1 Φεβ 2024

Σχετικά με μια ιδιαίτερη πρόνοια, και μια μελλοντική πολιτεία

 

Ντέιβιντ Χιουμ

 

Πρόσφατα είχα μια συζήτηση με έναν φίλο που αγαπά τα σκεπτικιστικά παράδοξα. Αν και προώθησε πολλές αρχές τις οποίες δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εγκρίνω, θα τις αντιγράψω εδώ από τη μνήμη μου όσο ακριβέστερα μπορώ, για να τις υποβάλω στην κρίση του αναγνώστη, καθώς φαίνεται να είναι ενδιαφέρουσες, και να έχουν κάποια σχέση με την αλυσίδα συλλογισμών που ακολουθήθηκαν ως τώρα.

 

Η συζήτησή μας ξεκίνησε με τον θαυμασμό μου για τη μοναδική καλή τύχη της φιλοσοφίας, η οποία, καθώς απαιτεί απόλυτη ελευθερία πάνω από όλα τα άλλα προνόμια, και η οποία ευδοκιμεί κυρίως χάρη στην ελεύθερη αντίθεση των συναισθημάτων και της επιχειρηματολογίας, γεννήθηκε για πρώτη φορά σε μια εποχή και χώρα ελευθερίας και ανοχής, και δεν περιορίστηκε ποτέ, ακόμη και όταν εξέφραζε τις πιο εξωφρενικές αρχές, από δοξασίες, παραχωρήσεις, ή ποινικούς νόμους. Διότι, με εξαίρεση τον εξορισμό του Πρωταγόρα και τη θανάτωση του Σωκράτη (η οποία προήλθε εν μέρει από άλλα κίνητρα), δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου περιπτώσεις στην αρχαία ιστορία αυτής της μεγαλομανούς ζήλιας με την οποία η σημερινή εποχή τόσο πολύ διακατέχεται. Ο Επίκουρος έζησε στην Αθήνα μέχρι προχωρημένη ηλικία με ειρήνη και ηρεμία: στους Επικούρειους δόθηκε ακόμα και το ιερατικό αξίωμα, και μπορούσαν να λειτουργούν στο βωμό, στις πιο ιερές τελετές της καθιερωμένης θρησκείας. Και η δημόσια παροχή συντάξεων και μισθών προσφερόταν ισότιμα από τον σοφότερο από όλους τους Ρωμαίους αυτοκράτορες στους διδασκάλους κάθε υποδιαίρεσης της φιλοσοφίας. Το πόσο απαραίτητη ήταν μια τέτοια μεταχείριση για τη φιλοσοφία στην πρώιμη νεότητά της θα γίνει εύκολα αντιληπτό αν σκεφτούμε ότι ακόμη και σήμερα, όπου μπορεί να υποτεθεί ότι είναι πιο ανθεκτική και στιβαρή, η φιλοσοφία αντέχει με πολύ δυσκολία την κακία των εποχών, με αυτούς τους δυνατούς ανέμους συκοφαντίας και καταδίωξης που πνέουν εναντίον της.

 

Θαυμάζεις, λέει ο φίλος μου, ως μοναδική καλή τύχη της φιλοσοφίας αυτό που φαίνεται να προκύπτει από τη φυσική πορεία των πραγμάτων, και να είναι αναπόφευκτο σε κάθε εποχή και έθνος. Αυτός ο επίμονος φανατισμός, για τον οποίο παραπονιέσαι ότι είναι τόσο μοιραίος για τη φιλοσοφία, είναι στην πραγματικότητα απόγονός της, ο οποίος, αφού συμμαχεί με τη δεισιδαιμονία, αποχωρίζεται εντελώς από τα συμφέροντα της μητέρας του, και γίνεται ο πιο σκληρός εχθρός και διώκτης της. Τα θεωρητικά δόγματα της θρησκείας, που σήμερα αποτελούν την αιτία λυσσαλέων διαφωνιών, δεν ήταν δυνατόν να συλληφθούν ή να γίνουν δεκτά στα πρώτα στάδια του κόσμου. Εκείνη την εποχή η ανθρωπότητα, όντας εντελώς αναλφάβητη, είχε σχηματίσει μια ιδέα για τη θρησκεία πιο κατάλληλη για την περιορισμένη τότε αντίληψή της, και συνέθεσε τις ιερές της αρχές από ιστορίες που ήταν κυρίως το αντικείμενο παραδοσιακής πίστης, και όχι τόσο από επιχειρήματα ή αμφισβήτηση. Αφού λοιπόν έγινε η πρώτη επανάσταση, που προέκυψε από τα νέα παράδοξα και αρχές των φιλοσόφων, αυτοί οι δάσκαλοι από τότε, κατά τους αιώνες της αρχαιότητας, φαίνεται να έζησαν σε μεγάλη αρμονία με τις καθιερωμένες δεισιδαιμονίες, και να έκαναν μια δίκαιη μοιρασιά της ανθρωπότητας μεταξύ τους. Οι μεν διεκδικώντας όλους τους λόγιους και σοφούς, οι δε κατέχοντας όλους τους χυδαίους και αγράμματους ανθρώπους.

 

Φαίνεται λοιπόν, λέω εγώ, ότι αφήνεις την πολιτική εντελώς εκτός συζήτησης, και ποτέ δεν υποθέτεις ότι ένας σοφός αξιωματούχος μπορεί δικαίως να φθονεί ορισμένες αρχές της φιλοσοφίας, όπως αυτές του Επίκουρου, οι οποίες, απορρίπτοντας τη θεϊκή ύπαρξη, και κατά συνέπεια μια πρόνοια και μια μελλοντική πολιτεία, φαίνεται να χαλαρώνουν σε μεγάλο βαθμό τα δεσμά της ηθικής, και οι οποίες αρχές μπορεί να θεωρηθούν για αυτόν τον λόγο καταστροφικές για την ειρήνη της πολιτισμένης κοινωνίας.

 

Ξέρω, απάντησε εκείνος, ότι στην πραγματικότητα αυτοί οι διωγμοί ποτέ, σε καμία εποχή, δεν προήλθαν από ήρεμη λογική, ή από την εμπειρία των καταστροφικών συνεπειών της φιλοσοφίας, αλλά προέκυψαν εξ ολοκλήρου από πάθος και προκατάληψη. Αλλά τι θα γινόταν αν προχωρούσα περισσότερο και ισχυριζόμουν ότι αν ο Επίκουρος είχε κατηγορηθεί ενώπιον του λαού, από οποιονδήποτε από τους συκοφάντες ή πληροφοριοδότες εκείνων των ημερών, θα μπορούσε εύκολα να υπερασπιστεί την υπόθεση του, και να αποδείξει ότι οι αρχές της φιλοσοφίας του ήταν εξίσου σωτήριες με εκείνες των αντιπάλων του, που είχαν προσπαθήσει με τέτοιο ζήλο να τον εκθέσουν στο δημόσιο μίσος και φθόνο;

 

Θα ήθελα, είπα, να αναπτύξεις με την ευγλωττία σου ένα τόσο εξαιρετικό θέμα, και να εκφωνήσεις έναν λόγο για τον Επίκουρο, που θα μπορούσε να ικανοποιήσει όχι τον όχλο της Αθήνας, αν αυτή η αρχαία και ευγενική πόλη θα μπορούσε να περιέχει έναν όχλο, αλλά το πιο φιλοσοφημένο μέρος του κοινού του, το οποίο θα μπορούσε να κατανοήσει τα επιχειρήματά του.

 

Το θέμα δεν θα ήταν δύσκολο υπό τέτοιες συνθήκες, απάντησε εκείνος: Και αν θες, θα υποθέσω ότι εγώ είμαι ο Επίκουρος προς το παρόν, και θα σε βάλω να υποδυθείς τον αθηναϊκό λαό, και θα σου παρουσιάσω τέτοια ομιλία ώστε η υδρία θα γεμίσει με λευκά βότσαλα,[1] και δεν θα αφήσω ούτε ένα μαύρο βότσαλο να πέσει μέσα για να ικανοποιήσει την κακία των αντιπάλων μου.

 

Πολύ καλά, απάντησα. Συνέχισε με αυτές τις προϋποθέσεις.

 

Έρχομαι εδώ, ω Αθηναίοι, για να δικαιολογήσω στη συνέλευσή σας ό,τι υποστήριξα στη σχολή μου, και βρίσκομαι κατηγορούμενος από εξαγριωμένους ανταγωνιστές, αντί να συνδιαλέγομαι με ήρεμους και χωρίς πάθος εξεταστές. Οι συσκέψεις σας, οι οποίες ορθώς πρέπει να απευθύνονται σε ζητήματα δημόσιου καλού και συμφέροντος της κοινοπολιτείας, εκτρέπονται σε έρευνες της υποθετικής φιλοσοφίας· και αυτές οι υπέροχες, αλλά ίσως άκαρπες έρευνες, αντικαθιστούν τις πιο γνωστές και πιο χρήσιμες ασχολίες σας. Αλλά, στο βαθμό που μπορώ, θα αποτρέψω αυτήν την κατάχρηση. Δεν θα διαφωνήσουμε εδώ σχετικά με την προέλευση και τη διακυβέρνηση των κόσμων. Θα διερευνήσουμε μόνο σε ποιο βαθμό τέτοια ερωτήματα αφορούν το δημόσιο συμφέρον. Και αν μπορώ να σας πείσω ότι δεν έχουν καμία σχέση με την ειρήνη της κοινωνίας και την ασφάλεια της κυβέρνησης, ελπίζω ότι θα μας στείλετε πίσω στις σχολές μας, εκεί να εξετάσουμε στον ελεύθερό μας χρόνο την πιο υπέροχη, αλλά την ίδια στιγμή την πιο θεωρητική, από όλες τις φιλοσοφίες.

 

Οι θρησκευτικοί φιλόσοφοι, μη ικανοποιημένοι με την παράδοση των προπατόρων σας και το δόγμα των ιερέων σας (το οποίο αποδέχομαι πρόθυμα), επιδίδονται σε μια απερίσκεπτη περιέργεια, προσπαθώντας να θεμελιώσουν τη θρησκεία στις αρχές της λογικής· και έτσι διεγείρουν, αντί να ικανοποιούν, τις αμφιβολίες που φυσικά προκύπτουν από μια επιμελή και ενδελεχή έρευνα. Ζωγραφίζουν με τα πιο υπέροχα χρώματα την τάξη, την ομορφιά, και τη σοφή διάταξη του σύμπαντος· και μετά ρωτάνε εάν μια τέτοια ένδοξη επίδειξη ευφυΐας θα μπορούσε να προέλθει από την τυχαία συνάθροιση των ατόμων, ή εάν η τύχη θα μπορούσε να παράγει αυτό που η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα δεν μπορεί ποτέ να θαυμάσει επαρκώς. Δεν θα εξετάσω την εγκυρότητα αυτού του επιχειρήματος· θα το αφήσω να είναι τόσο βάσιμο όσο οι ανταγωνιστές και κατήγοροί μου επιθυμούν. Αρκεί, αν μπορώ να αποδείξω με αυτό ακριβώς το σκεπτικό, ότι το ερώτημα είναι εντελώς υποθετικό, και ότι όταν στις φιλοσοφικές μου έρευνες αρνούμαι μια πρόνοια και μια μελλοντική πολιτεία δεν υπονομεύω τα θεμέλια της κοινωνίας, αλλά προωθώ αρχές οι οποίες από μόνες τους, βασισμένες στα δικά τους χαρακτηριστικά, εάν υποστηριχθούν με συνέπεια, πρέπει να είναι στέρεες και ικανοποιητικές.

 

Εσείς λοιπόν, οι κατήγοροί μου, έχετε αναγνωρίσει ότι το κύριο ή μοναδικό επιχείρημα για τη θεϊκή ύπαρξη (την οποία ποτέ δεν αμφισβήτησα) προέρχεται από την τάξη της φύσης. Σε αυτήν εμφανίζονται τέτοια σημάδια ευφυΐας και σχεδιασμού ώστε κάποιος να θεωρήσει υπερβολικό να αποδώσει την αιτία στην τύχη ή στην τυφλή και χωρίς καθοδήγηση δύναμη της ύλης. Καταλαβαίνετε ότι αυτό είναι ένα επιχείρημα που προέρχεται πηγαίνοντας από τα αποτελέσματα στις αιτίες. Από την τάξη του έργου συμπεραίνει κάποιος ότι πρέπει να υπήρχε πρόθεση και πρόβλεψη από τον δημιουργό του έργου. Παρότι δεν μπορείτε να το αντιληφθείτε, επιτρέψτε μου να πω, το συμπέρασμά σας δεν ισχύει, καθώς προσπαθείτε να καταλήξετε σε ένα συμπέρασμα ανώτερο από αυτό που δικαιολογούν τα φαινόμενα της φύσης. Αυτές είναι οι παραδοχές σας. Ας δούμε τώρα τις συνέπειες.

 

Όταν συμπεραίνουμε μια συγκεκριμένη αιτία από ένα αποτέλεσμα, πρέπει να αναλογίσουμε το ένα με το άλλο, και δεν μπορούμε ποτέ να αποδώσουμε στην αιτία οποιεσδήποτε ιδιότητες εκτός από εκείνες που είναι επαρκώς απαραίτητες για να παράγουν το αποτέλεσμα. Ένα σώμα δέκα ουγγιών τοποθετημένο σε οποιαδήποτε κλίμακα μπορεί να χρησιμεύσει ως απόδειξη ότι το αντιστάθμισμα ισούται με δέκα ουγγιές· αλλά δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπερβαίνει τις εκατό ουγγιές. Εάν η αιτία που έχει αποδοθεί για οποιοδήποτε αποτέλεσμα δεν είναι επαρκής για να το παράγει, πρέπει είτε να απορρίψουμε αυτήν την αιτία, ή να προσθέσουμε σε αυτήν ιδιότητες που θα της δώσουν μια σωστή αναλογία με το αποτέλεσμα. Αλλά αν της αποδώσουμε παραπάνω ιδιότητες, ή θεωρήσουμε ότι είναι ικανή να παράγει άλλα αποτελέσματα, μπορούμε μόνο να καταλήξουμε στο χώρο της εικασίας, και να υποθέσουμε αυθαίρετα την ύπαρξη ιδιοτήτων και ενεργειών χωρίς λόγο ή αρχή.

 

Ο ίδιος κανόνας ισχύει είτε η αιτία που αποδίδεται είναι η τραχιά ασυνείδητη ύλη, είτε ένα λογικό νοήμον ον. Εάν η αιτία είναι γνωστή μόνο από το αποτέλεσμα, δεν πρέπει ποτέ να της αποδώσουμε ιδιότητες πέρα ​​από αυτές που απαιτούνται ακριβώς για να παράγουν το αποτέλεσμα. Ούτε μπορούμε με κανόνες σωστού συλλογισμού να επιστρέψουμε από την αιτία, και να συμπεράνουμε άλλα αποτελέσματα από αυτήν, πέρα ​​από εκείνα με τα οποία μάς είναι μοναδικά γνωστή. Κανείς κοιτάζοντας και μόνο μια από τις εικόνες του Ζεύξη[2] δεν θα μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν επίσης αγαλματοποιός ή αρχιτέκτονας, και ότι ήταν ένας καλλιτέχνης τόσο επιδέξιος στην πέτρα και στο μάρμαρο όσο και στα χρώματα. Μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε ότι ο καλλιτέχνης διαθέτει το ταλέντο και το γούστο που εκδηλώνονται στο έργο. Η αιτία πρέπει να είναι ανάλογη με το αποτέλεσμα. Και αν θεωρήσουμε την αναλογία με ακρίβεια, δεν θα βρούμε ποτέ σε αυτήν καμία ιδιότητα περιττή, ούτε θα χρειαστεί να υποθέσουμε κάποιο άλλο σχέδιο ή απόδοση. Τέτοιες ιδιότητες θα βρίσκονταν πέρα ​​από ό,τι είναι εντελώς απαραίτητο για να παραχθεί το αποτέλεσμα που εξετάζουμε.

 

Επιτρέποντας επομένως στους θεούς να είναι οι δημιουργοί της ύπαρξης και της τάξης του σύμπαντος, θα κατέχουν αυτόν τον ακριβή βαθμό δύναμης, ευφυΐας, και καλοσύνης, που φαίνεται στο έργο τους. Αλλά τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να αποδειχθεί, εκτός αν χρησιμοποιήσουμε την υπερβολή και την κολακεία για να καλύψουμε τα ελαττώματα της επιχειρηματολογίας και του συλλογισμού. Εφόσον τα ίχνη κάποιων θεϊκών ιδιοτήτων εμφανίζονται στη φύση, μέχρι εκεί και μόνο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπάρχουν αυτές οι ιδιότητες. Η υπόθεση των επιπλέον χαρακτηριστικών είναι μια απλή υπόθεση. Ακόμη περισσότερο φανταστική είναι η υπόθεση ότι σε μακρινές περιοχές ή εποχές υπήρξε ή θα υπάρξει μια πιο θαυμάσια εμφάνιση αυτών των ιδιοτήτων, και ένα σχέδιο διοίκησης του κόσμου πιο κατάλληλο για τέτοιες φανταστικές αρετές. Δεν μπορούμε ξεκινώντας από το σύμπαν ως το αποτέλεσμα να καταλήξουμε στον Δία ως την αιτία, και μετά να επιστρέψουμε για να συνάγουμε οποιοδήποτε νέο αποτέλεσμα από αυτήν την αιτία· λες και τα τωρινά αποτελέσματα δεν ήταν από μόνα τους άξια των ένδοξων ιδιοτήτων που αποδίδουμε σε εκείνη τη θεότητα. Η γνώση της αιτίας που αποδίδεται αποκλειστικά σε κάποιο  αποτέλεσμα πρέπει να ταιριάζει καλά με αυτό το αποτέλεσμα· και είτε το ένα είτε το άλλο δεν μπορούν να αναφέρονται σε κάτι περισσότερο, ή να αποτελέσουν το θεμέλιο οποιουδήποτε νέου συμπεράσματος.

 

Στη φύση βρίσκουμε συγκεκριμένα φαινόμενα. Αναζητάμε την αιτία ή τον δημιουργό. Φανταζόμαστε ότι τον έχουμε βρει. Ύστερα ερωτευόμαστε τόσο πολύ αυτό το δημιούργημα του μυαλού μας ώστε το θεωρούμε αδύνατο να υπάρχει, καθώς θα πρέπει να παράγει κάτι μεγαλύτερο και τελειότερο από την παρούσα σκηνή των πραγμάτων, η οποία είναι γεμάτη αρρώστια και αταξία. Ξεχνάμε ότι αυτή η υπερθετική ευφυΐα και καλοσύνη είναι εντελώς φανταστική, ή τουλάχιστον χωρίς καμία λογική βάση, και ότι δεν έχουμε λόγο να αποδώσουμε στο θεό κάποιες ιδιότητες, καθώς αυτό που βλέπουμε το έχει ήδη ασκήσει και παρουσιάσει στα έργα του. Έστω λοιπόν ότι ταιριάζουν οι θεοί σας, ω φιλόσοφοι, με τις παρούσες εμφανίσεις της φύσης· και ας υποθέσουμε ότι δεν θα αλλοιώσουμε αυτές τις εμφανίσεις με αυθαίρετες υποθέσεις για να τις ταιριάξουμε με ιδιότητες που με τόση αγάπη αποδίδετε στις θεότητές σας.

 

Όταν ιερείς και ποιητές, υποστηριζόμενοι από την εξουσία σας, ω Αθηναίοι, μιλούν για μια χρυσή ή αργυρή εποχή, που προηγήθηκε της παρούσας κατάστασης κακίας και δυστυχίας, τους ακούω με προσοχή και με ευλάβεια. Αλλά όταν οι φιλόσοφοι, που προσποιούνται ότι παραμελούν την εξουσία και καλλιεργούν τη λογική, λένε το ίδιο, δεν τους ανταποδίδω την δουλοπρεπή υποταγή και τον υποκριτικό σεβασμό. Γιατί, ρωτάω: ποιος τους πήγε στους ουράνιους τόπους, ποιος τους έβαλε στα συμβούλια των θεών, ποιος τους έδειξε το βιβλίο της μοίρας, ώστε να βεβαιώνουν έτσι βεβιασμένα ότι οι θεότητές τους έχουν επιτελέσει οποιονδήποτε σκοπό πέρα ​​από αυτόν που πραγματικά φαίνεται να υπάρχει; Αν μου απαντήσουν ότι ακολούθησαν τη λογική, συμπεραίνοντας τις αιτίες από τα αποτελέσματα, εξακολουθώ να επιμένω ότι υποβοηθήθηκαν από τα φτερά της φαντασίας. Διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να αλλοιώσουν έτσι τον τρόπο των συμπερασμάτων τους σχετικά με τα αίτια και τα αποτελέσματα, υποθέτοντας ότι μια κατασκευή πιο τέλεια από τον παρόντα κόσμο θα ήταν πιο ταιριαστή για τέλεια όντα όπως οι θεοί, ξεχνώντας ότι δεν έχουν λόγο να αποδώσουν σε αυτά τα ουράνια όντα καμία τελειότητα ή οποιαδήποτε ιδιότητα, πέρα αυτών που μπορούν να βρεθούν στον παρόντα κόσμο.

 

Εξού και όλη η άκαρπη προσπάθεια για να εξηγηθούν οι κακές εμφανίσεις της φύσης, και για να διασωθεί η τιμή των θεών, ενώ αντίθετα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα αυτού του κακού και της αταξίας, με την οποία ο κόσμος αφθονεί τόσο πολύ. Οι πάγιες και αμετάθετες ιδιότητες της ύλης, μας λένε, ή η διατήρηση γενικών νόμων, ή κάποιος τέτοιος λόγος, είναι η μόνη αιτία που έλεγξε τη δύναμη και την καλοσύνη του Δία, και τον υποχρέωσε να δημιουργήσει την ανθρωπότητα και κάθε λογικό πλάσμα τόσο ατελές και δυστυχισμένο. Αυτά λοιπόν τα χαρακτηριστικά φαίνεται ότι είναι δεδομένα σε γενικές γραμμές. Και σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, τέτοιες εικασίες υποτίθεται ότι μπορούν να γίνουν δεκτές ως εύλογες λύσεις των δυσάρεστων φαινομένων. Αλλά και πάλι ρωτάω: Γιατί να θεωρούμε δεδομένες αυτές τις ιδιότητες, ή γιατί να αποδίδουμε στην αιτία οποιεσδήποτε ιδιότητες εκτός από εκείνες που εμφανίζονται στα πραγματικά φαινόμενα; Γιατί να βασανίζουμε το μυαλό μας για να δικαιολογήσουμε την πορεία της φύσης με υποθέσεις, οι οποίες, πρέπει να ξέρετε, μπορεί να είναι εντελώς φανταστικές, και για τις οποίες δεν υπάρχουν ενδείξεις στην πορεία της φύσης;

 

Η θρησκευτική υπόθεση επομένως πρέπει να θεωρηθεί μόνο ως μια συγκεκριμένη μέθοδος συλλογιστικής για τα ορατά φαινόμενα του σύμπαντος· αλλά κανένας δίκαιος άνθρωπος της λογικής δεν θα υποθέσει ποτέ ότι θα συνάγει από αυτήν τη μέθοδο οποιοδήποτε μεμονωμένο γεγονός, και ότι θα αφαιρέσει ή θα προσθέσει στα φαινόμενα οποιοδήποτε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Αν νομίζετε ότι οι εμφανίσεις των πραγμάτων αποδεικνύουν τέτοιες αιτίες, τότε σας επιτρέπεται να βγάλετε συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη αυτών των αιτιών. Σε τέτοια περίπλοκα και λεπτά θέματα, ο καθένας μπορεί να έχει την ελευθερία των εικασιών και των επιχειρημάτων. Αλλά εδώ πρέπει να κάνουμε μια παύση. Εάν αναδρομικά συμπεράνετε από τις υποτιθέμενες αιτίες σας ότι κάποιο άλλο γεγονός υπήρξε, ή θα υπάρξει, στην πορεία της φύσης, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως πληρέστερη απόδειξη συγκεκριμένων ιδιοτήτων· τότε πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι έχετε απομακρυνθεί από τη μέθοδο συλλογισμού που αναφέρεται στο παρόν θέμα, και σίγουρα έχετε προσθέσει κάτι στις ιδιότητες της αιτίας, πέρα ​​από αυτό που φαίνεται στο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν θα μπορούσατε ποτέ, με ανεκτή λογική ή κοσμιότητα, να προσθέσετε κάτι στο αποτέλεσμα προκειμένου να το καταστήσετε πιο αντάξιο της αιτίας.

 

Πού βρίσκεται λοιπόν το απεχθές του δόγματος που διδάσκω στο σχολείο μου, και που συζητάω στους κήπους; Ή τι το κακό βρίσκετε σε όλο αυτό το ζήτημα, όπου η εξασφάλιση των χρηστών ηθών, ή η ειρήνη και η τάξη της κοινωνίας, δεν παίζουν κανένα ρόλο;

 

Αρνούμαι μια πρόνοια και έναν ανώτατο κυβερνήτη του κόσμου, που καθοδηγεί την εξέλιξη των γεγονότων, και τιμωρεί τους φαύλους με κακοφημία και απογοήτευση, και ανταμείβει τους ενάρετους με τιμή και επιτυχία σε όλα τους τα εγχειρήματα. Αλλά σίγουρα δεν αρνούμαι την ίδια την πορεία των γεγονότων, η οποία είναι ανοιχτή στην έρευνα και στην εξέταση όλων. Αναγνωρίζω ότι στην παρούσα τάξη πραγμάτων η αρετή συνοδεύεται από περισσότερη γαλήνη παρά κακία, και συναντά μια πιο ευνοϊκή υποδοχή από τον κόσμο. Καταλαβαίνω ότι, σύμφωνα με την προηγούμενη εμπειρία της ανθρωπότητας, η φιλία είναι η κύρια χαρά της ανθρώπινης ζωής, και η μετριοπάθεια η μόνη πηγή ηρεμίας και ευτυχίας. Ποτέ δεν αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στην ενάρετη και στη μοχθηρή πορεία της ζωής· αλλά αντιλαμβάνομαι ότι, για ένα καλά προδιατεθειμένο μυαλό, κάθε πλεονέκτημα είναι με το μέρος της αρετής. Και τι μπορείτε να πείτε επιπλέον με βάση όλες τις υποθέσεις και τους συλλογισμούς σας; Μου λέτε πράγματι ότι αυτή η προδιάθεση των πραγμάτων πηγάζει από ευφυΐα και σχέδιο. Αλλά από ό,τι κι αν προέρχεται, αυτή η ίδια προδιάθεση, από την οποία εξαρτάται η ευτυχία ή η δυστυχία μας, και κατά συνέπεια η συμπεριφορά και η στάση μας στη ζωή, παραμένει η ίδια. Έχω τη δυνατότητα, όπως και εσείς, να ρυθμίσω τη συμπεριφορά μου χάρη στην εμπειρία μου από γεγονότα του παρελθόντος. Και, καθώς λέτε, αν υπάρχει μια θεία πρόνοια και μια υπέρτατη δικαιοσύνη στο σύμπαν, θα έπρεπε να περιμένουμε μια πιο συγκεκριμένη ανταμοιβή των καλών και τιμωρία των κακών, πέρα ​​από τη συνηθισμένη εξέλιξη των γεγονότων. Εδώ βρίσκω την ίδια πλάνη την οποία προσπάθησα πριν να καταδείξω. Επιμένετε να φαντάζεστε ότι αν θεωρήσουμε δεδομένη αυτή τη θεϊκή ύπαρξη, την οποία υποστηρίζετε τόσο ένθερμα, μπορούμε να συνάγουμε με ασφάλεια συνέπειες από αυτήν, και να προσθέσουμε κάτι στην εμπειρική τάξη της φύσης, με βάση τις ιδιότητες που αποδίδετε στους θεούς σας. Φαίνεται ότι δεν θυμάστε ότι όλοι οι συλλογισμοί σας για αυτό το θέμα μπορούν να αντληθούν μόνο με αναγωγή από τα αποτελέσματα στις αιτίες. Και ότι κάθε επιχείρημα που προκύπτει πηγαίνοντας από τα αίτια στα αποτελέσματα πρέπει αναγκαστικά να είναι χονδροειδής σοφιστεία, δεδομένου ότι είναι αδύνατο να γνωρίζουμε οτιδήποτε για την αιτία, εκτός από ό,τι έχει προηγουμένως ανακαλυφθεί στο αποτέλεσμα.

 

Αλλά τι πρέπει να σκεφτεί κάποιος για εκείνους τους ματαιόδοξους φιλοσόφους, οι οποίοι αντί να θεωρούν την παρούσα σκηνή των πραγμάτων ως μοναδικό αντικείμενο της ενατένισής τους, αντιστρέφουν ολόκληρη την πορεία της φύσης, ώστε να καταστήσουν την ανθρώπινη ζωή απλώς ένα πέρασμα σε κάτι πιο μακρινό· σαν μια βεράντα, που οδηγεί σε ένα μεγαλύτερο και πολύ διαφορετικό κτίριο· ή σαν έναν πρόλογο που χρησιμεύει μόνο για να εισάγει το κυρίως θέμα, και για να του δώσει περισσότερη χάρη και ευπρέπεια; Από πού νομίζετε μπορούν τέτοιοι φιλόσοφοι να αντλήσουν την ιδέα τους για τους θεούς; Από τη δική τους έπαρση και φαντασία σίγουρα. Διότι αν την αντλούσαν από τα καθημερινά φαινόμενα, δεν θα φαινόταν αυτή η ιδέα ως κάτι απόμακρο, αλλά θα προσαρμοζόταν στα φαινόμενα. Ότι η θεότητα μπορεί ενδεχομένως να είναι προικισμένη με ιδιότητες που δεν έχουμε δει ποτέ να εκφράζονται· ότι μπορεί να διέπεται από αρχές δράσης τις οποίες δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε: όλα αυτά επιτρέπονται ελεύθερα. Αλλά και πάλι αυτό είναι μια απλή πιθανότητα και υπόθεση. Δεν μπορούμε να αποδώσουμε κάποια χαρακτηριστικά ή αρχές δράσης στο θεό, παρά μόνο στο βαθμό που γνωρίζουμε ότι έχουν εκφραστεί και ανακαλυφθεί.

 

Υπάρχουν σημάδια δικαιοσύνης στον κόσμο; Αν απαντήσουμε καταφατικά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, εφόσον ασκείται στον κόσμο, η δικαιοσύνη έχει εκφραστεί. Εάν απαντήσουμε αρνητικά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν έχουμε κανένα λόγο να αποδώσουμε τη δικαιοσύνη, όπως την εννοούμε, στους θεούς. Εάν δώσουμε μια ενδιάμεση απάντηση, μεταξύ κατάφασης και άρνησης, λέγοντας ότι η δικαιοσύνη των θεών επί του παρόντος ασκείται εν μέρει αλλά όχι στην πλήρη έκτασή της: απαντώ ότι δεν υπάρχει λόγος να της δώσουμε κάποια συγκεκριμένη έκταση, πέρα από τα πλαίσια μέσα στα οποία ασκείται.

 

Έτσι φέρνω τη διαφωνία με τους ανταγωνιστές μου, ω Αθηναίοι, στο ζητούμενο. Η πορεία της φύσης είναι ανοιχτή στη σκέψη μου όπως και στη δική τους. Η εμπειρική διαδικασία των γεγονότων αποτελεί το πρότυπο με το οποίο όλοι ρυθμίζουμε τη συμπεριφορά μας. Καμία ένσταση δεν μπορεί να υπάρξει επαυτού στη βουλή ή στο δικαστήριο. Τίποτα άλλο δεν πρέπει να ακούγεται σχετικά στο σχολείο ή στα ιδιαίτερα. Μάταια η περιορισμένη κατανόησή μας θα προσπαθήσει να ξεπεράσει αυτά τα όρια, που είναι τόσο περιορισμένα για την καλή μας φαντασία. Ενώ κτίζουμε τα επιχειρήματά μας πάνω στα γεγονότα της φύσης, και συμπεραίνουμε την ύπαρξη κάποιας ευφυούς αιτίας, η οποία πρώτα όρισε και εξακολουθεί να διατηρεί την τάξη στο σύμπαν, ασπαζόμαστε μια αρχή η οποία είναι και αβέβαιη και άχρηστη. Είναι αβέβαιη, γιατί το ζητούμενο βρίσκεται πέρα ​​από την εμβέλεια της ανθρώπινης εμπειρίας. Είναι επίσης άχρηστη: η γνώση μας για αυτήν την αιτία προέρχεται εξ ολοκλήρου από την πορεία της φύσης· δεν μπορούμε ποτέ, σύμφωνα με τους κανόνες της ορθής λογικής, να οδηγηθούμε αναδρομικά από την αιτία σε οποιοδήποτε νέο συμπέρασμα, ή, κάνοντας προσθήκες στην κοινή και βιωμένη πορεία της φύσης, να καθορίσουμε τυχόν νέους κανόνες στάσης και συμπεριφοράς.

 

Παρατηρώ (είπα εγώ, διαπιστώνοντας ότι εκείνος είχε τελειώσει το κήρυγμά του) ότι δεν παραμελείς την τέχνη των παλιών δημαγωγών. Και καθώς με κάνεις να αντιπροσωπεύσω το λαό, κερδίζεις την εύνοιά μου υιοθετώντας αυτές τις αρχές για τις οποίες ξέρεις ότι πάντα έδειχνα μια ιδιαίτερη προσήλωση. Αλλά το να κάνεις την εμπειρία (όπως πράγματι πιστεύω ότι θα έπρεπε) το μόνο πρότυπο της κρίσης μας σχετικά με αυτό και όλα τα άλλα πραγματικά ερωτήματα· δεν αμφιβάλλω, αλλά από την ίδια εμπειρία την οποία επικαλείσαι ίσως είναι δυνατό να αντικρούσει κανείς αυτόν τον συλλογισμό, τον οποίο έβαλες στο στόμα του Επίκουρου. Αν έβλεπες, για παράδειγμα, ένα μισοτελειωμένο κτίριο, περιτριγυρισμένο με σωρούς από τούβλα και πέτρες και κονίαμα, και όλα τα εργαλεία τοιχοποιίας, δεν θα μπορούσες να συμπεράνεις από το αποτέλεσμα ότι ήταν έργο έντεχνου σχεδιασμού; Και δεν θα μπορούσες αναδρομικά από αυτήν την υποτιθέμενη αιτία να συνάγεις νέες προσθήκες στο αποτέλεσμα, και να συμπεράνεις ότι το κτίριο θα τελείωνε σύντομα, και ότι θα λάμβανε όλες τις περαιτέρω βελτιώσεις που η αρχιτεκτονική τέχνη θα μπορούσε να του δώσει; Αν έβλεπες στην ακτή το αποτύπωμα ενός ανθρώπινου ποδιού, θα συμπέραινες ότι ένας άνθρωπος είχε περάσει από εκεί, και ότι θα είχε αφήσει εκεί και το ίχνος του άλλου ποδιού, αν και θα είχε σβηστεί από το κύλισμα της άμμου και το κύμα της θάλασσας. Γιατί τότε αρνείσαι να παραδεχτείς την ίδια μέθοδο συλλογισμού σε σχέση με την τάξη της φύσης; Θεώρησε τον κόσμο και την παρούσα ζωή μόνο ως ένα ατελές κτίριο, από το οποίο μπορείς να συνάγεις μια ανώτερη νοημοσύνη· και με βάση αυτή την ανώτερη ευφυΐα, η οποία δεν μπορεί να αφήσει τίποτα ατελές, γιατί δεν μπορείς να συμπεράνεις ένα πιο ολοκληρωμένο σχέδιο, το οποίο θα ολοκληρωθεί κάποτε στο χώρο και στο χρόνο; Δεν είναι ακριβώς παρόμοιες αυτές οι μέθοδοι συλλογισμού; Και με ποιο πρόσχημα μπορείς να ενστερνίζεσαι τη μία, ενώ απορρίπτεις την άλλη;

 

Η μεγάλη διαφορά των θεμάτων, απάντησε εκείνος, είναι επαρκής βάση για αυτή τη διαφορά στα συμπεράσματά μου. Στα έργα ανθρώπινης τέχνης και τεχνοτροπίας επιτρέπεται η μετάβαση από το αποτέλεσμα στο αίτιο, και επιστρέφοντας από την αιτία επιτρέπεται η δημιουργία νέων συμπερασμάτων σχετικά με το αποτέλεσμα, και να εξετάσουμε τις αλλαγές που πιθανώς έχει υποστεί το αποτέλεσμα, ή που μπορεί να υποστεί στο μέλλον. Ποια είναι όμως η βάση αυτής της μεθόδου συλλογισμού; Σαφώς αυτό: ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον, όπως το γνωρίζουμε εκ πείρας, του οποίου τα κίνητρα και τις πρωτοβουλίες γνωρίζουμε, και του οποίου οι κλίσεις και τα σχέδια έχουν μια ορισμένη σύνδεση και συνοχή, σύμφωνα με τους νόμους που η φύση έχει θεσπίσει για τη διακυβέρνηση ενός τέτοιου πλάσματος. Όταν λοιπόν διαπιστώνουμε ότι οποιαδήποτε έργο ή επίτευγμα έχει προέλθει από την ικανότητα και την εργασία του ανθρώπου, όπως γίνεται και με τα άλλα ζώα, μπορούμε να βγάλουμε μυριάδες συμπεράσματα σχετικά με το τι μπορεί να αναμένεται από αυτόν, και όλα αυτά τα συμπεράσματα θα είναι βασισμένα στην εμπειρία και στην παρατήρηση. Αλλά αν γνωρίζαμε τον άνθρωπο μόνο από ένα μεμονωμένο έργο ή επίτευγμα που εξετάζουμε, θα ήταν αδύνατο να συζητήσουμε κατά αυτόν τον τρόπο, επειδή όλες οι ιδιότητες που θα του αποδίδαμε, οι οποίες στην περίπτωση αυτή θα προέρχονταν από το αποτέλεσμα, θα ήταν αδύνατο να υποδεικνύουν κάτι πιο μακρινό, ή να αποτελέσουν το θεμέλιο οποιουδήποτε νέου συμπεράσματος. Το αποτύπωμα ενός ποδιού στην άμμο μπορεί μόνο να αποδείξει, όταν θεωρηθεί από μόνο του, ότι υπήρχε κάποιο πόδι που ταιριάζει, και το οποίο παρήγαγε το αποτύπωμα. Αλλά το αποτύπωμα ενός ανθρώπινου ποδιού αποδεικνύει επίσης, από την υπόλοιπη εμπειρία μας, ότι πιθανώς υπήρχε ένα ακόμα πόδι, που είχε επίσης αφήσει το αποτύπωμά του, αν και αυτό το τελευταίο εξαφανίστηκε εξαιτίας κάποιου συμβάντος. Εδώ περνάμε από το αποτέλεσμα στην αιτία· και επιστρέφοντας πίσω από την αιτία, συνάγουμε αλλαγές στο αποτέλεσμα. Αλλά αυτό δεν είναι συνέχεια της ίδιας απλής αλυσίδας συλλογισμών. Κατανοούμε σε αυτή την περίπτωση μυριάδες άλλες εμπειρίες και παρατηρήσεις σχετικά με τη συνήθη μορφή και τα άκρα αυτού του είδους ζώου, χωρίς τις οποίες όμως αυτή η μέθοδος επιχειρηματολογίας πρέπει να θεωρηθεί ως λανθασμένη και σοφιστική.

 

Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα συμπεράσματά μας από τα έργα της φύσης. Η θεότητα είναι γνωστή σε εμάς μόνο από τα δημιουργήματά της, και είναι ένα μοναδικό ον στο σύμπαν, ακατανόητο για κάθε είδος και για κάθε ευφυία, και από τις βιωμένες ιδιότητες αυτού του όντος μπορούμε κατά αναλογία να συμπεράνουμε οποιαδήποτε ιδιότητα για αυτό. Καθώς το σύμπαν δείχνει σοφία και καλοσύνη, συμπεραίνουμε τη σοφία και την καλοσύνη του θεού. Καθώς δείχνει έναν συγκεκριμένο βαθμό αυτών των τελειοτήτων, συμπεραίνουμε έναν συγκεκριμένο βαθμό τους, ακριβώς προσαρμοσμένο στο αποτέλεσμα που εξετάζουμε. Αλλά επιπλέον ιδιότητες, ή πιο απόμακρα χαρακτηριστικά των ίδιων ιδιοτήτων, δεν μπορούμε ποτέ να συμπεράνουμε ή να υποθέσουμε, με οποιουσδήποτε κανόνες ορθού συλλογισμού· είναι αδύνατο να βγάλουμε συμπεράσματα από την αιτία, ή να συνάγουμε οποιαδήποτε αλλαγή στο αποτέλεσμα, πέρα ​​από αυτό που υπέπεσε αμέσως στην παρατήρησή μας. Ένα μεγαλύτερο καλό που θα προκύπτει από αυτό το Ον, θα πρέπει να αποδεικνύει έναν μεγαλύτερο βαθμό καλοσύνης: μια πιο αμερόληπτη κατανομή ανταμοιβών και τιμωριών πρέπει να προέρχεται από έναν μεγαλύτερο σεβασμό στη δικαιοσύνη και την ισότητα. Κάθε υποτιθέμενη προσθήκη στα έργα της φύσης κάνει μια προσθήκη στις ιδιότητες του δημιουργού της φύσης· και κατά συνέπεια, καθώς δεν υποστηρίζεται καθόλου από κανένα λόγο ή επιχείρημα, η ύπαρξή του δεν μπορεί ποτέ να γίνει δεκτή, παρά μόνο ως απλή εικασία ή υπόθεση.

 

Η κύρια αιτία του σφάλματος και των απεριόριστων εικασιών σε αυτό το θέμα είναι ότι χωρίς να το ξέρουμε θέτουμε τους εαυτούς μας στη θέση του Υπέρτατου Όντος, και συμπεραίνουμε ότι σε κάθε περίπτωση θα τηρήσει την ίδια συμπεριφορά την οποία εμείς στη θέση του θα είχαμε υιοθετήσει ως λογική και κατάλληλη. Αλλά, εκτός από το ότι η συνηθισμένη πορεία της φύσης μπορεί να μας πείσει ότι σχεδόν τα πάντα ρυθμίζονται από αρχές πολύ διαφορετικές από τις δικές μας, πρέπει προφανώς να φαίνεται αντίθετο με όλους τους κανόνες της λογικής να συνάγουμε από τις προθέσεις και τα έργα των ανθρώπων τα χαρακτηριστικά ενός Όντος τόσο διαφορετικού και ανώτερου. Στην ανθρώπινη φύση υπάρχει μια ορισμένη βιωμένη συνοχή σκοπών και κλίσεων, έτσι ώστε όταν από οποιοδήποτε γεγονός έχουμε ανακαλύψει την πρόθεση κάποιου ανθρώπου, μπορεί συχνά να είναι λογικό εκ πείρας να συμπεράνουμε και άλλες προθέσεις, και να παράγουμε έτσι μια μακρά αλυσίδα συμπερασμάτων σχετικά με την προηγούμενη ή τη μελλοντική συμπεριφορά του. Αλλά αυτή η μέθοδος συλλογισμού δεν μπορεί ποτέ να έχει θέση σε σχέση με ένα Όν τόσο απομακρυσμένο και ακατανόητο, που έχει πολύ λιγότερη σχέση με οποιοδήποτε άλλο ον στο σύμπαν, και που αποκαλύπτει τον εαυτό του μόνο από κάποια αμυδρά ίχνη ή περιγράμματα, πέρα ​​από τα οποία δεν έχουμε την εξουσία να του αποδώσουμε καμία ιδιότητα ή τελειότητα. Αυτό που φανταζόμαστε ότι είναι ανώτερη τελειότητα μπορεί πραγματικά να είναι ελάττωμα. Ή αν υπήρχε μια τόσο ανώτερη τελειότητα, η απόδοσή της στο Υπέρτατο Όν, όταν φαίνεται ότι αυτή η τελειότητα δεν ασκήθηκε πραγματικά και στο έπακρο στα έργα του, αποπνέει περισσότερο κολακεία και πανηγυρισμούς, παρά σωστό συλλογισμό και ορθή φιλοσοφία. Όλη η φιλοσοφία λοιπόν στον κόσμο, και όλη η θρησκεία, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος φιλοσοφίας, δεν θα μπορέσει ποτέ να μας οδηγήσει πέρα ​​από τη συνήθη πορεία της εμπειρίας, ή να μας δώσει μέτρα συμπεριφοράς διαφορετικά από αυτά που διαμορφώνονται από προβληματισμούς που βασίζονται στην καθημερινή ζωή. Κανένα νέο γεγονός δεν μπορεί ποτέ να συναχθεί από τη θρησκευτική υπόθεση· κανένα γεγονός δεν έχει προβλεφθεί· καμία ανταμοιβή ή τιμωρία δεν αναμένεται πέρα ​​από αυτό που είναι ήδη γνωστό από την πράξη και την παρατήρηση. Οπότε η απολογία μου για τον Επίκουρο εξακολουθεί να φαίνεται στιβαρή και ικανοποιητική· ούτε τα πολιτικά συμφέροντα της κοινωνίας έχουν καμία σχέση με τις φιλοσοφικές διαμάχες που αφορούν τη μεταφυσική και τη θρησκεία.

 

Υπάρχει ακόμα μια περίσταση, απάντησα εγώ, την οποία φαίνεται ότι παράβλεψες. Αν και δέχομαι τις υποθέσεις σου, δεν συμφωνώ με το συμπέρασμά σου. Καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι οι θρησκευτικοί συλλογισμοί και τα δόγματα δεν μπορούν να έχουν καμία επιρροή στη ζωή, επειδή δεν πρέπει να έχουν. Δεν λογαριάζεις όμως ότι οι άνθρωποι δεν συλλογίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως εσύ, αλλά λογαριάζουν τις συνέπειες της πίστης σε μια θεία ύπαρξη, υποθέτοντας ότι η θεότητα θα επιβάλει την τιμωρία για την κακία, και θα απονείμει ανταμοιβές για την αρετή, πέρα ​​από αυτό που συμβαίνει στη συνηθισμένη πορεία της φύσης. Το αν αυτό το σκεπτικό τους είναι δίκαιο ή όχι δεν έχει σημασία, γιατί επηρεάζει τη ζωή και τη συμπεριφορά τους στον ίδιο βαθμό. Και όσοι προσπαθούν να τους απαλλάξουν από τέτοιες προκαταλήψεις, μπορεί από ό,τι ξέρω να είναι καλοί στα επιχειρήματα, αλλά δεν μπορώ να τους θεωρήσω καλούς πολίτες ή πολιτικούς, αφού, από τη μία πλευρά, απελευθερώνουν τους ανθρώπους από τα δεσμά των παθών τους, αλλά κάνουν την παραβίαση των νόμων της κοινωνίας, από την άλλη, πιο εύκολη και ασφαλή.

 

Σε τελική ανάλυση, μπορώ ίσως να συμφωνήσω με το γενικό σου συμπέρασμα υπέρ της ελευθερίας, αν και την βασίζω σε διαφορετικές προϋποθέσεις από τις δικές σου. Νομίζω ότι η πολιτεία πρέπει να ανέχεται κάθε αρχή της φιλοσοφίας· ούτε υπάρχει προηγούμενο όπου κάποια κυβέρνηση έχει υπονομεύσει τα πολιτικά της συμφέροντα από τέτοια ανοχή. Δεν υπάρχει ενθουσιασμός μεταξύ των φιλοσόφων· τα δόγματά τους δεν είναι δελεαστικά για τους ανθρώπους. Δεν μπορεί να τεθεί κανένας περιορισμός στους συλλογισμούς τους, αλλά μόνο σε εκείνο που είναι επικίνδυνο για τις επιστήμες, ακόμη και για το κράτος, και που ανοίγει το δρόμο για διώξεις και καταπίεση, κάτι για το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι ενδιαφέρονται και ανησυχούν περισσότερο.

 

Αλλά υπάρχει μου φαίνεται (συνεχίζω εγώ) σχετικά με το κύριο θέμα μια δυσκολία την οποία απλώς θα σου αναφέρω χωρίς να επιμείνω, μήπως οδηγήσει σε συλλογισμούς πολύ ωραίου και λεπτού χαρακτήρα. Με μια λέξη αμφιβάλλω αν είναι δυνατόν μια αιτία να είναι γνωστή μόνο από το αποτέλεσμά της (όπως έχεις υποθέσει από την αρχή), ή να είναι τόσο μοναδικής και ιδιαίτερης φύσης ώστε να μην έχει παραλληλισμό και καμία ομοιότητα με καμία άλλη αιτία ή αντικείμενο. Μόνο όταν δύο είδη αντικειμένων βρίσκονται σε διαρκή συσχέτιση μπορούμε να συμπεράνουμε το ένα από το άλλο· και αν ένα αποτέλεσμα παρουσιαζόταν εντελώς μοναδικό, και το οποίο δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί σε σχέση με κανένα γνωστό αντικείμενο, δεν βλέπω πώς θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε κάποια εικασία ή συμπέρασμα σχετικά με την αιτία του. Εάν η εμπειρία, η παρατήρηση και η αναλογία είναι πράγματι οι μόνοι οδηγοί που μπορούμε εύλογα να ακολουθήσουμε σε συμπεράσματα αυτής της φύσης, τόσο το αποτέλεσμα όσο και η αιτία πρέπει να έχουν ομοιότητα με άλλα γνωστά αποτελέσματα και αιτίες, που γνωρίζουμε ότι συνδέονται μεταξύ τους. Το αφήνω στην κρίση σου να θεωρήσεις τις συνέπειες αυτής της αρχής. Απλώς θα παρατηρήσω ότι, όπως υποθέτουν πάντα οι ανταγωνιστές του Επίκουρου, το σύμπαν, το οποίο είναι ένα αποτέλεσμα αρκετά μοναδικό και απαράμιλλο, είναι η απόδειξη της θεότητας, η οποία με τη σειρά της είναι μια αιτία όχι λιγότερο μοναδική και απαράμιλλη. Οι συλλογισμοί σου με βάση αυτή την υπόθεση φαίνεται να αξίζουν τουλάχιστον την προσοχή μας. Υπάρχει πιστεύω κάποια δυσκολία σχετικά με το πώς μπορούμε ποτέ να επιστρέψουμε από την αιτία στο αποτέλεσμα, και, θεωρώντας τις ιδέες μας για την αιτία, να συμπεράνουμε οποιαδήποτε αλλαγή ή προσθήκη στο αποτέλεσμα.


 

Απόσπασμα από το An enquiry concerning human understanding, του David Hume:

[https://socialsciences.mcmaster.ca/econ/ugcm/3ll3/hume/enquiry.pdf]

Μετάφραση για τα Ελληνικά, 2024, Χρήστος Κ. Τσελέντης.



[1] Η ψηφοφορία στην Αρχαία Ελλάδα εισήχθη τον 5ο αιώνα π.Χ. Οι ενήλικες άνδρες πολίτες καλούνταν να εκφράσουν τη γνώμη τους ρίχνοντας ένα βότσαλο σε μια υδρία: ένα λευκό βότσαλο σήμαινε «ναι,» ενώ ένα μαύρο βότσαλο σήμαινε «όχι.»

[http://dataphys.org/list/visualizing-opinions-with-pebbles/#:~:text=The%20earliest%20participatory%20visualizations%20were,black%20pebble%20meant%20%22no%22.]

[2] Ο Ζεύξης ήταν Έλληνας ζωγράφος του 5ου π.Χ. αιώνα, και έγινε γνωστός για την ικανότητά του να ζωγραφίζει «νεκρές φύσεις.» Τα έργα του δεν έχουν διασωθεί.

[https://en.wikipedia.org/wiki/Zeuxis_(painter)]