια, όχι απέραντη, αλλά θεμελιώδη. Το αναγκαίο (ακόμη και ικανό) υπόβαθρο ώστε πάνω του να 'χτιστεί' ένα ή και περισσότερα σύμπαντα. Η ίδια η φυσική, ενώ έχει φτάσει στο επίπεδο να ποσοτικοποιεί το απειροελάχιστο και να αναλύει μη αιτιακές σχέσεις αυθόρμητης γέννησης ή ακαριαίας εμφάνισης και επανεμφάνισης, καταλήγει σε μια τόσο ασήμαντη, όσο και θεμελιώδη έννοια, το Τίποτα. Αν λοιπόν αυτό το Τίποτα είναι άχωρο, άχρονο και αρχετυπικό, τότε ο καταλληλότερος ορισμός που θα μπορούσαμε να του δώσουμε είναι αυτός που δίνει ο Jung, ο οποίος το ερμηνεύει ως 'Νόημα'. Αναφέρει επίσης ότι είμαστε διαποτισμένοι με αυτήν την 'ανυπαρξία', η οποία είναι και υπεύθυνη για τη δημιουργία της τάξης μέσα από το χάος. Αναφέρεται δε και στις ψυχικές συνέπειες του Τίποτε (εν. το Ταό): 'Τα παλιά έπη, λέει Ο Chuang- tzu, έπαιρναν ως αφετηρία μια κατάσταση όταν η ύπαρξη των πραγμάτων δεν είχε ακόμη αρχίσει. Αυτό είναι πράγματι το ύστατο όριο πέρα από το οποίο δεν μπορείς να πας. Η επόμενη υπόθεση ήταν ότι αν και τα πράγματα υπήρχαν δεν είχαν αρχίσει ακόμα να χωρίζονται. Η επόμενη, ότι ενώ τα πράγματα ήταν χωρισμένα κατά μίαν έννοια, η κατάφαση και η άρνηση δεν είχαν ακόμα αρχίσει. Όταν η κατάφαση και η άρνηση άρχισαν να υπάρχουν, το Tao άρχισε να φθίνει. Αφού το Tao έφθισε, μετά ήρθαν οι μονόπλευρες θεωρήσεις.'

Σε αυτό το σημείο δε θα ήθελα να επεκταθώ άλλο στις ερμηνείες του 'Τίποτα' από τον Jung μέσω των αναφορών του στους Κινέζους, αλλά και σε άλλους Δυτικούς στοχαστές των παλιών εποχών. Μπορώ απλά να συνοψίσω τα κύρια και καίρια σημεία σχετικά με την ερμηνεία του 'Ταό', 'Θεού', ή 'Τίποτα', πείτε το όπως προτιμάτε. Πρόκειται για μία κατάσταση η οποία υπάρχει πριν από το χώρο και το χρόνο. Είναι ένα είδος υποβάθρου, πάνω στο οποίο όλα τα πράγματα μπορούν να υπάρξουν. Αυτό το υπόβαθρο, ή μέσο, διαπερνά τα πάντα, τα οποία έχουν μια 'λανθάνουσα' ή ασυνείδητη γνώση του. Μπορεί να παράγει όλα τα αυθόρμητα φαινόμενα, μια δημιουργία εκ του μηδενός, σε επίπεδο μικροσκοπικής ύλης, όσο και σε επίπεδο ανθρώπινης ψυχής. Τα συγχρονιστικά φαινόμενα στα οποία αναφέρεται ο Jung έχουν τη βάση τους σε αυτό το Αρχέτυπο, το 'Τίποτα', ή 'Υπόβαθρο' όπως το είπα. Θα μπορούσα να αναφερθώ και στη θεωρία του David Bohm σχετικά με αυτό το ελλοχεύον υπόβαθρο ή τάξη, αλλά αυτό θα γίνει στο μέλλον, όταν θα καταπιαστώ με τη μετάφραση εκείνου του βιβλίου! Είναι πάντως σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτή η Αρχέγονη Κατάσταση, από την οποία δημιουργήθηκε ο χώρος και ο χρόνος, δεν είναι 'Νεκρή'. Χρησιμεύει ακόμη ως ένα είδος Κοσμικού Υποβάθρου όπου πάνω και διαμέσου διεκπεραιώνονται όλες οι φυσικές διεργασίες, ενώ, καθώς φαίνεται, παράλληλα με αυτές, δημιουργείται κάποιο είδος σύνδεσης μεταξύ των ίδιων διαδικασιών και με έναν τρόπο μη αιτιακό και μη τοπικό, δηλαδή χωρίς μετάδοση ενέργειας (πληροφορίας) και χωρίς κάποιον χωρικό ή χρονικό περιορισμό. Θα επισημάνω μόνον την περίπτωση της Κβαντικής Σύζευξης, ένα φαινόμενο το οποίο άνοιξε διάπλατα της πύλες του Θαύματος στη σύγχρονη επιστήμη. Σε ό,τι αφορά την κβαντική φυσική, όλα τα 'παράξενα' φαινόμενα (π.χ. αυθόρμητη γέννηση, αλληλοεπικάλυψη, τηλεμεταφορά) λαμβάνουν χώρα στο μικρόκοσμο. Ποιο είναι το πέρασμα ώστε τα ίδια φαινόμενα να συμβαίνουν και στην καθημερινή μακροσκοπική μας πραγματικότητα δεν είναι ακόμη γνωστό (δεν είμαστε ακόμη σίγουροι αν μπορούν να συμβούν τέτοια φαινόμενα στο μακρόκοσμο και με ποιες προϋποθέσεις). Πάντως, όσο κι αν φαίνεται ασήμαντο ή οξύμωρο, το Τίποτα είναι Κάτι, και μάλιστα τόσο ενδιαφέρον και σημαντικό, ώστε όλη η Δημιουργία να πηγάζει και να βασίζεται πάνω του.



Υ.Σ. Αποφάσισα να 'στολίσω' τo post με το συγκεκριμένο πίνακα του Dali . Το Τίποτε εδώ ανασυντίθεται σ' ένα ανθρώπινο πρόσωπο το οποίο αποτελείται από άλλους ανθρώπους, από ανθρώπινα αντικείμενα και από το φυσικό τοπίο. Αυτού του είδους ο υβριδισμός στην τέχνη είναι αρκετά διαδεδομένος, και υπονοεί σε καλλιτεχνικό επίπεδο αυτό που σε φιλοσοφικό ή επιστημονικό επίπεδο θα ονομάζαμε 'Το Ένα σε Όλα'. Δεν είναι άραγε αλήθεια πως όλα όσα ξέρουμε για τον κόσμο βρίσκονται ως παραστάσεις στη συνείδησή μας; Μήπως όμως υπάρχουν και άλλα πράγματα, ακόμη περισσότερα, που βρίσκονται κρυμμένα στο βαθύτερο επίπεδο του ασυνείδητου, τα οποία η συνείδησή μας διακρίνει και επιλέγει ως δική μας πραγματικότητα; Αν αυτό συμβαίνει, τότε μπορούμε να πούμε ότι μέσα μας έχουμε μιαν ενστικτώδη γνώση της ίδιας διαδικασίας με την οποία δημιουργούνται τα φαινόμενα και υλοποιούνται τα αντικείμενα σε επίπεδο φυσικής πραγματικότητας. Σε αυτήν την περίπτωση ο αυριανός κόσμος, ο οποίος θα κατέχει τη γνώση αυτών των διαδικασιών, ίσως να μην απέχει καθόλου από τον κόσμο της πιο τρελής τωρινής μας φαντασίας.

21/07/2009

Περί Γιγάντων και Νάνων


Robert Wadlow compared to his father, Harold Franklin Wadlow

Από κάποιους έχω ακούσει ότι την εποχή των δεινοσαύρων υπήρχαν γιγάντιοι άνθρωποι. Γι' αυτό λέω πως η ηλιθιότητα είναι (και θα παραμείνει δυστυχώς) το αφθονότερο στοιχείο στο σύμπαν. Οι δεινόσαυροι έζησαν πριν από 80.000.000 χρόνια. Τότε όχι μόνον άνθρωποι δεν υπήρχαν, αλλά μόλις που είχαν εμφανιστεί τα πρώτα (ερπετοειδή ακόμη) θηλαστικά. Επομένως τίθεται πρώτα απ' όλα ένα ζήτημα χρονικής κλίμακας. Δεύτερον τίθεται ένα ζήτημα αιτιακής αλυσίδας των γεγονότων. Γιατί παρότι δεν πιστεύω πως η εξέλιξη ήταν μια τελείως τυχαία διαδικασία, εντούτοις δεν μπορεί να υπήρξαν άνθρωποι πριν από τις σαύρες.

Ωστόσο, υπήρξε, όχι πολύ παλιά, μία περίοδος γιγαντισμού. Αναζητώντας περισσότερα στοιχεία για αυτήν την εποχή στο γήινο παρελθόν, πρώτα απ' όλα αναζήτησα τα μαμούθ.

Το παραπάνω δείγμα χρονολογείται από την πρώιμη πλειόκαινη περίοδο έως τη μέση πλειστόκαινη περίοδο (5.000.000 - 125.000 χρόνια πριν.) Προφανώς η χρονολογική απόκλιση είναι τεράστια. Αξίζει πάντως να αναφέρουμε τα εξής: Η πλειστόκαινη περίοδος έληξε μόλις το 11700 προ παρόντος, όπου και εγκαινιάστηκε η λεγόμενη ολόκαινη περίοδος. Κατά τη διάρκεια της πλειστόκαινης (1.800.000- 11.700 χρόνια πριν) αναπτύχθηκε το επαναλαμβανόμενο φαινόμενο των παγετώνων. Χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν η παγοκάλυψη σε βόρεια κλίματα π.χ. μέχρι και τον 30 ίσως παράλληλο και από την άλλη μεριά οι έρημοι και σαβάνες ήταν μεγαλύτερες από σήμερα. Ωστόσο, στα όρια των παγετώνων σχηματίστηκαν μεγάλες λίμνες, καθώς και τα ποτάμια της περιόδου ήταν μεγαλύτερα. Και παρότι οι βροχές εκείνης της περιόδου θα ήταν λιγότερες (λόγω του εγκλωβισμού των υδρατμών από τους παγετώνες), στις περιοχές των λιμνών, στις παραποτάμιες περιοχές, καθώς και στις εκτεταμένες σαβάνες, η βλάστηση εκεί θα ήταν οργιαστική, για να συντηρεί άλλωστε τα γιγάντια ζώα της εποχής.

Τι συμβαίνει όμως με τον ('σύγχρονο') άνθρωπο την ίδια περίοδο; Το γένος Homo εξελίχθηκε πριν από περίπου 2,5 εκατομμύρια χρόνια (κατά την πλειστόκαινη) από τον Homo Habilis, το πρώτο διακριτό είδος μεταξύ των Hominids (που ανήκουν και οι πίθηκοι).


Homo Habilis

Στα μέσα της πλειστόκαινης περιόδου, σε μια μεσοπαγετώδη περίοδο, πριν από περίπου 250.000 χρόνια ο Homo Sapiens (εμείς) διαδέχθηκε τον Homo Erectus (ή τον Homo Ergaster)

Homo Erectus


Τα μαμούθ, καθώς και τα άλλα μεγάλα θηλαστικά και ζώα της εποχής εξαφανίστηκαν μόλις πριν από 10000 χρόνια, αν και μικροί πληθυσμοί επέζησαν στην Αλάσκα μέχρι το 3,750 π.Χ. Να λάβουμε υπόψιν επίσης ότι όχι μόνον ο σύγχρονος άνθρωπος έζησε για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια παρέα με τέτοια γιγάντια πλάσματα, αλλά και με άλλα είδη του γένους Homo, τα οποία εξαφανίστηκαν.


Αξίζει να αναφέρουμε εδώ πως και η ορθόδοξη ανθρωπολογία δεν είναι αλάνθαστη. Θέλω να πω μ' αυτό ότι οι αναπαραστάσεις των πρώτων ανθρώπων ίσως να απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Η δική μου άποψη σχετικά με τους πρώτους ανθρώπους είναι ότι δεν ήταν ούτε μαύροι, ούτε τριχωτοί, ούτε βλαμμένοι. Ήταν άνθρωποι άρτιοι και ολοκληρωμένοι. Δεν είχε όμως έρθει ακόμη ο καιρός να φτάσουν στο επίπεδο που βρίσκονται τώρα. Πάντως θα πρέπει μια και καλή να αρθεί η πλάνη πως καταγόμαστε από τους πιθήκους: Τα πιθηκοειδή και τα ανθρωποειδή υπήρξαν εξαρχής δύο διακριτές κατηγορίες (ευθύς μόλις διαχωρίστηκαν από τον κοινό τους πρόγονο, τον λεγόμενο Αυστραλοπίθηκο).

Σε ό,τι τώρα αφορά τα ευρήματα απολιθωμάτων, αυτά είναι συνήθως σπάνια, αν και σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις καλοδιατηρημένα και βρίσκονται ολόκληροι σκελετοί. Στις περισσότερες περιπτώσεις πάντως, η ανασύνθεση είναι μια επίπονη εργασία αφαίρεσης, υποθέσεων και ταξινόμησης. Το 1982 ο Δρ. Lyall Watson είπε: "Τα απολιθώματα που διακοσμούν το οικογενειακό μας δέντρο είναι τόσο σπάνια που υπάρχουν ακόμα περισσότεροι επιστήμονες από απολιθώματα. Το αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι όλες οι φυσικές αποδείξεις που έχουμε για την ανθρώπινη εξέλιξη μπορούν να χωρέσουν, αφήνοντας κι ελεύθερο χώρο, σε ένα μόνο φέρετρο."

Υπάρχουν όμως και οι παραδόσεις των αρχαίων λαών που μιλάνε για γίγαντες Ένα παράδειγμα είναι η δικές μας παραδόσεις για τις γιγαντομαχίες. Μια άλλη αναφορά υπάρχει στη βίβλο: "Υπήρχαν γίγαντες στη γη εκείνο τον καιρό. Και επίσης αργότερα οι γιοί του Θεού ήρθαν σε συνουσία με τις κόρες των ανθρώπων, κι έκαναν παιδιά, που έγιναν ισχυροί άνθρωποι, το ίδιο ισχυροί με τους παλιότερους, άντρες φημισμένοι". Πηγή Δεν γνωρίζω βέβαια κατά πόσον οι αρχαίες παραδόσεις βασίζονται σε ξεχασμένες μνήμες πραγματικών γεγονότων ή σε ένα είδος "μυθολογίας του ανθρώπινου συλλογικού ασυνείδητου."

Ωστόσο έχουν βρεθεί πολλοί "γιγάντιοι" σκελετοί. Βρήκα στο internet αξιόλογες αναφορές, αν και πολλές από αυτές είναι υπερβολικές. Μια τέτοια υπερβολική αναφορά είναι η παρακάτω:


Πώς ξέρουμε ότι αυτό το κόκαλο είναι από ανθρώπινο μηρό; Προφανώς δεν υπάρχουν επαρκείς αναφορές για να το πιστοποιήσουμε ή να το απορρίψουμε. Βρήκα πάντως κι άλλες αναφορές. Κάποιες από αυτές μιλάνε για 6 δάκτυλα, για ένα κερατάκι στο μέτωπο και για διπλή σειρά από δόντια. Στις περισσότερες πάντως περιπτώσεις τα ευρήματα είναι από την Αμερική και οι ανασύνθεση των ευρημάτων οδηγεί σε ένα είδος ανθρώπων όχι 10 και 20 μέτρα, αλλά σε ένα "λογικό" ύψος 2.00- 2.70 μέτρων. Οι αναφορές αυτές αλληλοκαλύπτονται από τους μύθους των ινδιάνικων πληθυσμών. Θεωρώ αυτές τις αναφορές καθώς και τα ευρήματα ιδιαίτερα σημαντικά ώστε να μην αγνοηθούν. Παρακάτω μεταφράζω μερικές από αυτές και δίνω τέλος το σύνδεσμο.

- Στο βιβλίο του, The Natural and Aboriginal History of Tennessee, ο συγγραφέας John Haywood περιγράφει "πολύ μεγάλα" κόκαλα σε πέτρινους τάφους στη κομητεία Williamson, του Tennessee, το 1821. Στην ίδια περιοχή, μια "αρχαία τοιχοποιία" περιελάμβανε σκελετούς γιγαντιαίου αναστήματος που έφταναν κατά μέσο όρο τουλάχιστον τα 7 πόδια (2 μέτρα).
- Γιγαντιαίοι σκελετοί βρέθηκαν στα μέσα του 1800 κοντά στο Rutland και Rodman, Νέα Υόρκη. Ο J.N. DeHart, M.D βρήκε σπονδυλωτά μέρη " μεγαλύτερα από αυτά του παρόντος τύπου" σε αναχώματα του Ουισκόνσιν το 1876. Ο W.H.R. Lykins βρήκε κόκαλα κρανίων "μεγάλα στο μέγεθος και στο πάχος" σε αναχώματα της περιοχής του Κάνσας το 1877.
- Ο George W.Hill, M.D., ανέσκαψε έναν σκελετό "ασυνήθιστου μεγάθους" σε ένα ανάχωμα της κομητείας Ashland , του Οχάιο. Το 1879, ένας σκελετός 9 πόδια και 8 ίντσες (περίπου 3 μέτρα) ανασκάφθηκε από ένα ανάχωμα κοντά στο Brewersville, της Ιντιανάπολης.
- Ένας σκελετός 6 πόδια και 6 ίντσες (2 μέτρα) βρέθηκε σε ένα ανάχωμα της Γιούτα. Το ύψος αυτό ήταν τουλάχιστον ένα πόδι (30 εκατοστά) πιο ψηλό από το μέσο ύψος των ινδιάνων στην περιοχή, και οι ντόπιοι- οι λίγοι που υπήρχαν εκεί δεν ήταν οικοδόμοι αναχωμάτων.
- "Ένας σκελετός που αναφέρεται να είναι τεραστίων διαστάσεων" βρέθηκε σε ένα πήλινο φέρετρο, με μια πλάκα ψαμμίτη που περιείχε ιερογλυφικά, κατά τη διάρκεια των ανασκαφών αναχωμάτων από τον Δρ Everhart κοντά στo Zanesville, του Οχάιο.
- Δέκα σκελετοί "και από τα δύο φύλα και γιγαντιαίου αναστήματος" ανασύρθηκαν από ανάχωμα στο Warren, της Μινεσότα, το 1883.
- Ένας σκελετός 7 πόδια και 6 ίντσες σε ύψος (2.30 μέτρα) βρέθηκε σε μια ογκώδη κατασκευή από πέτρες που παρομοιάστηκε με αίθουσα ναού μέσα σε ένα ανάχωμα στην κομητεία Kanawha, της δυτικής Βιρτζίνια, το 1884.
- Ένα μεγάλο ανάχωμα κοντά στο Gasterville, Πενσυλβανία, περιείχε έναν υπόγειο θάλαμο στον οποίο βρέθηκε ένας σκελετός με ύψος 7 πόδια, 2 ίντσες (2.20 μέτρα). Επιγραφές ήταν χαραγμένες στο θάλαμο.
- Το 1885, ανθρακωρύχοι ανακάλυψαν τα μουμιοποιημένα υπολείμματα γυναίκας που είχε ύψος 6 πόδια και 8 ίντσες (2 μέτρα) και η οποία κρατούσε ένα νήπιο. Οι μούμιες βρέθηκαν σε μια σπηλιά πίσω από έναν πέτρινο τοίχο στην κοιλάδα Yosemite.
- Στη Μινεσότα, το 1888, ανακαλύφτηκαν τα υπολείμματα επτά σκελετών 7 έως 8 πόδια ψηλοί (2-2,5 μέτρα).
- Ένα ανάχωμα κοντά στο Toledo, του Οχάιο, περιείχε 20 σκελετούς, καθισμένους και στραμμένους ανατολικά με σαγόνια και δόντια "δύο φορές μεγαλύτερα από αυτά των σύγχρονων ανθρώπων, "και δίπλα στον καθένα υπήρχε ένα μεγάλο κύπελλο με "περίεργα ιερογλυφικά σύμβολα."
- Το 1911, αρκετές μούμιες με κόκκινα μαλλιά και ύψος από 6,5 μέχρι 8 πόδια (2-2,5 μέτρα) ανακαλύφθηκαν σε μια σπηλιά στο Lovelock, της Νεβάδα.
- Το Φεβρουάριο και τον Ιούνιο του 1931, μεγάλοι σκελετοί βρέθηκαν στη λίμνη Humboldt κοντά στο Lovelock, Νεβάδα. Ο πρώτος είχε ύψος 8 1/2 πόδια (2.60 μέτρα) και φαινόταν τυλιγμένος με ένα ύφασμα παρόμοιο με τα Αιγυπτιακά. Ο δεύτερος σκελετός ήταν σχεδόν 10 πόδια (3 μέτρα)...



Εκτός βέβαια από τα λογικά περιστατικά υπάρχουν και τα "ύποπτα". Ένα τέτοιο είναι και η παρακάτω φωτογραφία.



Η παραπάνω φωτογραφία τραβήχτηκε στις 16 Σεπτεμβρίου του 2000 έξω από το Hyde Park, Νέα Υόρκη, από το τμήμα παλαιοντολογίας του πανεπιστημίου του Cornell. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για τα οστά ενός μαστόδοντου, προγόνου του ελέφαντα, (κάτι σαν μαμούθ)που έζησε πριν 10000-14000 χρόνια. Στη κάτω δεξιά μεριά της φωτογραφίας, μέσα στο πλαίσιο, φαίνεται ένας χαυλιόδοντας. Το κεφάλι ωστόσο του υποτιθέμενου γίγαντα είναι πρόσθετο. Πρόκειται για εικαστικό δημιούργημα ενός με το όνομα "IronKite" που υποβλήθηκε σε ένα διαγωνισμό στο website Worth1000.com. Το πρωτότυπο της τροποποιημένης εικόνας είναι διασέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.worth1000.com/view.asp?image=18978.




.... Και νάνοι



Αν υπήρξαν γίγαντες στο παρελθόν, "νορμάλ" γίγαντες, 2-3 μέτρα, όχι σαν πολυκατοικίες, γηίνοι και όχι εξωγήινοι, που έκτιζαν λίθινες κατασκευές και όχι διαστημικούς σταθμούς, κλπ, τότε γιατί να μην υπήρξαν και νάνοι; Επιστήμονες βρήκαν σκελετούς ενός είδους ανθρώπου που έζησε σ' ένα απομονωμένο νησί της Ινδονησίας πριν από 18000 χρόνια. Το ύψος του δεν ξεπερνούσε αυτό ενός σύγχρονου τρίχρονου παιδιού. Και το όνομα αυτών Homo floresiensis (Flores το νησί που ανακαλύφτηκαν οι σκελετοί).



και γοργόνων...



20/07/2009

Αρχέτυπα - Τα άτομα της ψυχής

Έχω πλέον τελειώσει τη μετάφραση του πρώτου μέρους της συγχρονικότητας του Jung. Μέσα στο καλοκαίρι πιστεύω να έχω τελειώσει όλο το βιβλίο. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω αν έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο στα Ελληνικά, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν με πολυαπασχολεί. Αναμένετε λοιπόν, όσοι επιθυμείτε το βιβλίο στα ελληνικά, δωρεάν τουλάχιστον στο internet.

Λέει ο Jung για τα αρχέτυπα:

«Εδώ θα επισημάνω απλά ότι είναι οι καθοριστικοί παράγοντες στην ασυνείδητη ψυχή, τα αρχέτυπα, τα οποία αποτελούν τη δομή του συλλογικού ασυνείδητου. Το τελευταίο αντιπροσωπεύει μια ψυχή που είναι ταυτόσημη σε όλα τα άτομα. Δεν μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή ή «αναπαριστάμενη,» σε αντίθεση με τα αντιληπτά ψυχικά φαινόμενα, και εξ αιτίας της «μη αναπαριστάμενης» φύσης της την έχω ονομάσει «ψυχοειδές.»

Τα αρχέτυπα είναι θεμελιώδεις παράγοντες υπεύθυνοι για την οργάνωση των ασυνείδητων ψυχικών διαδικασιών: είναι «πρότυπα συμπεριφοράς.» Συγχρόνως έχουν ένα «συγκεκριμένο φορτίο» και δημιουργούν υπερβατικά αποτελέσματα που εκφράζονται ως επιρροές (affects). Η «επιρροή» παράγει ένα μερικό abaissement du niveau mental (μείωση του διανοητικού επιπέδου) καθώς παρότι αναδύει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο σε έναν υπερφυσικό βαθμό φωτεινότητας, το καταφέρνει αντλώντας τόση πολλή ενέργεια από άλλα πιθανά περιεχόμενα της συνείδησης ώστε να σκοτίζονται και να γίνονται τελικά ασυνείδητα.»

Στη συνέχεια αναφέρει το παράδειγμα του σκουληκιού palolo, το οποίο εμφανίζεται για να γονιμοποιηθεί την ίδια πάντοτε περίοδο:

«Η αινιγματική ικανότητα προσανατολισμού του σκουληκιού palolo, για παράδειγμα, του οποίου τμήματα της ουράς, γεμάτα με σεξουαλικά προϊόντα, εμφανίζονται πάντα στην επιφάνεια της θάλασσας την ημέρα πριν από το τελευταίο τέταρτο του φεγγαριού τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο, θα μπορούσε να αναφερθεί σε αυτήν τη συζήτηση. Μια από τις προτεινόμενες αιτίες είναι η επιτάχυνση της γης εξ αιτίας της βαρυτικής έλξης του φεγγαριού εκείνη τη στιγμή. Αλλά, για αστρονομικούς λόγους, αυτή η εξήγηση δεν μπορεί να είναι σωστή…»

Πάντως και ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι η εμφάνιση αυτού του σκουληκιού ακολουθεί έναν όχι τόσο συγκεκριμένο χρόνο και ότι σε διαφορετικές περιοχές εμφανίζεται και σε διαφορετικές περιόδους. Είναι ένα φαινόμενο ανάλογο με τη γυναικεία περίοδο, η οποία είναι συγχρονισμένη με τις φάσεις του φεγγαριού. Όμως, δεν έχουν όλες οι γυναίκες του πλανήτη περίοδο την ίδια στιγμή, ούτε αυτή συμπίπτει με κάποια συγκεκριμένη φάση του φεγγαριού, π.χ. πανσέληνο. Απλώς ο κύκλος της γυναικείας έμμηνης ρύσης και των φάσεων του φεγγαριού έχουν την ίδια περίοδο. Εδώ έχουμε μάλλον για ένα τυχαίο γεγονός (όπως και αν προσδιορίζουμε την τύχη). Στην περίπτωση του σκουληκιού palolo (για το οποίο έψαξα απεγνωσμένα στο internet, αλλά δυστυχώς δεν βρήκα τίποτε αντίστοιχο), το φαινόμενο θα έχει να κάνει με κάποια στρατηγική που επιλέγει το σκουλήκι να αναπαραχτεί σε συγκεκριμένη περίοδο παρά με όποιο συγχρονιστικό φαινόμενο.

Γενικότερα στην αναζήτηση συγχρονιστικών φαινομένων, βλέπουμε ότι όσο περισσότερο ψάχνουμε τόσο περισσότερο απογοητευόμαστε γιατί στο τέλος δεν μένει ούτε μια γνήσια περίπτωση. Είναι σαν να κυνηγάμε κάποιο θαύμα και διαρκώς να αναρωτιόμαστε ποια είναι η πιθανότητα ενός θαύματος να συμβεί. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που ο Jung λέει ότι τα συγχρονιστικά φαινόμενα λαμβάνουν χώρα σε στιγμές έντονης συναισθηματικής διέγερσης, κάτι που έχει συμβεί σε κάποιο βαθμό και σε μένα, αλλά τι σχέση θα μπορούσε να έχει η ατομική ψυχική κατάσταση με ένα φαινόμενο της φύσης; Τι σχέση έχει για παράδειγμα αν είμαστε χαρούμενοι ή λυπημένοι με το πόσο ζυγίζει ένα αντικείμενο;

Τα αρχέτυπα πάντως αποτελούν σύμφωνα με τον Jung τις δομές του συλλογικού ασυνείδητου (συλλογική ψυχή), όπως ακριβώς τα άτομα της ύλης αποτελούν τις δομές των υλικών αντικειμένων. Οφείλουμε πάντως να αναγνωρίζουμε το γεγονός ότι και η σύγχρονη φυσική είναι εξίσου ασαφής στην ερμηνεία της για τα φαινόμενα. Πριν από τα άτομα υπάρχουν, υποτίθεται, μικροσκοπικά αντικείμενα, τα οποία παράγει το κβαντικό κενό, μέσω κάποιας διακύμανσης, οπότε βλέπουμε ότι και τα αρχέτυπα ως δομές του ψυχικού κόσμου είναι εξίσου άπιαστα. Ακόμη η σύγχρονη φυσική έχει τονίσει το ρόλο του παρατηρητή στη μελέτη των φαινομένων, καθώς δημιουργείται ένα είδος σύζευξης (entanglement) μεταξύ του υποκειμένου και του περιβάλλοντος. Αυτόν το ρόλο ακριβώς τονίζει και ο Jung για το υποκείμενο αλλά σε σχέση με τα αρχέτυπα, που είναι ψυχικοί παράγοντες.

Ένα ακόμη παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Jung σχετικά με τα αρχέτυπα είναι κι αυτό για τους αριθμούς. Λέει ο ίδιος:

«Γενικά θεωρείται ότι οι αριθμοί εφευρέθηκαν ή ότι είναι προϊόντα της ανθρώπινης σκέψης, και επομένως δεν είναι παρά έννοιες ποσοτήτων, που δεν περιέχουν τίποτα που να μην τέθηκε προηγουμένως σε αυτούς από την ανθρώπινη διάνοια. Αλλά είναι εξίσου δυνατό ότι οι αριθμοί βρέθηκαν ή ανακαλύφθηκαν. Στην τελευταία περίπτωση δεν είναι απλά έννοιες αλλά κάτι περισσότερο- αυτόνομες οντότητες που κατά κάποιον τρόπο περιέχουν κάτι περισσότερο από ποσότητα. Αντίθετα από τις έννοιες, είναι βασισμένοι όχι σε οποιεσδήποτε ψυχικές συνθήκες αλλά στην ιδιότητα να είναι ο εαυτός τους, σε μια «εντελέχεια» που δεν μπορεί να εκφραστεί από μια πνευματική έννοια. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις μπορούμε εύκολα να τους αποδώσουμε ιδιότητες που ακόμη δεν έχουν ανακαλυφθεί. Οφείλω να ομολογήσω πως τείνω στην άποψη ότι οι αριθμοί τόσο ανακαλύφθηκαν όσο και εφευρέθηκαν, και ότι κατά συνέπεια διαθέτουν μια σχετική αυτονομία ανάλογη με αυτήν των αρχέτυπων. Θα είχαν τότε, από κοινού με τα τελευταία, την ιδιότητα να προϋπάρχουν στη συνείδηση, και ως εκ τούτου, περιστασιακά, να την καθορίζουν παρά να καθορίζονται από αυτήν. Τα αρχέτυπα επίσης, ως a priori μορφές αναπαράστασης, έχουν τόσο ανακαλυφθεί όσο και έχουν εφευρεθεί: έχουν ανακαλυφθεί στο βαθμό που κάποιος δεν γνώριζε την ασυνείδητη αυτόνομη ύπαρξή τους, και έχουν εφευρεθεί στο βαθμό που η παρουσία τους συνάχθηκε από ανάλογες αντιπροσωπευτικές δομές. Παρομοίως φαίνεται πως οι φυσικοί αριθμοί έχουν έναν αρχετυπικό χαρακτήρα. Εάν αυτό ισχύει, τότε όχι μόνον ορισμένοι αριθμοί και συνδυασμοί αριθμών θα είχαν μια σχέση και μια επίδραση σε ορισμένα αρχέτυπα, αλλά το αντίστροφο θα ήταν επίσης αληθινό.»

Ο Jung θεωρεί πως ο αριθμός είναι το αρχέτυπο της τάξης. Προσωπικά πιστεύω πως στη φύση δεν υπάρχουν ούτε μαθηματικά ούτε γεωμετρία. Στη φύση υπάρχουν ρυθμοί. Περιοδικά φαινόμενα και μοναδικοί νόμοι της φύσης. Ο μόνος αριθμός που θα μπορούσε να υπάρχει στη φύση είναι η μονάδα για να διακρίνει μεταξύ των διαφορετικών πραγμάτων. Αλλά και πάλι το ότι 1 ποτήρι είναι διαφορετικό από 1 χαλίκι αυτό δεν είναι μαθηματικά. Αυτό που έχω ξαναπεί σχετικά με τα αρχέτυπα είναι κατά πόσον, αν πάντοτε υπάρχουν, είναι θεμελιώδη. Μπορούν άγνωστες ψυχικές διεργασίες να οργανώσουν την ύλη μέσω πρότυπων κανόνων που εκφράζονται με τα αρχέτυπα; Είναι όλες οι ανθρώπινες συνειδητές σκέψεις δευτερογενείς ώστε να προέρχονται από ένα πρωτογενές ασυνείδητο υπόβαθρο; Το θεωρώ κάτι περισσότερο από πιθανό. Όμως, καθώς η σύγχρονη φυσική έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο αφαίρεσης και ποσοτικοποίησης ώστε να κάνει λόγο για θεμελιώδεις διακυμάνσεις του κενού από τις οποίες θα μπορούσαν να προέλθουν όλα τα σωματίδια του μικρόκοσμου, καθώς και για κβαντικές καταστάσεις του χώρου και του χρόνου από τις οποίες θα μπορούσαν να προέλθουν όλες οι ιδιότητες της ύλης, μένει άραγε εννοιολογικός χώρος για τα αρχέτυπα ή στο τέλος θα συγχωνευτούνε πλήρως σε μια νέα ολιστική φυσική επιστήμη του μέλλοντος; Τελικά σε ποιον ανήκει η ψυχή;

17/07/2009

2001 - Οδύσσεια του διαστήματος



Πρόκειται για την κλασσική πλέον ταινία επιστημονικής φαντασίας του Stanley Kubrik, βασισμένη στο βιβλίο του Arthur Clark.

Το έργο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: α)The Dawn of Man, β)TMA-1, γ)Jupiter Mission και δ) Jupiter and Beyond the Infinite.

Ο συνδετικός κρίκος σε όλο το έργο είναι ο μαύρος μονόλιθος, ηλικίας 4.000.000 ετών, ο οποίος εμφανίζεται στο α) μέρος στους πρωτόγονους ανθρώπους, στο β) μέρος στον κρατήρα Tycho του φεγγαριού, εξού και ο τίτλος TMA (Tycho Magnetic Anomaly), το γ) μέρος είναι κάπως αυτόνομο αναφερόμενο σ' έναν υπερυπολογιστή με όνομα Hal, και στο δ) μέρος ο μονόλιθος επανεμφανίζεται σε τροχιά γύρω από το Δία, όπου διασώζει τον αστροναύτη (Dave Bowman), κάνοντάς τον να 'ξαναγεννηθεί' και να δει τη ζωή του από την αρχή.

Το φιλμ σε γενικές γραμμές περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της τεχνητής και της εξωγήινης νοημοσύνης. O Carl Sagan αναφέρει στο βιβλίο του "The Cosmic Connection," ότι ο Clarke και ο Kubrick ρώτησαν τη γνώμη του για το πώς θα μπορούσαν να παρουσιάσουν με τον καλύτερο τρόπο την εξωγήινη νοημοσύνη. Ο Sagan, αναγνωρίζοντας την επιθυμία του Kubrick να χρησιμοποιεί ηθοποιούς που υποδύονται ανθρωποειδείς εξωγήινους για ευκολία, είπε πως η εξωγήινη ζωή είναι απίθανο να έχει κάποια ομοιότητα με τη ζωή στη Γη, και ότι για να την παρουσιάσει θα εισήγαγε τουλάχιστον ένα "ψευδές" στοιχείο (an element of falseness) στο φιλμ. Ο Sagan πρότεινε το φιλμ να υπονοεί παρά να παρουσιάζει κάποια εξωγήινη υπερευφυία. (Πηγή Wikipedia)

Στο παρόν απόσπασμα από το τρίτο μέρος, φαίνονται οι αστροναύτες που επισκέπτονται τον κρατήρα Tycho, για να βρουν το μονόλιθο. Αφού τον περιεργαστούν, κάθονται μπροστά του όλοι μαζί για μια αναμνηστική φωτογραφία. Εκείνη τη στιγμή, καθώς ανατέλλει ο ήλιος, ο μονόλιθος παράγει έναν εκκωφαντικό ήχο.

Σε κάθε περίπτωση, ο μαύρος μονόλιθος στέκει σε όλη τη διάρκεια του έργου σαν μια διαστημική "στήλη της Ροζέτας", που περιέχει όλα τα μυστικά του Σύμπαντος και που πάνω από όλα αποτελεί τη μυστική αιτία της ανθρώπινης εξέλιξης. Με αυτήν την έννοια το έργο είναι τελείως κλασσικό, αφού είναι διαποτισμένο με το συγκεκριμένο συναίσθημα και την πεποίθηση της "Θείας Παρέμβασης", υλοποιημένης σε αυτό το μονόλιθο.

Στο τρίτο μέρος (Jupiter Mission) το έργο αναφέρεται σ' έναν υπερυπολογιστή, τον Hal, που όταν κάνει ένα λάθος στον υπολογισμό της τροχιάς οι αστροναύτες αποφασίζουν να τον αποσυνδέσουν. Ο Hal όμως έχοντας διαβάσει τα χείλη τους από τη συνομιλία, αποφασίζει να τους σκοτώσει. Τελικά ο ένας αστροναύτης επιζεί και αποσυνδέει τον Hal. Εδώ το δίδαγμα είναι φαντάζομαι το πόσο σημαντικό είναι για εμάς τους ανθρώπους να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας.


ΥΣ. Στο Video η πρωτότυπη μουσική του film (Τάδε έφη ο Ζαραστρούστρα, του Strauss), αντικαταστάθηκε από το "A saucerfull of secrets, των Pink Floyd", λόγω πνευματικών διακαιωμάτων της MGM.

03/07/2009

Τα παράδοξα του Ζήνωνα και η έννοια της κίνησης



Η έννοια της ταχύτητας



Η ταχύτητα στη φυσική, όπως και στην καθημερινή ζωή, ορίζεται ως η κίνηση (μετατόπιση) ενός υλικού σώματος από ένα σημείο του χώρου σ’ ένα άλλο, με την παραδοχή ότι θα έχει διανύσει όλα τα ενδιάμεσα σημεία. Τα ενδιάμεσα σημεία ωστόσο είναι άπειρα. Οπότε τίθεται το ερώτημα πώς προλαβαίνει κάτι ή κάποιος να διανύσει μιαν απόσταση, όταν η απόσταση αυτή είναι στην ουσία άπειρη;


Τα παράδοξα του Ζήνωνα

Αυτό είναι το άτοπο που διαπίστωσε πρώτος ο Ζήνωνας ο Ελεάτης, για να διατυπώσει τα παράδοξά του, όπως μας δίνονται από τον Αριστοτέλη, υποστηρίζοντας έτσι την άποψη του Παρμενίδη ότι όλα είναι ένα «εν τω παν». Τα παράδοξα είναι τα ακόλουθα:

Ο Αχιλλέας και η χελώνα

"Σ’ έναν αγώνα δρόμου, ο γρηγορότερος δρομέας δεν μπορεί ποτέ να φτάσει και να ξεπεράσει τον βραδύτερο που προηγείται, αφού πρέπει πρώτα να φτάσει το σημείο που αυτός που προηγείται ξεκίνησε, έτσι ώστε ο βραδύτερος να προπορεύεται πάντοτε."

Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι το λογικό πόρισμα του Ζήνωνα αντιβαίνει στην καθημερινή εμπειρία. Ωστόσο δεν αποτελεί παράδοξο αν λάβουμε υπόψη μας την έννοια της επιτάχυνσης. Ότι δηλαδή το κάθε επόμενο στάδιο που διανύει ο γρηγορότερος δρομέας είναι και μεγαλύτερο από αυτό της χελώνας, επομένως σταδιακά θα τη φτάσει.

Το παράδοξο της διχοτόμου

"Αυτό που βρίσκεται σε κίνηση πρέπει πρώτα να φτάσει στο μέσο της απόστασης πριν φτάσει στο τέρμα."

Για να φτάσει κάποιος στο μέσο μιας απόστασης θα πρέπει πρώτα να διανύσει το ένα τέταρτο, πριν από αυτό το ένα όγδοο, κ.οκ., γεγονός που αναπαρίσταται με μια άπειρη σειρά,

με αποτέλεσμα να μην καταφέρνει ποτέ να διανύσει όλη την απόσταση. Αυτό το παράδοξο προϋποθέτει τη διχοτόμηση μιας απόστασης σε άπειρα μισά κομμάτια.

Το παράδοξο του βέλους

"Αν κάθε πράγμα που καταλαμβάνει τον ίδιο χώρο βρίσκεται σε ηρεμία, και αν αυτό που βρίσκεται σε κίνηση καταλαμβάνει έναν τέτοιο χώρο κάθε στιγμή, τότε ένα ιπτάμενο βέλος βρίσκεται σε ηρεμία."

Εφόσον δηλαδή η κίνηση αποτελείται από ισοδύναμα στάδια ηρεμίας, τότε δεν υπάρχει κίνηση. Παρατηρούμε πάντως την αδυναμία στους συλλογισμούς του Ζήνωνα σύλληψης της έννοιας της επιτάχυνσης. Το ιπτάμενο βέλος δε βρίκεται σε ηρεμία γιατί επιταχύνεται από το βαρυτικό πεδίο. Κέθε στιγμή ασκείται πάνω του η δύναμη της βαρύτητας. Το ότι βέβαια η ελεύθερη πτώση των σωμάτων είναι η πραγματική κατάσταση ηρεμίας, αυτό είναι άλλο θέμα.


Η κβαντική εκδοχή του παραδόξου

Το κβαντικό παράδοξο του Ζήνωνα έχει να κάνει με τη ραδιενεργή διάσπαση, όπου η συνεχής παρατήρηση μιας ασταθούς ραδιενεργής ουσίας θα έχει ως αποτέλεσμα η ουσία να μην διασπαστεί ποτέ. Ονομάστηκε έτσι από τους George Sudarshan and Baidyanath Misra το 1977 και πρωτοδιατυπώθηκε από τον Alan Turing το 1954, ως εξής:

"Είναι εύκολο να δείξουμε ότι αν ένα σύστημα ξεκινάει σε μία ιδιοκατάσταση κάποιας ιδιοτιμής και μετρήσεις αυτής της μεταβλητής γίνονται Ν φορές το δευτερόλεπτο τότε, ακόμη κι αν η κατάσταση δεν είναι στατική, η πιθανότητα να βρίσκεται το σύστημα στην ίδια κατάσταση μετά, ας πούμε, ένα δευτερόλεπτο τείνει στη μονάδα καθώς το Ν πηγαίνει στο άπειρο. Με άλλα λόγια οι συνεχείς παρατηρήσεις του συστήματος θα εμποδίσουν την κίνηση." (Πηγή Wikipedia: Quantum Zeno Effect.)

Η συνεχής παρατήρηση δηλαδή ενός κβαντικού αντικειμένου έχει ως συνέπεια την αποσύνδεσή του από το περιβάλλον (decoherence) την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης με αποτέλεσμα την παύση της εξέλιξής του(κίνησης ή διάσπασης).


Η έννοια της κβάντωσης

Για τις ανάγκες πάντως της συζήτησής μας δεν θα μας απασχολήσει τόσο η έννοια της ραδιενεργούς διάσπασης ή της κβαντικής αποσύνδεσης. Ίσως η κβαντική εκδοχή του παραδόξου του Ζήνωνα να είναι περισσότερο παραπλανητική παρά εποικοδομητική στην ερμηνεία του παραδόξου, γιατί η ουσία αυτού του παραδόξου έχει να κάνει κυρίως με τη βαθύτερη φύση αυτού που ονομάζουμε χώρος (και χρόνος). Χώρος είναι η απόσταση μεταξύ δυο σημείων. Χρόνος είναι η κίνηση ανάμεσα σε αυτά τα δυο σημεία. Επομένως αν δεν υφίσταται κίνηση αυτό θα οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει χρόνος, παρότι η απόσταση μεταξύ των δυο σημείων μπορεί να είναι διακριτή (το ρητό δηλαδή 'εν το παν' δεν έχει ιδιαίτερο νόημα από φυσική άποψη). Μπορεί άραγε μια απόσταση να έχει άπειρα σημεία ή μήπως θα έχει ένα πεπερασμένο αριθμό μικρότερων θεμελιωδών μηκών; Στην πραγματικότητα και ο χώρος (απόσταση) είναι κβαντωμένος. Η κβαντική φυσική μας δίνει το ελάχιστο δυνατό μήκος που μπορούμε να "κόψουμε" ένα ευθύγραμμο τμήμα, όπου αυτό το ελάχιστο μήκος κύματος ονομάζεται μήκος Plank και ισούται με 1.616252×10^−35 μέτρα. Πρόκειται για μια πολύ μικρή μονάδα μήκους αλλά είναι θεμελιώδης και πεπερασμένη. Με άλλα λόγια, αν στο παράδειγμα του Ζήνωνα ο Αχιλλέας βρίσκεται 100 μέτρα πίσω από τη χελώνα η απόσταση που έχει να διανύσει δεν είναι άπειρη αλλά αποτελείται από 100:1.616252×10^−35= 61.871540 ×10^35 "ενδιάμεσα θεμελιώδη βήματα." Έτσι το παράδοξο του Ζήνωνα αίρεται.


Ένα παράδειγμα κβάντωσης της κίνησης

Στο παραπάνω σχεδιάγραμμα που σάρωσα πρόχειρα, θεωρούμε πως το φως είναι ένα περιοδικό φαινόμενο και ένα φωτόνιο το βλέπουμε να 'εμφανίζεται' σε δύο διαδοχικά σημεία απόστασης λ (μήκος κύματος του φωτός), χωρίς απαραίτητα να έχει περάσει από το ενδιάμεσο διάστημα (περιοχή 'εξαφάνισης'). Και να θέλαμε να δούμε πού βρίσκεται το φωτόνιο στον ενδιάμεσο χρόνο, σύμφωνα με τις πειραματικές ανακαλύψεις της κβαντομηχανικής, δε θα τα καταφέρναμε, αφού η παρατήρηση και μόνο προκαλεί την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης του, με αποτέλεσμα να μπορούμε να το βρούμε μόνο στα 'φωτεινά' σημεία, τη στιγμή της μέτρησης.

Η έννοια της κβάντωσης του χώρου και επομένως της κίνησης μέσα σε αυτόν θεωρώ πως είναι θεμελιώδους σημασίας σε σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την κίνηση και τι εννοούμε όταν λέμε ότι η κίνηση είναι "συνεχής." Θα μπορούσαμε να φανταστούμε αντί για ένα σώμα που "τρέχει" μέσα στο χώρο, ισοδύναμα έναν παλμό που ταξιδεύει μέσα σε αυτόν και να εξαφανίζεται και να επανεμφανίζεται από σημείο σε σημείο. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα είχαν τόση σημασία τα ενδιάμεσα σημεία από τα οποία θα πέρναγε ο παλμός, όσο τα σημεία στα οποία ο παλμός επανεμφανίστηκε. Θα μπορούσαμε ακόμη να επεκτείνουμε το συλλογισμό σε οποιοδήποτε υλικό σώμα, αφού κατ’ ουσία τα υλικά σώματα, όπως και οι άνθρωποι, αποτελούνται από πολλούς μικρούς παλμούς. Η μόνη διαφορά θα ήταν ότι δεν θα προλαβαίναμε να αντιληφτούμε αυτόν τον παλμό, γιατί θα βλέπαμε το αντικείμενο ή τον εαυτό μας σε συνεχή κίνηση. Θα ήμασταν ωστόσο υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε ότι αυτό που ονομάζουμε ταχύτητα, στην πραγματικότητα έχει να κάνει κυρίως με συχνότητα, παρά με κάποιο είδος ομαλής και αδιάκοπης κίνησης στο χώρο.

Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι κάτι θα πρέπει να έχει αλλάξει στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το χώρο και την κίνηση μέσα σ' αυτόν. Στην πραγματικότητα αυτό που αποκαλούμε "ταχύτητα" δεν είναι η συνεχής κίνηση σε "όλα τα σημεία του χώρου", αλλά ένα είδος "περάσματος" (μεταφοράς) από "σημείο σε σημείο", όπου ανάμεσα σε αυτά τα διαδοχικά σημεία υπάρχει ένα "κενό", μια θα λέγαμε "απαγορευμένη"περιοχή. Θα λέγαμε πως όπως το φως εξαφανίζεται και ξαναεμφανίζεται ανάμεσα σε δυο σημεία (που απέχουν ένα μήκος κύματος για κάθε περίοδο) κατά τον ίδιο τρόπο όταν περπατάμε εξαφανιζόμαστε και ξαναεμφανιζόμαστε λίγο μετά, καθώς όλα τα άτομα που μας αποτελούν δονούνται με τον ίδιο τρόπο, χωρίς βέβαια να προλαβαίνουμε να αντιληφτούμε αυτό το αστραπιαίο φαινόμενο.Ίσως ο χώρος και χρόνος να έχουν να κάνουν κατά βάθος με κάποια θεμελιώδη δόνηση που καθορίζει σε μέγεθος αυτό που ονομάζουμε 'μέτρο' ή 'δευτερόλεπτο'. Με αυτήν την έννοια η κίνηση, άρα και η εξέλιξη στο χώρο και στο χρόνο των φυσικών συστημάτων αποτελούν δευτερογενείς εκφάνσεις μιας βαθύτερης πραγματικότητας.

02/07/2009

Η έννοια της τύχης, της αιτιότητας και των "αναίτιων" πραγμάτων

Έχω ξεκινήσει ήδη τη μετάφραση του βιβλίου του Jung "Synchronicity: An Acausal Connecting Principle". Μέχρι να την ολοκληρώσω τη δουλειά μου θα επανέλθω στη συγχρονικότητα αρκετές φορές.

Μ' έχει κατ' επανάληψη απασχολήσει το θέμα της τύχης. Όχι βέβαια από την άποψη του να είναι κάποιος "καντέμης." Αλλά με την έννοια ότι τις περισσότερες φορές που αναφερόμαστε στην τύχη, στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τι εννοούμε ακριβώς.

Όταν αναφερόμαστε στην τύχη αποδίδουμε σε αυτήν ταυτόχρονα δύο αντίθετες μεταξύ τους σημασίες. Όταν δηλαδή μιλάμε για την τύχη εννοούμε μαζί και την σύμπτωση (τυχαιότητα) και τη μοίρα (βεβαιότητα). Πολλές φορές επίσης μας συμβαίνουν γεγονότα τα οποία μοιάζουν τελείως ασύνδετα, άσχετα, μεταξύ τους, ώστε να μας είναι παράλογο ή αδιανόητο να δώσουμε κάποιον αιτιακό συσχετισμό μεταξύ τους. Θα λέγαμε επομένως ότι η πραγματικότητα είναι μία και μοναδική, πιο συγκεκριμένα η άποψη που έχουμε για την πραγματικότητα είναι μία και μοναδική, και ότι αυτό που αποκαλούμε «σύμπτωση» και εκείνο που λέμε «αναπόφευκτο» είναι δύο αντίθετα πράγματα.

Σχετικά δε με τους νόμους της φύσης ο Jung αναφέρει χαρακτηριστικά πως «είναι στατιστικές αλήθειες». Αυτός ο συλλογισμός, όπως ο ίδιος αναλύει, είναι σε ισχύ με την προϋπόθεση ότι ένας φυσικός νόμος προκύπτει από διαδικασίες του μικρόκοσμου οι οποίες οδηγούν στο φυσικό νόμο μέσω της στατιστικής ανάλυσης (ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι η ίδια η κβαντική φυσική, επομένως και οι φυσικοί νόμοι με τους οποίους ασχολείται, προέκυψε μέσα από την κλασσική θερμοδυναμική, μέσω των μεθόδων της στατιστικής).

Η φιλοσοφική αρχή, όπως ο ίδιος λέει, που βρίσκεται πίσω από την αντίληψή μας για τους φυσικούς νόμους είναι η αιτιότητα. Αιτιότητα ονομάζεται η σχέση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, σχέση η οποία συνδέει όλα τα φυσικά φαινόμενα μέσω μιας αιτιακής αλυσίδας. Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι οι φυσικοί νόμοι είναι εκφράσεις της αιτιότητας και το αντίστροφο: θα μπορούσαμε δηλαδή να ορίσουμε την αιτιότητα ως τη σχέση μεταξύ των πραγμάτων τέτοια ώστε να υπάρχει μεταξύ τους ένα είδος φυσικής αλληλεπίδρασης. Με τον όρο "φυσική αλληλεπίδραση" εννοούμε την ανταλλαγή πληροφορίας.

Υπάρχουν άραγε γεγονότα που να μην υπόκεινται στην αρχή της αιτιότητας; Πώς συνδέονται μεταξύ τους; Πώς μπορούν να παρατηρηθούν. Ο Jung λέει πως

«...υπάρχει στην εμπειρία μας ένα αναρίθμητα ευρύ πεδίο του οποίου οι εκτενείς μορφές, καθαυτές, αντισταθμίζουν τον κόσμο της αιτιότητας. Αυτός είναι ο κόσμος της τύχης, όπου ένα τυχαίο γεγονός μοιάζει αιτιακά ασύνδετο με μια συμπίπτουσα πραγματικότητα. Οπότε θα πρέπει να εξετάσουμε τη φύση της γενικότερης ιδέας της τύχης λίγο πιο προσεκτικά. Η τύχη, λέμε, πρέπει προφανώς να υπόκειται σε κάποια αιτιακή ερμηνεία και αποκαλείται «τύχη» ή «σύμπτωση» μόνο επειδή η αιτιότητά της δεν έχει ακόμη αποκαλυφτεί...Αλλά αν η αιτιακή αρχή είναι μόνο σχετικά ισχύουσα, τότε προκύπτει πως παρότι στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων μια σειρά τυχαίων γεγονότων μπορεί να εξηγηθεί αιτιακά, θα πρέπει να παραμένει ένας αριθμός περιπτώσεων που να μη δείχνουν καμία αιτιακή σύνδεση. Έχουμε επομένως το έργο να ερευνήσουμε λεπτομερώς τα τυχαία γεγονότα και να ξεχωρίσουμε τα μη αιτιακά από εκείνα που μπορούν να εξηγηθούν αιτιακά.»

Εδώ ο Jung θεωρεί πως μπορεί να υπάρχει μια διακριτή κατηγορία φαινομένων που να μην υπάγονται στην αρχή της αιτιότητας, αλλά να συνδέονται μέσω αυτού που ο ίδιος αποκαλεί αλλού νοήμονη σύμπτωση. Ωστόσο εδώ ακριβώς δημιουργείται μια σοβαρή αντίφαση, η οποία βρίσκεται και στην ουσία του τρόπου που ο ίδιος ορίζει την «τύχη» και τα συγχρονιστικά φαινόμενα. Αν μια ομάδα γεγονότων δεν φαίνονται να έχουν κάποια αιτιακή σύνδεση μεταξύ τους (με την έννοια ότι το ένα προκαλεί το άλλο), τότε λέμε ότι αυτά τα γεγονότα αποτελούν συμπτώσεις. Αν από την άλλη μεριά αυτά τα γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους με κάποιον (αιτιακό) τρόπο, δεν τα κατατάσσουμε στην κατηγορία της σύμπτωσης, αλλά στην κατηγορία των φυσικών φαινομένων. Πώς μπορούν άραγε να είναι συνδεδεμένα κάποια γεγονότα μεταξύ τους αν δεν φαίνεται να υπάρχει μεταξύ τους κάποια (πάντοτε αιτιακή) σύνδεση, έστω κι αν ονομάσουμε αυτήν τη σύνδεση νοήμονη σύμπτωση;

Με άλλα λόγια η «μη αιτιακή» σύνδεση μεταξύ κάποιων γεγονότων δεν μπορεί παρά να είναι μια σύνδεση άγνωστης αιτιότητας, την οποία στα πλαίσια της θεωρίας του Jung θα ονομάζαμε συγχρονικότητα. Στην πραγματικότητα η συγχρονικότητα αποτελεί μια αιτιακή ερμηνευτική αρχή, της οποίας η αιτιότητα είναι άγνωστη ακόμη, και η οποία συνδέει τα συγκεκριμένα γεγονότα μέσω κάποιου μη υλικού (δηλ, μέσω κάποιου ψυχικού) παράγοντα, έστω κι αν αυτά τα γεγονότα δεν έχουν το ένα με το άλλο κάποια άμεση φυσική επικοινωνία.

Επομένως σε κάθε περίπτωση η «τύχη» δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά η πιθανότητα κάτι να συμβεί σε σχέση με κάτι άλλο ή όχι. Και αυτό δεν σημαίνει ότι κάτι δεν μπορεί να συμβεί αλλά ότι η πιθανότητα να συμβεί είναι μηδενική, μικρή, μεγάλη ή βεβαιότητα. Θα μπορούσαμε δηλαδή να ορίσουμε την «τύχη», ως αυτήν την πιθανότητα. Αυτό δηλαδή που διαχωρίζει το «αναπόφευκτο» από το «συμπτωματικό» είναι μια βαθμονόμηση μέσα στα πλαίσια της πιθανότητας.

Σε αυτό το σημείο βλέπουμε γιατί δεν μπορούμε να χωρίσουμε τα αιτιακά- φυσικά φαινόμενα από τα συγχρονιστικά- «ψυχικά». Στην πραγματικότητα ούτε η πιθανότητα αποτελεί κριτήριο για τη διάκριση των φαινομένων στα μεν ή στα δε, όπως και ο ίδιος ο Jung διαπιστώνει αλλού. Επομένως είναι ορθότερο να πούμε ότι τα συγχρονιστικά φαινόμενα δεν ανήκουν σε άλλη κατηγορία φαινομένων, με «μικρή» πιθανότητα να συμβούν, αλλά ότι όλα τα φαινόμενα της φύσης υπόκεινται κατά βάση στη συγχρονικότητα. Η συγχρονικότητα δηλαδή θα μπορούσε να αποτελέσει τη μεγάλη ενοποιό θεωρία, διάδοχο πιθανά της θεωρίας της σχετικότητας, και «ενοποιό» με την έννοια όχι μόνο της ενοποίησης των φυσικών δυνάμεων που αποτελούν τα φαινόμενα, αλλά και της ενοποίησης δύο μεγάλων σχολών: της φυσικής και της, θα τολμούσα να πω, ψυχικής.


ΥΣ. Κάτι για την έννοια της πιθανότητας

Τελικά, τι εννοούμε όταν λέμε ότι ένα γεγονός έχει πιθανότητα 20% να συμβεί; Αν πούμε π.χ. ότι υπάρχει για αύριο 20% πιθανότητα να βρέξει, τι σημαίνει; θα βρέξει λίγο; Δεν θα βρέξει καθόλου; Θα βρέξει στο 20% των πόλεων που καλύπτει το δελτίο; Θα βρέχει το 20% της μέρας; Μήπως θα βρέξει σίγουρα και το ύψος της βροχής θα είναι το 20% του μέσου ετήσιου ύψους βροχόπτωσης; Μόλις έμαθα μέσω του ίντερνετ (από εδώ) ότι 20% πιθανότητα βροχής σημαίνει ότι θα βρέξει 20 στις 100 ημέρες με τις συγκεκριμένες ατμοσφαιρικές συνθήκες. Στην πραγματικότητα δε σημαίνει τίποτε. Η στατιστική δηλαδή κάνει προβλέψεις σε υποθέσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές οι υποθέσεις είναι αληθείς ή ψευδείς. Η στατιστική επίσης δεν αναλύει το αν υπάρχει αιτιακή ή όχι σχέση μεταξύ δυο πραγμάτων ή φαινομένων. Λέει απλά το πώς αυτά τα πράγματα ή φαινόμενα κατανέμονται μέσα σ' ένα στατιστικό σύνολο. Ούτε ασχολείται με το αν ή ποιος φυσικός νόμος προκάλεσε το φαινόμενο. Γι' αυτό άλλωστε η στατιστική μπορεί να αναλύσει τόσο αιτιακά όσο και μη αιτιακά φαινόμενα χωρίς πρόβλημα. Επομένως, όπως ο Susskind έχει πει, η στατιστική αφήνει (και για την περίπτωση που μας ενδιαφέρει) ανοιχτό το ενδεχόμενο της έκπληξης.



25/06/2009

Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά




(Λίγο μετά το θάνατο της μαντάμ Ορτάνς)

ΠΡΟΧΩΡΟΥΣΑΜΕ ΑΜΙΛΗΤΟΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΕΝΑ δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά, σαν παιχνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας.
Βγήκαμε από το χωριό, πήραμε το δρόμο κατά το ακρογιάλι μας.
— Ζορμπά, είπα, για να κόψω τη βαριά σιωπή, τι αγέρας είναι ετούτος; Νοτιάς;
Μα ο Ζορμπάς πήγαινε μπροστά, κρατώντας σα φανάρι το κλουβί με τον παπαγάλο και δεν αποκρίθηκε.
Όταν φτάσαμε στο ακρογιάλι μας, ο Ζορμπάς στράφηκε:
— Πείνας, αφεντικό; ρώτησε.
— Όχι, δεν πεινώ, Ζορμπά.
— Νυστάζεις;
— Όχι.
— Μήτε εγώ. Ας καθίσουμε στα χοχλάδια• έχω κάτι να σε ρωτήσω.
Ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι, μα δε θέλαμε να κοιμηθούμε. Δε θέλαμε να χάσουμε το φαρμάκι της μέρας ετούτης• ό ύπνος μας φαίνουνταν σα μια φυγή σε ώρα κιντύνου και ντρεπόμασταν να κοιμηθούμε.
Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας• έβαλε ό Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατα του και κάμποση ώρα σώπαινε. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόμματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τ' αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα 'βλεπε για πρώτη φορά.
— Τι να γίνεται εκεί απάνω! μουρμούρισε. Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:
— Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα 'καμε; Γιατί τα 'καμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γε¬μάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
— Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.
— Δεν ξέρεις! έκαμε ό Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πώς δεν ξέρω χορό. Σώπασε λίγο• άξαφνα ξέσπασε:
— Τότε τι 'ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δεν λένε αυτό, τι λένε;
— Λένε τη στενοχώρια του άνθρωπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
— Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.
Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω:
— Καναβάρο! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.
— Σκασμός και συ! έκαμε ό Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί.
Στράφηκε πάλι σε μένα.
—Εγώ θέλω να μου πεις από που ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές• θα 'χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί• τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε• αχ, να μπορούσα να του 'δινα μιαν απόκριση!
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη• μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι 'ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του άνθρωπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
— Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφο μου να καταλάβει τι εί¬ναι ο ιερός τρόμος:
— Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας• τ' άλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα• τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει• το γευόμαστε, τρώγεται• το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
»Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου• από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τ' άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν' ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει...
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
— Τι αρχίζει; ρώτησε ό Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
—...αρχίζει ό μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: «Θεός»• άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
'Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα• βασανίζουνταν να καταλάβει.
— Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο• τον κοιτάζω και δε φοβούμαι• όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
— Όχι, δε θ' απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «Σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!»
Δε μιλούσα• στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
— Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευκτο σε δικιά σου λεύτερη βούληση, αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι' αυτό δε μιλούσα.
Ό Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.
— Καληνύχτα, αφεντικό, είπε• φτάνει.
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περεχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σα να 'ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα• ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, κάποιον μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν' αλλάζω. Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ' αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.



Links: Η ταινία κυκλοφορεί σε torrent.
Το βιβλίο του Καζαντζάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καζαντζάκη.

19/06/2009

Μαθηματικές αρχές φυσικής φιλοσοφίας


Πρόλογος του Newton στην πρώτη έκδοση του Principia:

"Από τους αρχαίους (όπως μαθαίνουμε από τον Pappus) χαίρει η επιστήμη της μηχανικής (mechanics) μεγίστης σπουδαιότητας στην έρευνα για τα φυσικά πράγματα, και οι σύγχρονοι, απορρίπτοντας συγκεκριμένες μορφές και απόκρυφες ιδιότητες, έχουν προσπαθήσει να υποβάλουν τα φαινόμενα της φύσης στους νόμους των μαθηματικών, σε αυτήν την πραγματεία έχω καλλιεργήσει τα μαθηματικά όσον αφορά τη φιλοσοφία. Οι αρχαίοι θεώρησαν τη μηχανική από δύο σκοπιές. Από τη σκοπιά της λογικής (θεωρία), η οποία προχωρά με ακρίβεια μέσω της απόδειξης, και πρακτικά (εμπειρικά). Στην πρακτική σκοπιά της μηχανικής ανήκουν όλες οι εμπειρικές τέχνες (manual arts), από τις οποίες η μηχανική πήρε το όνομά της. Αλλά δεδομένου ότι οι τεχνουργοί δεν εργάζονται με τέλεια ακρίβεια, προκύπτει ότι η μηχανική διακρίνεται από τη γεωμετρία έτσι ώστε ότι είναι απόλυτα ακριβές καλείται γεωμετρικό. Ότι είναι λιγότερο ακριβές, καλείται μηχανικό. Εντούτοις, τα λάθη δεν βρίσκονται στην τέχνη, αλλά στους τεχνουργούς. Αυτός που εργάζεται με λιγότερη ακρίβεια είναι μη τέλειος μηχανικός. Και εάν οποιοσδήποτε μπορούσε να δουλέψει με απόλυτη ακρίβεια, θα ήταν ο τελειότερος μηχανικός όλων, γιατί η περιγραφή των ευθειών και των κύκλων, που θεμελιώνεται η γεωμετρία, ανήκουν στη μηχανική. Η γεωμετρία δεν μας διδάσκει να σχεδιάζουμε αυτές τις γραμμές, αλλά τις απαιτεί για να σχεδιαστεί, γιατί προϋποθέτει ότι ο μαθητευόμενος πρέπει πρώτα να διδαχτεί να τις περιγράψει με ακρίβεια προτού να εισέλθει στη γεωμετρία, κατόπιν δείχνει πώς με αυτές τις πράξεις τα προβλήματα μπορούν να λυθούν... Επομένως η γεωμετρία θεμελιώνεται στην πρακτική της μηχανικής, και δεν είναι παρά εκείνο το μέρος της παγκόσμιας μηχανικής που προτείνει με ακρίβεια και επιδεικνύει την τέχνη της μέτρησης. Αλλά δεδομένου ότι οι εμπειρικές τέχνες βρίσκουν εφαρμογή κυρίως στην κίνηση των σωμάτων, συμβαίνει συνήθως η γεωμετρία να αναφέρεται στο μέγεθός τους, και η μηχανική στην κίνησή τους. Από αυτή την άποψη η θεωρητική μηχανική θα είναι η επιστήμη των κινήσεων ως αποτέλεσμα οποιωνδήποτε δυνάμεων, και των δυνάμεων που απαιτούνται για να παραγάγουν τις όποιες κινήσεις, διατυπωμένες και αποδεδειγμένες με ακρίβεια. Αυτό το μέρος της μηχανικής, στο βαθμό που επεκτείνεται στις πέντε δυνάμεις (five powers) που αφορούν τις εμπειρικές τέχνες, καλλιεργήθηκε από τους αρχαίους, οι οποίοι εξέτασαν τη βαρύτητα (η οποία δεν είναι μηχανική δύναμη (manual power)) όχι με άλλο τρόπο παρά με την κίνηση των βαρών από εκείνες τις δυνάμεις. Αλλά αυτό το θεωρώ φιλοσοφία παρά τέχνη και θα γράψω όχι για εμπειρικές (ή μηχανικές) αλλά για φυσικές δυνάμεις, και θα θεωρήσω σύντομα τα πράγματα που σχετίζονται με τη βαρύτητα, αιώρηση (levity), ελαστική δύναμη, αντίσταση των υγρών, και παρόμοιες δυνάμεις είτε ελκτικές είτε απωστικές. Επομένως προσφέρω αυτήν την εργασία ως τις μαθηματικές αρχές της φιλοσοφίας, καθώς ολόκληρο το φορτίο της φιλοσοφίας φαίνεται να συνίσταται σε αυτό- από τα φαινόμενα των κινήσεων να ερευνηθούν οι δυνάμεις της φύσης, και έπειτα από αυτές τις δυνάμεις να αναδειχθούν τα άλλα φαινόμενα..."

Απόσπασμα από τα Αξιώματα ή Νόμοι της κίνησης:

Νόμος Ι

"Κάθε σώμα συνεχίζει στην κατάσταση ηρεμίας, ή σταθερής κίνησης σε ευθεία γραμμή, εκτός αν αναγκαστεί να αλλάξει αυτήν την κατάσταση από δυνάμεις που θα ασκηθούν πάνω του."

[Ο Νόμος της 'αδράνειας'].


Νόμος ΙΙ

"Η μεταβολή της κίνησης είναι ανάλογη με τη μεταφορική δύναμη που ασκείται, και γίνεται στη διεύθυνση της ευθείας γραμμής στην οποία η δύναμη ασκείται."

[Πρόκειται για το νόμο F = ma. Ο ίδιος ο Newton αυτόν το νόμο τον είχε διατυπώσει ποιοτικά. Γνώριζε την έννοια της μάζας και της αδράνειας, και ήξερε τον τρόπο να υπολογίζει τη μάζα ενός σώματος από το βάρος του. Ωστόσο ο ίδιος αναφέρεται στην αδράνεια ως δύναμη (vis inertice), και αναφέρεται επίσης στην υποτιθέμενη ύπαρξη ένος 'μέσου' που διαπερνάει τα σώματα προσδίδοντάς τους μάζα. Η αδράνεια πάντως δεν είναι δύναμη και αιθέρας (ή κάποιο παρόμοιο μέσο) δε φαίνεται να υπάρχει].


Νόμος ΙΙΙ

"Σε κάθε δράση ασκείται πάντα μια ίση αντίδραση: ή, οι αμοιβαίες δράσεις δύο σωμάτων είναι πάντα ίσες, και κατευθύνονται προς αντίθετα μέρη."

[Ο νόμος της δράσης- αντίδρασης].


Προηγουμένως (στους Ορισμούς του) έχει αναφερθεί στις έννοιες του χρόνου, του χώρου και της κίνησης:

Ι. "Ο απόλυτος, αληθινός, και μαθηματικός χρόνος, καθαυτός, και από την ίδια του τη φύση, κυλάει ισότροπα χωρίς συσχέτιση με οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα..."

[Πρόκειται για την Νευτώνεια, κλασσική έννοια του απόλυτου χρόνου. Στην εποχή μας βέβαια μιλάμε για τη σχετικότητα του χρόνου, όπως διατυπώθηκε από τον Αϊνστάιν.]

ΙΙ. "Ο απόλυτος χώρος, καθαυτός, χωρίς συσχέτιση με οτιδήποτε εξωτερικό, παραμένει πάντοτε ίδιος και αμετακίνητος".

[Στην εποχή μας βέβαια μιλάμε για το χωροχρόνο σαν μια ενιαία οντότητα που μεταβάλλεται ανάλογα με τον παρατηρητή, καμπυλώνεται με την παρουσία πεδίων και διαστέλλεται λόγω της διαστολής του σύμπαντος].

...

ΙV. "Η απόλυτη κίνηση είναι η μετακίνηση ενός σώματος από μιαν απόλυτη θέση σε μιαν άλλη, και σχετική κίνηση η μετακίνηση από μια σχετική θέση σε μιαν άλλη. Έτσι σ' ένα πλοίο που κινείται, η σχετική θέση ενός σώματος είναι το μέρος του πλοίου που το σώμα καταλαμβάνει..."

[Πρόκειται για τη σχετικότητα της κίνησης σύμφωνα με τους μετασχηματισμούς του Γαλιλαίου, που όμως δεν ισχύουν για αντικείμενα κινούμενα κοντά στην ταχύτητα του φωτός ή για το ίδιο το φως. Το έργο του Νεύτωνα διακατέχεται από την έννοια του απόλυτου χώρου και του απόλυτου χρόνου. Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι όλα τα πράγματα στον κόσμο παρατηρούνται μέσα από τις μεταβολές τους. Επομένως αν υπάρχει απόλυτος χώρος ή απόλυτος χρόνος δεν μπορούν να παρατηρηθούν και άρα δεν μπορεί να αποδείξει κάποιος ότι υπάρχουν.]

15/06/2009

Το Ταό της Φυσικής


Shiva's cosmic dance of creation and destruction, CERN, photo credit: Giovanni Chierico.


Από τον πρόλογο του βιβλίου 'Το Ταό της Φυσικής':

"Είναι πιθανώς γενικά αλήθεια ότι στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης οι πιο καρποφόρες εξελίξεις πραγματοποιούνται συχνά σε εκείνα τα σημεία όπου δύο διαφορετικές γραμμές σκέψης συναντιούνται. Αυτές οι γραμμές μπορούν να έχουν τις ρίζες τους σε αρκετά διαφορετικά μέρη του ανθρώπινου πολιτισμού, στους διαφορετικούς χρόνους ή διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα ή διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις: ως εκ τούτου εάν συναντιούνται πραγματικά, δηλ., εάν συσχετίζονται τουλάχιστον τόσο ώστε μια πραγματική αλληλεπίδραση να μπορεί να πραγματοποιηθεί, τότε κάποιος μπορεί να ελπίζει ότι νέες και ενδιαφέρουσες εξελίξεις μπορούν να ακολουθήσουν."

Werner Heisenberg

Πέντε χρόνια πριν, είχα μια όμορφη εμπειρία που με έβαλε σε έναν δρόμο που οδήγησε στο γράψιμο αυτού του βιβλίου. Καθόμουν δίπλα στον ωκεανό ένα απόγευμα του αποκαλόκαιρου, κοιτάζοντας τα κύματα να πλησιάζουν κυλώντας και αισθανόμουν το ρυθμό της αναπνοής μου, όταν ξαφνικά ένιωσα ολόκληρο το περιβάλλον μου να συμμετέχει σε έναν γιγαντιαίο κοσμικό χορό. Όντας φυσικός, ήξερα ότι η άμμος, οι βράχοι, το νερό και ο αέρας γύρω μου αποτελούνται από δονούμενα μόρια και άτομα, και ότι αυτά με τη σειρά τους αποτελούνται από σωματίδια που αλληλεπιδρούνε μεταξύ τους δημιουργώντας και καταστρέφοντας άλλα σωματίδια. Ήξερα επίσης ότι η ατμόσφαιρα της Γης βομβαρδίζεται συνεχώς από τη βροχή των "κοσμικών ακτίνων", σωματίδια υψηλής ενέργειας που υποβάλλονται σε πολλαπλές συγκρούσεις καθώς διαπερνούν τον αέρα. Όλα αυτά μου ήταν γνωστά από την έρευνά μου στην υψηλής ενέργειας φυσική, αλλά μέχρι εκείνη την στιγμή τα είχα βιώσει μόνο μέσω γραφικών παραστάσεων, διαγραμμάτων και μαθηματικών θεωριών. Καθώς καθόμουν σε εκείνη την παραλία η προηγούμενη εμπειρία μου ζωντάνεψε. Άρχισαν να 'βλέπω' καταρράκτες ενέργειας να κατεβαίνουν από το μακρινό διάστημα, στο οποίο σωματίδια δημιουργούνταν και καταστρέφονταν με ρυθμικούς παλμούς. 'Είδα' τα άτομα των στοιχείων και εκείνα του σώματός μου να συμμετέχουν σε αυτόν τον κοσμικό χορό της ενέργειας. Ένιωσα το ρυθμό του και 'άκουσα' τον ήχο του, και εκείνη την στιγμή ήξερα ότι αυτός ήταν ο χορός του Shiva, του Άρχοντα των Χορευτών που λατρεύεται από τους Ινδουιστές.

Είχα περάσει μια μακροχρόνια κατάρτιση στη θεωρητική φυσική και είχα κάνει αρκετά χρόνια έρευνας. Συγχρόνως, είχα αποκτήσει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στον ανατολικό μυστικισμό και είχα αρχίσει να βλέπω τον παραλληλισμό με τη σύγχρονη φυσική. Προσελκύστηκα ιδιαίτερα από τις αινιγματικές πτυχές του Zen που μου θύμιζαν τους γρίφους στην κβαντική θεωρία. Στην αρχή, εντούτοις, συσχετίζοντας τα δύο ήταν μια καθαρώς διανοητική άσκηση. Το να υπερνικήσω το χάσμα μεταξύ της λογικής, αναλυτικής σκέψης και της στοχαστικής εμπειρίας της μυστικής αλήθειας, ήταν, και είναι ακόμα, πολύ δύσκολο.

Στην αρχή, βοηθήθηκα στο δρόμο μου από 'εργοστάσια ενέργειας' που μου έδειξαν πώς το μυαλό μπορεί να ρεύσει ελεύθερα. Πώς οι πνευματικές ιδέες έρχονται από μόνες τους, χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια, αναδυόμενες από τα βάθη της συνείδησης. Θυμάμαι την πρώτη τέτοια εμπειρία. Καθώς ήρθε μετά από χρόνια λεπτομερούς αναλυτικής σκέψης, ήταν τόσο καταλυτική που ξέσπασα σε δάκρυα, ταυτόχρονα, όχι αντίθετα με τον Castaneda, γράφοντας τις εντυπώσεις μου σε ένα κομμάτι χαρτί.

Αργότερα ήρθε η εμπειρία του χορού του Shiva που προσπάθησα να συλλάβω στο φωτομοντάζ της σελίδας 224. Ακολούθησαν πολλές παρόμοιες εμπειρίες που με βοήθησαν βαθμιαία στο να συνειδητοποιήσω ότι μια συνεπής άποψη του κόσμου άρχισε να αναδύεται από τη σύγχρονη φυσική τέτοια ώστε να βρίσκεται σε αρμονία με την αρχαία ανατολική σοφία. Κράτησα πολλές σημειώσεις με το χρόνο, και έγραψα μερικά άρθρα για τους παραλληλισμούς που ανακάλυπτα, μέχρι που τελικά συνόψισα την εμπειρία μου σε αυτό το αυτό βιβλίο.

Αυτό το βιβλίο προορίζεται για τον οποιονδήποτε αναγνώστη με κάποιο ενδιαφέρον για τον ανατολικό μυστικισμό και δεν χρειάζεται να ξέρει τίποτα απαραίτητα από φυσική. Προσπάθησα να παρουσιάσω τις κύριες έννοιες και θεωρίες της σύγχρονης φυσικής χωρίς οποιαδήποτε μαθηματικά και με μια μη τεχνική γλώσσα, αν και μερικές παράγραφοι μπορούν να φανούν δυσνόητες στον κοινό άνθρωπο με την πρώτη ανάγνωση. Οι τεχνικοί όροι που χρειάστηκε να εισαγάγω ορίζονται όπου εμφανίζονται για πρώτη φορά και παρατίθενται στα περιεχόμενα στο τέλος του βιβλίου.

Ελπίζω επίσης να βρω μεταξύ των αναγνωστών μου πολλούς φυσικούς με ένα ενδιαφέρον για τις φιλοσοφικές πτυχές της φυσικής, οι οποίες μέχρι τώρα δεν έχουν έρθει σε επαφή με τις θρησκευτικές φιλοσοφίες της ανατολής. Θα διαπιστώσουν ότι ο ανατολικός μυστικισμός παρέχει ένα συνεπές και όμορφο φιλοσοφικό πλαίσιο που μπορεί να προσαρμοστεί στις πιο προχωρημένες θεωρίες μας για το φυσικό κόσμο.

Σε ότι αφορά στο περιεχόμενο του βιβλίου, ο αναγνώστης μπορεί να αισθανθεί μια έλλειψη ισορροπίας μεταξύ της παρουσίασης της επιστημονικής και μυστικιστικής σκέψης. Σε όλο το βιβλίο, η κατανόηση της φυσικής πρέπει να προχωρήσει σταθερά, αλλά μια ανάλογη πρόοδος στην κατανόηση του ανατολικού μυστικισμού μπορεί να μην υπάρξει. Αυτό φαίνεται αναπόφευκτο, δεδομένου ότι ο μυστικισμός είναι, προ πάντων, μια εμπειρία που δεν μπορεί να μαθευτεί από τα βιβλία. Μια βαθύτερη κατανόηση οποιασδήποτε μυστικής παράδοσης μπορεί μόνο να βιωθεί όταν κάποιος αποφασίσει να ασχοληθεί ενεργά με αυτήν. Αυτό που μπορώ να ελπίζω είναι να δημιουργήσω το συναίσθημα ότι μια τέτοια ενασχόληση θα ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρα.

Κατά τη διάρκεια της συγγραφής αυτού του βιβλίου, η δική μου κατανόηση για την ανατολική σκέψη εμβαθύνθηκε αρκετά. Για αυτό είμαι υποχρεωμένος σε δύο άτομα που προέρχονται από την ανατολή. Είμαι βαθιά ευγνώμων στον Phiroz Mehta που μου άνοιξε τα μάτια σε πολλές πτυχές του ινδικού μυστικισμού, και στο δάσκαλό μου Liu Hsiu Ch'i του T'ai Chi που με εισήγαγε στον τρόπο ζωής του Ταοϊσμού.

Είναι αδύνατο να αναφέρω τα ονόματα όλων- επιστήμονες, καλλιτέχνες, σπουδαστές, και φίλοι- οι οποίοι με βοήθησαν να διατυπώσω τις ιδέες μου σε εμπνευσμένες συζητήσεις. Αισθάνομαι, ωστόσο, ότι οφείλω ιδιαίτερη χάρη στους Graham Alexander, Jonathan Ashmore, Stratford Caldecott, Lyn Gambles, Sonia Newby Ray Rivers, Joel Scherk, George Sudarshan, και Ryan Thomas.

Τέλος, είμαι υπόχρεος στη Kα Pauly Bauer-Ynnhof από τη Βιέννη για τη γενναιόδωρη οικονομική ενίσχυσή της σε μία εποχή που ήταν αναγκαία όσο ποτέ.

Λονδίνο,

Fritjof Capra

Δεκέμβριος 1974.





Source: Physics Complete.


ΥΣ. Το 'Ταό και Φυσική' το είχα διαβάσει μικρός, πριν σπουδάσω φυσική, οπότε, εκείνη την εποχή, μου έκαναν εξίσου εντύπωση η έννοιες της φυσικής και του μυστικισμού. Αφότου σπούδασα φυσική, αυτό που χρειάστηκε στη συνέχεια ήταν όχι να μάθω το μυστικισμό, αλλά να ανακαλύψω το μυστήριο μέσα στη φυσική, δηλαδή να κατανοήσω τη μέθοδο της φυσικής σε βάθος. Αυτό σημαίνει πως δε χρειάζομαι την όποια προσφυγή στο μυστικισμό για να κατανοήσω το μυστήριο της ζωής. Επομένως την ανατολική, όπως και τη δυτική φιλοσοφία, την αντιλαμβάνομαι και κατανοώ μέσα στα πλαίσια της φυσικής. Και αυτό, γιατί μου είναι πλέον εντελώς αδύνατο και αδιανόητο να διαχωρίσω το μυστήριο και την κριτική σκέψη, αφού δεν αναγνωρίζω καμία διάσταση μεταξύ τους. Εντούτοις συστήνω το παρόν βιβλίο στους νέους ανθρώπους που θέλουν να ανοίξουν τους ορίζοντες της σκέψης τους, και στους 'παλιούς' για να έχουν να θυμούνται.