5/25/11

Λεξικό Γραμμικής Β


Το νέο λεξικό Γραμμικής Β μόλις τέλειωσε, σε ένα πρώτο τουλάχιστον στάδιο. Εκτός από το λεξικό, συμπεριλαμβάνονται παραδείγματα κλίσεων, φράσεων, καθώς και δύο ένθετα σχετικά με άλλες γλώσσες της Ανατολίας εκείνης της εποχής και χάρτες σχετικά με τις πρόσφατες γενετικές και γλωσσοχρονολογικές μελέτες. Μπορείτε να το κατεβάσετε στον παρακάτω σύνδεσμο:

Linear B lexicon




5/10/11

Αιθαλόϝενς

Περιοχή της Πύλου κατά τη Μυκηναϊκή Περίοδο [Πηγή]

Στην αναζήτηση της προέλευσης της ελληνικής γλώσσας, συχνά έχει προταθεί η άποψη ότι υπήρξαν κάποιοι πληθυσμοί, ελληνόφωνοι, οι οποίοι μετακινήθηκαν προς τον ελλαδικό χώρο, περίπου στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. (ή μισή χιλιετία παλαιότερα), οι οποίοι είχαν αρχικά προέλθει κάπου από την περιοχή μεταξύ της Κασπίας, του Καυκάσου και του Εύξεινου Πόντου. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, η οποία δεν με καλύπτει σε ικανοποιητικό βαθμό, οι πρώτοι Έλληνες ήρθαν σε επαφή με ήδη εγκατεστημένους πληθυσμούς, αυτόχθονες, οι οποίοι έχει καθιερωθεί να ονομάζονται, μονολεξεί, Πελασγοί.

Οι οπαδοί αυτής της θεωρίας, προτείνουν ως επιχείρημα λέξεις, ως επί το πλείστον τοπωνύμια, τα οποία περιέχουν το θέμα –ινθ, όπως για παράδειγμα στη λέξη ‘Κόρινθος.’ Μια απλή όμως ανάλυση της προαναφερθείσας λέξης θα μας δείξει ότι αυτό το θέμα μπορεί να αποδοθεί με πολλούς ισοδύναμους τρόπους, όπως στη σειρά: Κόρις/Κόρινς/Κόρινσος/Κόρισσος. Βεβαίως, το ‘Κόρινς’ ισοδύναμα μπορεί να λεχθεί ως ‘Κόρινθ,’ εξού και το αγγλικό ‘Korinth.’ Έτσι κι αλλιώς, τα σύμφωνα της σειράς ‘τ, δ, θ’ (τα λεγόμενα ‘οδοντικά’) εναλλάσσονται μεταξύ τους, ενώ τίποτε δεν μας εμποδίζει να αλλάξουμε το φωνήεν ‘ι’ του μορίου ‘-ινθ’ με ένα άλλο φωνήεν όπως για παράδειγμα το ‘α’ στη λέξη: άντρωπος/άνδρωπος/άνθρωπος, ακόμη και /άνσρωπος.

Το χαρακτηριστικό με τα παραπάνω παραδείγματα είναι ότι αυτό το περίφημο ‘πελασγικό’ μόριο ‘-ινθ’ ή ‘-ισσός/ιττός’ αποτελεί όχι μόνο θέμα μιας λέξης, όπως στο παράδειγμα με τη λέξη ‘άνθρωπος’ αλλά και κατάληξη, όπως στην περίπτωση της λέξης ‘Κόρινς,’ αντί του ‘Κόρινθος.’ Εξίσου εύκολα μπορούμε να σχηματίσουμε ομαλά ισοδύναμες λέξεις της αρεσκείας μας, όπως Κόρινθα (κατά το ‘Τίρυνθα’) ή ακόμα και ‘Κορυτσά’ από ένα τύπο της μορφής ‘Κόρ(ιν)τς> Κόρ(υ)τς> Κορυτσ-ά.

Πέρα του ότι μια γλώσσα χρησιμοποιεί κάποιους συγκεκριμένους κανόνες στις κανονικές ιστορικές μεταβολές της μορφολογίας της, όλοι οι προαναφερθέντες τύποι αποτελούν μεταβολές που μπορούν να λάβουν χώρα μέσα στα πλαίσια της ίδιας γλώσσας και των διαλέκτων της. Μια τέτοια υπόθεση, άλλωστε, ότι δηλαδή αυτές οι μεταβολές είναι φυσικές μέσα στα πλαίσια μιας γλώσσας, είναι πιο λογική από το να υποθέσουμε πως προέρχονται από μια άλλη γλώσσα που διατήρησε όλες αυτές τις μεταβολές ως δάνεια. Αυτό ακριβώς είναι και το αιτούμενο. Σε ό,τι αφορά την ελληνική γλώσσα, οι λεγόμενοι ‘πελασγικοί’ τύποι λέξεων, σαν αυτές που προαναφέρθηκαν, αποτελούν περισσότερο κανονικές μεταβολές μέσα στα πλαίσια μιας κοινής γλώσσας, παρά ‘ελληνοποιημένα’ δάνεια από μια ξένη γλώσσα. Άλλωστε, πρόσφατα γενετικά στοιχεία υποδεικνύουν μια και μόνη σημαντική μετανάστευση πληθυσμών από τη Μικρή Ασία προς την Ευρώπη, κατά τη Νεολιθική Περίοδο. [1] Αρκετά πριν, δηλαδή, τη 2η χιλιετία π.Χ., σε ό,τι μας αφορά.

Στην πραγματικότητα, τα γλωσσολογικά στοιχεία που μπορούμε να αντλήσουμε προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ποσοτικά και ποιοτικά επαρκή, και, το σημαντικότερο, προέρχονται από ίδια πηγή, την ελληνική Γραμμική Γραφή Β. Για παράδειγμα, σε αυτήν τη γραφή αναφέρονται τα παρακάτω σημαντικά τοπωνύμια στην περιοχή των ανακτόρων της Πύλου [2]:


Το αν αυτή η γραφή μεταφέρει την ελληνική γλώσσα ή όχι μπορεί ο καθένας να το κρίνει από τη σκοπιά του. Πάντως, εκτός από τις σχετικά σαφείς περιπτώσεις ελληνικότητας της γραφής, όπως στις σύνθετες λέξεις ‘Πέρα-χώρα και Δεύρο-χώρα’ ξαναβρίσκουμε τα οικεία πελασγικά θέματα όπως στις λέξεις ‘Τίρμινθος (=Τερέβινθος;), ‘Κυπάρισσος’ με μια τάση ‘αποδάσυνσης’ θα λέγαμε, όπως στη λέξη ‘Πετονός’ που θα μπορούσε να αποτελεί μια προγενέστερη λέξη της μορφής ‘Πέτνος’ ή κάτι παρόμοιο. Οι καταλήξεις σε ‘-φα,’ όπως στη λέξη ‘Αγρείφα’ ‘έχουν επίσης χαρακτηριστεί ως μη ελληνικές. Θα πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι αυτές οι ίδιες καταλήξεις με μια ‘αρρενοποίησή’ τους, θα λέγαμε, έδωσαν τις χαρακτηριστικές μυκηναϊκές καταλήξεις σε ‘-ευς,’ για παράδειγμα ‘Αγρείφα-Αγρεύς,’ κοκ.

Μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι καταλήξεις είναι ‘ελληνοποιήσεις’ μη ελληνικών, ‘πελασγικών’ θεμάτων (ή ακόμα σε άλλες περιπτώσεις και ‘φοινικικά’ δάνεια); Γιατί όμως χαρακτηρίζουμε σύνθετες λέξεις όπως ‘Περαχωραία’ ως ελληνικές τη στιγμή που η λέξη ‘Αγρείφα’ περιέχει τη λέξη ‘αγρός,’ η Μετάπα πιθανώς την ‘όπα= πρόσωπο,’ ενώ το ‘Έλος’ και ο ‘Κυπάρισσος,’ είναι λέξεις με νόημα αυτονόητο; Με αυτήν την έννοια και λέξεις ανετυμολόγητες όπως ο ‘Χάραδρος’ ή ο ‘Λουσός’ μπορεί να έχουν μια απλή ετυμολογία που μας διαφεύγει. Και γιατί, λόγου χάρη, το όνομα ‘e-u-me-de’ (Ευμήδης), που επίσης αναφέρεται στα κείμενα της Γραμμικής Β, θεωρείται σαφώς ελληνικό, και όχι, με έναν απλό αναγραμματισμό, το υποθετικό όνομα *‘me-de-e-u’ (Μηδειεύς);

Ωστόσο, εκτός από τοπωνύμια και κύρια ονόματα, μια ‘πελασγική ραχοκοκαλιά’ της ελληνικής γλώσσας μπορεί να φανεί και σε ιδιαίτερες λέξεις, τυπικές μιας γλώσσας. Θα αναφέρω ενδεικτικά μερικές: Λέξεις όπως ‘δέμνιον= κρεβάτι,’ ‘ασάμινθος= μπάνιο,’ ‘μίνθα= μέντα’, ‘διφθέρα= δέρμα,’ ‘θόρνος= θρόνος,’ αναφέρονται στα κείμενα της Γραμμικής Β. Μπορεί βέβαια να πει κάποιος ότι οι περισσότερες είναι λέξεις ειδικές που προσδιορίζουν εξεζητημένα αντικείμενα, όπως η λέξη για το ‘θρόνο.’ Υπάρχουν όμως τόσες λέξεις που θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και οι οποίες είναι τέτοιας προέλευσης: ‘σμέρνα,’ ‘έχιδνα,’ ‘σμύρνα,’ ‘φτέρνα’, ‘λατέρνα,’ ‘γνάθος,’ ‘μανθάνω,’ ‘πενθώ,’ κοκ.

Μπορούμε να αναφέρουμε ακόμα, όπως τη 'μέντα,' τη λέξη ‘άνθος.’ Και καλά οι Έλληνες από εκεί που υποτίθεται πως ήρθαν δεν είχαν ‘ασάμινθους.’ Ούτε και ‘άνθη’ δεν είχαν; Γιατί να δανείστηκαν αυτήν τη λέξη από έναν άλλον, ξενόγλωσσο, λαό και να μη χρησιμοποίησαν τη δική τους λέξη; Αν ρίξουμε μια ματιά στη λέξη που χρησιμοποιούν άλλοι σύγχρονοι λαοί για το ‘άνθος,’ θα δούμε ότι χρησιμοποιούν μια παρόμοια λέξη: ‘flower’ στα αγγλικά, ‘fleur’ στα γαλλικά, ‘fiori’ στα ιταλικά, έτσι ώστε ο ‘αναμενόμενος’ τύπος στα ελληνικά θα ήταν ‘φλώρος.’ Η λέξη αυτή βέβαια υπάρχει αλλά έχει διαφορετική σημασία! Γιατί όμως το ρήμα ‘φύομαι’ είναι ελληνικό και όχι το ‘ανθίζω;’

Επιπλέον, εκτός από τη λέξη ‘άνθος’ χρησιμοποιούμε και τη λέξη ‘λουλούδι.’ Εξού και ‘πελεκούδι,’ ‘λελέκι,’ ‘αστροπελέκι,’ ‘λαίλαπα,’ κοκ. Πρόκειται για μία διγλωσσία (ή τριγλωσσία αν συμπεριλάβουμε και παράγωγα της λέξης ‘φλώρος’) ή για αποχρώσεις της ίδιας γλώσσας; Στο μυαλό μου τώρα έρχεται ο αναγραμματισμός ‘λάλαδος- δάδαλος.’ Η λέξη ‘da-da-re-jo-de,’ ‘Δαδαλείονδε,’ αναφέρεται στα κείμενα της γραμμικής Β ως τόπος λατρείας αφιερωμένος στο Δαίδαλο. Λέξεις τέτοιας μορφής, όπως και η επίσης καταγεγραμμένη στα κείμενα της Γραμμικής Β λέξη ‘da-pu2-ri-to-jo,’ ‘Δαφυρινθοίο,’ δηλαδή ‘του Λαβυρίνθου,’ ή οι λέξεις ‘λάβρυς= (διπλός) πέλεκυς’ και ‘τύραννος,’ που είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι κάτοικοι της Λυδίας και γενικότερα της Μικρής Ασίας, μοιάζουν να αποκλίνουν από αυτό που θα λέγαμε ‘ελληνική λέξη.’ Στη Γραμμική Β όμως απαντώνται και λέξεις όπως ‘ai-ka-sa-ma’ και ‘ai-ta-ro-we.’ Η πρώτη αποδίδεται ως ‘αιξμάνς’ και η δεύτερη ως ‘Αιθαλόφενς.’ Ενώ όμως δεν ξέρουμε να αναλύσουμε τη λέξη ‘λαβύρινθος’ (πέρα του ότι θα σήμαινε κάτι σαν τόπος του λάβρεως), μπορούμε αντιθέτως να αναλύσουμε καλά τις δύο λέξεις που προαναφέραμε. Η λέξη ‘αιξμάνς’ είναι αιτιατική πληθυντικού του ‘αιξμά> αιχμή,’ ενώ η λέξη ‘Αιθαλόφενς’ μετασχηματίζεται κανονικά στα ‘Αιθαλόφεις> Αιθαλόεις’ και γίνεται ένα απλό τρικατάληκτο επίθετο της μορφής ‘αιθαλόεις- αιθαλόεσσα- αιθαλόεν,’ όπου ‘αίθαλος’ ή ‘αιθάλη,’ ο ‘καπνός.’ Η λέξη βέβαια αρχικά σήμαινε ένα τοπωνύμιο (ίσως ανθρωπωνύμιο). Αλλά αυτή η λέξη σαν τοπωνύμιο πιστεύεται ότι υπήρξε στη συνέχεια (όπως άλλωστε σήμερα η ‘Νέδφα> Νέδα’) σαν ποταμός ‘Αιθαλόεις!’ [3]

Επομένως, αν μια λέξη σαν τις δύο τελευταίες που αναφέρθηκαν μοιάζει τόσο παράξενη στα ελληνικά αλλά ψάχνοντας αντιλαμβανόμαστε μια απλή ετυμολογία και μορφολογία που συνάδουν με ό,τι μπορούμε να θεωρήσουμε ως ‘ελληνικό χαρακτηριστικό,’ δεν βρίσκω προσωπικά κάποιο ιδιαίτερο εμπόδιο στο να δεχτώ και τη λέξη ‘άνθος’ ως ελληνική. Ακόμα και η λέξη ‘λαβύρινθος,’ που η μυκηναϊκή γραφή της ‘δαφύρινθος’ προδίνει τη δυσκολία στην προφορά της εξαιτίας ενός πιθανώς ξένου δανείου, αποτελεί πλέον ένα κλιτό και οικείο στοιχείο του ελληνικού και παγκόσμιου μύθου.

Στα κείμενα της γραμμικής Β υπάρχουν λέξεις που δείχνουν μια ‘Δωρική’ καταγωγή, έτσι ώστε αρκετοί ειδικοί, όπως ο John Chadwick, συνειδητοποίησαν ότι οι Δωριείς υπήρχαν ήδη στην Ελλάδα την Μυκηναϊκή Περίοδο. Με την ίδια έννοια, οι ενσωματωμένες και σωματοποιημένες ‘Πελασγικές’ λέξεις υποδεικνύουν ότι ούτε ‘Κάθοδος Αχαιών’ υπήρξε τη Μυκηναϊκή Περίοδο στην Ελλάδα και ότι αυτό που ονομάζουμε ελληνική γλώσσα είχε ήδη σε μεγάλο βαθμό διαμορφωθεί από γλωσσικά ιδιώματα πληθυσμών που βρίσκονταν στην ελληνική χερσόνησο από πριν. Το πόσο πίσω μπορούμε να πάμε ακόμα δεν είναι γνωστό. Μένει να αποκρυπτογραφηθεί η Γραμμική Α και βλέπουμε. Κλείνω εδώ. Κι ας μην ξεχνάμε ότι η γλώσσα είναι ιστορία και ταυτότητα. Μιμίδιο πιο δυνατό και από το αίμα…



[Σχετικά με τα κείμενα της γραμμικής Β, επισκεφτείτε προς το παρόν την παλαιότερή μου ανάρτηση ‘Γραμμική Β,’ ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσω διαδικτυακά ένα πλήρες λεξικό.]