9/13/11

Από το «Ημερολόγιο μιας ιδιοφυίας,» Salvador Dali


1η Μαΐου, Port Lligat

«Είναι ένα ήρωας που επαναστατεί ενάντια στην πατρική εξουσία και την κατακτάει.»
SIGMUND FREUD

Γράφοντας τα παρακάτω, φοράω για πρώτη φορά κάποια δερμάτινα παπούτσια που δεν φορούσα για πολύ καιρό, επειδή ήταν απελπιστικά σφικτά. Τα φοράω συνήθως πριν δώσω μια διάλεξη. Η πίεση που ασκούν στα πόδια μου διεγείρει τις ρητορικές μου δυνάμεις στο μέγιστο. Αυτός ο οξύς και καταλυτικός πόνος με κάνει να τραγουδώ σαν αηδόνι ή σαν κάποιον από εκείνους τους Ναπολιτάνους τραγουδιστές που επίσης φοράν παπούτσια σφικτά. Το βαθύ και ηδονικό μαρτύριο που προκαλείται από τα δερμάτινα παπούτσια μου, με ωθεί να εξάγω από τις λέξεις λεπτές και καθαρές αλήθειες, γενικευμένες από την υπέρτατη ανάκριση του πόνου από τον οποίο τα πόδια μου υποφέρουν. Έτσι φοράω τα παπούτσια μου και ξεκινώ να γράφω, μαζοχιστικά και χωρίς αργοπορία, όλη την αλήθεια σχετικά με τον αποκλεισμό μου από το σουρεαλιστικό κίνημα. Δεν ενδιαφέρομαι καθόλου για τις κατηγορίες που εξαπολύθηκαν εναντίον μου από τον Andre Breton, ο οποίος δεν μπορεί να με συγχωρέσει που είμαι ο τελευταίος και γνησιότερος Σουρεαλιστής, αλλά είναι σημαντικό κάποια μέρα, όταν θα εκδώσω αυτές τις σελίδες, όλοι να ξέρουν τι πραγματικά συνέβη.

Για να το εξηγήσω αυτό θα πρέπει να ανατρέξω στα παιδικά μου χρόνια. Δεν μπορούσα ποτέ να είμαι ένας μέσος μαθητής. Είτε θα ήμουν εντελώς ανεπίδεκτος μάθησης δίνοντας την εντύπωση κάποιου ηλιθίου, ή θα έπεφτα με τα μούτρα στη δουλειά, με μια ικανότητα και θέληση που εξέπληττε όλους. Αλλά για να διεγείρει κάποιος το ζήλο μου, ήταν απαραίτητο να μου προσφέρει κάτι που μου άρεσε. Όταν η όρεξη μου ερχόταν, τότε γινόμουν αχόρταγος.

Ο πρώτος μου δάσκαλος, ο Don Estaban Trayter, μου επαναλάμβανε για ένα χρόνο ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Χωρίς άλλη κουβέντα, θα συμπλήρωνε ότι η θρησκεία ήταν «γυναικεία δουλειά.» Αν και ήμουν πολύ νέος, αυτή η άποψη με ευχαριστούσε. Μου φαινόταν χαρακτηριστικά αληθινή. Έβλεπα την αλήθεια της κάθε μέρα στην οικογένειά μου, γιατί μόνο οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία ενώ ο πατέρας μου αρνιόταν, αποκαλώντας τον εαυτό του ελεύθερα σκεπτόμενο. Για να τονίσει την ελευθερία των σκέψεών του, στόλιζε οτιδήποτε έλεγε με φοβερές και γλαφυρές βλαστήμιες. Αν κάποιος του έφερνε αντίρρηση θα ανέφερε τον αφορισμό του φίλου του Gabriel Alamar: «Η βλαστήμια είναι το πιο όμορφο στολίδι της Καταλονικής γλώσσας.»

Προσπάθησα και αλλού να αναλογιστώ την τραγική ζωή του πατέρα μου. Είναι αντάξια εκείνης του Σοφοκλή. Στην πραγματικότητα ο πατέρας μου είναι ο άνθρωπος που όχι μόνο θαύμαζα περισσότερο από καθέναν αλλά που επιπλέον μιμούμουν, παρότι τον έκανα να υποφέρει πολύ. Προσεύχομαι στο Θεό να τον κρατήσει υπό την Άγιά του δόξα, αν και είμαι σίγουρος ότι εκεί βρίσκεται ήδη, γιατί τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του χαρακτηρίστηκαν από μία βαθιά θρησκευτική κρίση η οποία του πρόσφερε τη συμφιλίωση και ύστατη συγχώρεση των γραφών. Αλλά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου των παιδικών μου χρόνων, όταν το μυαλό μου διψούσε για γνώση, βρήκα μόνο αθεϊστικά βιβλία στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Διαβάζοντάς τα, διαπίστωσα, με κάθε απόδειξη, ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Διάβασα με ιδιαίτερη υπομονή τους Εγκυκλοπαιδιστές, τους οποίους τώρα πια βρίσκω εξαιρετικά ανιαρούς. Κάθε σελίδα του Φιλοσοφικού Λεξικού του Βολταίρου μου προσέφερε κάθε επιχείρημα από έναν άνθρωπο του νόμου (όπως ο πατέρας μου ήταν συμβολαιογράφος) για την ανυπαρξία του Θεού.

Η πρώτη μου δόση από Nietzsche με σόκαρε βαθύτατα. Χωρίς πολλές περιστροφές είχε το θάρρος να πει: «Ο Θεός είναι νεκρός.» Τι; Μόλις είχα καταλάβει ότι ο Θεός δεν υπάρχει, και τώρα κάποιος με πληροφορούσε ότι είχε πεθάνει. Οι πρώτες μου αμφιβολίες είχαν γεννηθεί. Για μένα ο Zarathustra ήταν ένας θαυμάσιος ήρωας του οποίου το μεγαλείο της ψυχής θαύμαζα, αλλά που την ίδια στιγμή είχε προδώσει τον εαυτό του από μία ανωριμότητα που εγώ, ο Dali, είχα ήδη αφήσει πίσω μου. Μια μέρα θα ήμουν σπουδαιότερος από εκείνον! Την επόμενη μέρα απ’ όταν άρχισα να διαβάζω το Thus Spoke Zarathustra είχα ήδη σχηματίσει γνώμη για τον Nietzsche. Ήταν ένας αδύναμος χαρακτήρας ο οποίος ήταν αρκετά απρόσεκτος ώστε να τρελαθεί, όταν το σημαντικό σε αυτόν τον κόσμο είναι να μην τρελαθεί κάποιος! Αυτές οι σκέψεις αποτέλεσαν τα βασικά στοιχεία του πρώτου μου κινήτρου, το οποίο έγινε ο πυρήνας της ζωής μου: «Η μόνη διαφορά ανάμεσα σε έναν τρελό και σε εμένα είναι ότι εγώ δεν είμαι τρελός!» Μου πήρε τρεις μέρες να αφομοιώσω τον Nietzsche. Αφού γεύτηκα τη μερίδα του λέοντος, μόνο μια λεπτομέρεια από την προσωπικότητα του φιλοσόφου μου απέμεινε: το μουστάκι του! Αργότερα, ο Federico Garcia Lorca, εντυπωσιασμένος από το μουστάκι του Hitler, θα έλεγε: «Το μουστάκι είναι η τραγική σταθερά στο πρόσωπο ενός άντρα.» Ακόμα και σ’ ό,τι αφορά τα μουστάκια επρόκειτο να ξεπεράσω τον Nietzsche! Το δικό μου δεν θα ήταν καταθλιπτικό, αυτοκαταστροφικό, βεβαρυμμένο από τη μουσική του Wagner και την ομίχλη. Όχι! Θα ήταν λεπτεπίλεπτο, ιμπεριαλιστικό, υπερ- ρεαλιστικό, και στριμμένο προς τον ουρανό, σαν έναν ανοδικό μυστικό, σαν τα Ισπανικά συνδικάτα την εποχή του Franco.

Είναι αλήθεια ότι ο Nietzsche, αντί να με ωθήσει περισσότερο στην αθεΐα, με μύησε σε ερωτήματα και προβληματισμούς σχετικά με τη μυστικιστική έμπνευση, που θα έφταναν στο λαμπρό τους αποκορύφωμα το 1951 όταν έγραψα το μανιφέστο μου. Αλλά από την άλλη μεριά η προσωπικότητά του, το σύστημά του, και η ασυμβίβαστη στάση του απέναντι στις μελαγχολικές και αποστειρωμένες αρετές του Χριστιανισμού, συνέβαλε στην εσωτερική ανάπτυξη των αντικοινωνικών μου ενστίκτων και στην έλλειψη αισθημάτων περί οικογενείας, και εξωτερικά στην αλλαγή της εμφάνισής μου. Αφού διάβασα τον Zarathustra άφησα τις φαβορίτες μου να καλύψουν τα μάγουλά μου έως τις γωνίες του στόματός μου και τα μαύρα μου μαλλιά να μεγαλώσουν τόσο πολύ σαν μιας γυναίκας. Ο Nietzsche ξύπνησε μέσα μου την ιδέα του Θεού. Αλλά το αρχέτυπο που έθεσε ενώπιόν μου να θαυμάζω και να μιμούμαι έκανε την οικογένειά μου να με απορρίψει. Διώχθηκα από τον πατέρα μου επειδή μελέτησα και ακολούθησα περισσότερο απ’ όσο έπρεπε τις αναρχικές και αθεϊστικές διδασκαλίες των βιβλίων του- διώχθηκα από τον πατέρα μου ο οποίος δεν μπορούσε να ανεχτεί να το ξεπερνώ σε ό,τι έκανα, ιδιαίτερα επειδή οι βλαστήμιες μου ήταν πιο βαριές από εκείνου.

Τα τέσσερα χρόνια που προηγήθηκαν της αποβολής μου από την οικογένειά μου, τα πέρασα σε μια κατάσταση μόνιμης και οξείας «πνευματικής ανατροπής.» Για μένα αυτά τα τέσσερα χρόνια ήταν πραγματικά στις γραμμές του Nietzsche. Η ζωή μου σε αυτήν την περίοδο θα ήταν ακατανόητη έξω από το πλαίσιο αυτής της κατάστασης. Σε αυτήν την περίοδο πήγα φυλακή στην Gerona, όταν ένας από τους πίνακές μου απορρίφθηκε για χυδαιότητα στη φθινοπωρινή έκθεση της Barcelona, όταν έστειλα προσβλητικά γράμματα, συνυπογραμμένα από τον Bunuel, στους γιατρούς και στις πιο διακεκριμένες προσωπικότητες της Ισπανίας, συμπεριλαμβανομένου και του κατόχου του βραβείου Nobel, Juan Ramon Jimenez. Τις περισσότερες φορές αυτές οι κατηγορίες ήταν άδικες, αλλά ήθελα με αυτόν τον τρόπο να επιβεβαιώσω τη «θέλησή μου για εξουσία» και να αποδείξω ακόμη ότι ήμουν απρόσβλητος από τύψεις. Ο υπεράνθρωπός μου έλαχε να μην είναι τίποτα άλλο παρά μια γυναίκα- η υπεργυναίκα Gala.

Όταν οι Σουρεαλιστές ανακάλυψαν στο σπίτι του πατέρα μου, στο Cadaques, την εικόνα που μόλις είχα τελειώσει να ζωγραφίζω και την οποία ο Paul Eluard είχε βαφτίσει The Lugubrious Game, σκανδαλίστηκαν από τα κοπρολογικά και πρωκτολογικά στοιχεία που αναπαριστούσε. Η Gala ειδικά αντιτέθηκε σε αυτήν την εργασία μου έντονα, γεγονός που τότε με είχε αηδιάσει, αλλά που έπειτα έμαθα να λατρεύω. Ήθελα να μπω στο Σουρεαλιστικό κίνημα. Είχα μελετήσει το ιδιαίτερο λεξιλόγιο και τη θεματολογία τους λεπτομερώς, αναλύοντάς τα μέχρι το κόκκαλο. Είχα καταλάβει ότι κάποιος έπρεπε να εκφραστεί μέσα από τον αυτοματισμό, χωρίς λογικούς, αισθητικούς ή ηθικούς ενδοιασμούς. Και τότε, όταν επρόκειτο να εισέλθω στο κίνημα με τις καλύτερες προθέσεις, θα μου επέβαλαν περιορισμούς παρόμοιους με εκείνους της οικογένειάς μου. Η Gala ήταν η πρώτη που με προειδοποίησε ότι ανάμεσα στους Σουρεαλιστές θα υπέμενα τους ίδιους περιορισμούς με εκείνους οπουδήποτε αλλού, και ότι όλοι τους ήταν τελικά bourgeois. Η δύναμή μου, όπως εκείνη μπορούσε να προβλέψει, θα ήταν να διατηρήσω ίσες αποστάσεις από κάθε καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κίνημα. Με μια διαίσθηση που εκείνη την εποχή ήταν μεγαλύτερη από τη δική μου, πρόσθεσε ότι η αυθεντικότητα της παρανοϊκής- κριτικής μεθόδου μου θα ήταν αρκετή για κάθε μέλος της ομάδας να ιδρύσει μια ξεχωριστή σχολή. Ο αλά Nietzsche δυναμισμός μου αρνήθηκε να ακούσει τη Gala. Κατηγορηματικά αρνήθηκα να θεωρήσω τους Σουρεαλιστές σαν ακόμα ένα καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κίνημα. Πίστευα ότι ήταν ικανοί να απελευθερώσουν τον άνθρωπο από την τυραννία του «πρακτικού, λογικού κόσμου.» Θα γινόμουν ο Nietzsche του παραλόγου. Εγώ ο προκατειλημμένος ρασιοναλιστής, ήμουν ο μόνος που ήξερε τι θέλει: Δεν θα υπέβαλα τον παραλογισμό στον εαυτό του, στο ναρκισσιστικό και παθητικό παραλογισμό που οι υπόλοιποι εξασκούσαν. Θα εφάρμοζα ακριβώς το αντίθετο, θα μαχόμουν για την «κατάκτηση του παραλόγου.» Στο μεταξύ οι φίλοι μου θα αφήνονταν να κυριευτούν από το παράλογο, να υποκύψουν, όπως τόσοι άλλοι έπαθαν- συμπεριλαμβανομένου του Nietzsche- σε αυτήν τη ρομαντική αδυναμία.

Έχοντας τελικά αφομοιώσει οτιδήποτε οι Σουρεαλιστές είχαν εκδώσει, και εντρυφώντας στον Lautreamont και στον Marquis de Sade, μπήκα στην ομάδα, οπλισμένος με την καλή πίστη ενός Ιησουίτη, αλλά αποφασισμένος να γίνω ο ηγέτης της το συντομότερο δυνατό. Γιατί να απασχολώ τον εαυτό μου με Χριστιανικούς ενδοιασμούς σχετικά με το νέο μου πατέρα, Andre Breton, όταν δεν είχα κανέναν απέναντι στον πραγματικό μου πατέρα;

Έτσι υιοθέτησα το Σουρεαλισμό κυριολεκτικά, χωρίς να αγνοήσω ούτε το αίμα ούτε τα περιττώματα με τα οποία οι οπαδοί του έτρεφαν τις διατριβές τους. Με τον ίδιο τρόπο που έγινα ένας τέλειος άθεος διαβάζοντας τα βιβλία του πατέρα μου, ήμουν ένας τόσο ευσυνείδητος μαθητής του Σουρεαλισμού που γρήγορα έγινα ο μόνος «άρτιος Σουρεαλιστής.» Σε τέτοιο βαθμό που τελικά εκδιώχθηκα από το κίνημα επειδή παράγινα Σουρεαλιστής. Οι υποτιθέμενοι λόγοι για αυτό θεωρώ πως είναι οι ίδιοι για τους οποίους εκδιώχθηκα πρότερα από την οικογένειά μου, η Galif- Gradiva, «αυτή που προχωράει,» η  «αλάνθαστη διαίσθηση,» ήταν και πάλι σωστή. Σήμερα μπορώ να πω ότι απ’ όλα τα πράγματα για τα οποία είμαι σίγουρος, υπάρχουν μόνο δύο τα οποία δεν μπορούν να εξηγηθούν μέσω της θέλησής μου για εξουσία: Το ένα είναι η πίστη μου, που ξαναβρήκα το 1949, και το άλλο είναι ότι η Gala θα έχει πάντα δίκιο για το μέλλον μου.

Όταν ο Breton ανακάλυψε τη ζωγραφιά μου, σοκαρίστηκε από τα κοπρολογικά στοιχεία που τη γέμιζαν. Αυτό με εξέπληξε. Είχα ξεκινήσει από τα σκατά, τα οποία από ψυχαναλυτική σκοπιά μπορούν να ερμηνευτούν σαν το χαρούμενο οιωνό του χρυσού ο οποίος- ευτυχώς- επρόκειτο να πέσει πάνω μου. Διακριτικά, προσπάθησα να κάνω τους Σουρεαλιστές να πιστέψουν ότι αυτά τα σκατολογικά στοιχεία μπορούσαν να φέρουν μόνο τύχη στο κίνημα. Να προκαλέσουν την ευπρόσδεκτη εικονογραφία όλων των εποχών και όλων των πολιτισμών- η χήνα που γεννά τα χρυσά αυγά, το υστερικό σύνδρομο της Δανάης, ο γάιδαρος που τα απορρίμματά του ήταν χρυσά- αρνήθηκαν να με εμπιστευτούν. Πήρα αμέσως την απόφασή μου. Αφού δεν ήθελαν να έχουν τίποτε να κάνουν με τα σκατά που τόσο γενναιόδωρα τους πρόσφερα, θα κρατούσα αυτούς τους θησαυρούς και το χρυσό για τον εαυτό μου. Ο περίφημος χαρακτηρισμός που μου αποδόθηκε είκοσι χρόνια αργότερα από τον Breton, «Avida Dollars,» θα μπορούσε να έχει προέλθει από τότε κιόλας.

Μια μόνο εβδομάδα με τους Σουρεαλιστές ήταν αρκετή να μου δείξει πως η Gala είχε δίκιο. Ανέχθηκαν ως έναν συγκεκριμένο βαθμό τα κοπρολογικά μου στοιχεία. Από την άλλη μεριά ένας αριθμός πραγμάτων ανακηρύχθηκαν ως «ταμπού.» Εδώ αναγνώρισα τους ίδιους περιορισμούς που αντιμετώπισα στον οικογενειακό μου κύκλο. Το αίμα μου επιτρεπόταν. Μπορούσα να προσθέσω και λίγα σκατά. Είχα την άδεια να αναπαριστώ τα γεννητικά όργανα, αλλά όχι πρωκτικές φαντασιώσεις. Κάθε οπίσθιο αντιμετωπιζόταν με πολύ άσχημο τρόπο. Προτιμούσαν τις λεσβίες, αλλά όχι τους παιδεραστές. Στα όνειρα, κάποιος μπορούσε να χρησιμοποιήσει το σαδισμό, ομπρέλες, και μηχανές ραψίματος κατά βούληση αλλά, εκτός από αισχρότητες, κάθε θρησκευτικό στοιχείο ήταν απαγορευμένο, ακόμα και αν ήταν μυστηριακής φύσης. Αν απλά κάποιος ονειρευόταν τη Madonna του Raphael χωρίς κάποιες φανερές βλαστήμιες, τότε δεν επιτρεπόταν να το αναφέρει.

Όπως είπα ήδη, έγινα 100 τοις εκατό Σουρεαλιστής. Αγωνιώντας να διατηρήσω την καλή μου πίστη, αποφάσισα να προχωρήσω τον πειραματισμό μου στα πιο αντιφατικά άκρα. Ένιωσα ότι ήμουν έτοιμος να δράσω με εκείνη τη Μεσογειακή και παρανοϊκή υποκρισία για την οποία πιστεύω ότι μόνο εγώ είμαι ικανός με τη διαστροφή μου. Το σημαντικό για μέσα πράγμα τότε ήταν να διαπράξω το μέγιστο δυνατό αριθμό αμαρτημάτων, παρότι ήμουν βαθύτατα εντυπωσιασμένος από τα ποιήματα του Αγ. Ιωάννη του Σταυρού για τα οποία είχα ακούσει τον Garcia Lorca να αναφέρεται με μεγάλη εκτίμηση. Είχα ήδη την προαίσθηση ότι το ερώτημα της θρησκείας θα εμφανιζόταν αργότερα στη ζωή μου. Μιμούμενος τον Αγ. Αυγουστίνο, ο οποίος ενέδωσε στην ελευθεριάζουσα συμπεριφορά και στην οργιαστική ηδονή ενώ προσευχόταν στο θεό για πίστη, επικαλέστηκα τον ουρανό, προσθέτοντας: «Αλλά όχι ακόμα.» Σύντομα μετά πριν η ζωή μου γίνει αυτό που είναι τώρα, ένα παράδειγμα ασκητισμού και αρετής, ήθελα να προσκολληθώ στον φαντασιακό μου Σουρεαλισμό ενός πολυπρόσωπου διαστρεμμένου, έστω για λίγα ακόμα λεπτά, σαν αυτόν που ονειρεύεται και παλεύει να διατηρήσει τα τελευταία ψήγματα ενός Διονυσιακού ονείρου. Ο Διόνυσος του Nietzsche με συνόδευε οπουδήποτε σαν μια υπομονετική παιδοκόμο και σύντομα δεν μπορούσα παρά να παρατηρήσω ότι φορούσε ένα περιβραχιόνιο με σβάστικα. Τα πράγματα θα χαραμίζονταν από εκείνους που ήδη σάπιζαν.

Ποτέ δεν αρνήθηκα στη γόνιμη και ευέλικτη φαντασία τα πιο απαιτητικά μέσα έρευνας. Αλλά αυτά χρησίμευσαν μόνο να επιβεβαιώσουν την εγγενή μου τρέλα. Αυτός είναι ο λόγος που έκανα μεγάλη προσπάθεια, παρότι ήμουν μέρος του Σουρεαλιστικού κινήματος, να κερδίζω κάθε μέρα την αποδοχή για μια ιδέα ή εικόνα η οποία ερχόταν πλήρως σε αντίθεση με τη «Σουρεαλιστική μόδα.» Στην πραγματικότητα, οτιδήποτε πρότεινα ήταν αντίθετο με την επιθυμία τους. Δεν τους άρεσαν οι πισινοί! Προσπάθησα να τους ξεγελάσω δίνοντάς τους πολλούς πισινούς, προσεκτικά συγκαλυμμένους, και κατά προτίμηση Μακιαβελικούς. Αν κατασκεύαζα κάποιο Σουρεαλιστικό αντικείμενο στο οποίο καμία φαντασία αυτού του τύπου δεν εμφανιζόταν, η συμβολική αναπαράσταση αυτού του αντικειμένου θα ήταν πρωκτική. Αντιτέθηκα στον απλό και παθητικό αυτοματισμό με την ενεργή παρόρμηση της περίφημης μεθόδου μου της παρανοϊκής- κριτικής ανάλυσης. Επιπλέον, αντιπαρατέθηκα στον ενθουσιασμό για τον Matisse και τις αφηρημένες τεχνικές με την υπερ- αναδρομική και ανατρεπτική τεχνική του Meissonier. Με σκοπό να νικήσω τα πρωτόγονα αντικείμενα, ξεκίνησα τη μόδα για τα υπερ- πολιτισμένα αντικείμενα του «στυλ 1900» που συλλέγαμε μαζί με τον Dior και τα οποία θα ξαναγύριζαν στη μόδα με το «new look.»

Την ίδια στιγμή που ο Breton δεν ήθελε πια να ακούει για θρησκεία, ετοιμαζόμουν, φυσικά, να εφεύρω μια νέα θρησκεία η οποία θα ήταν ταυτόχρονα σαδιστική, μαζοχιστική, και παρανοϊκή. Πήρα την ιδέα για τη θρησκεία μου από τις εργασίες του Auguste Comte. Ίσως η Σουρεαλιστική ομάδα να μπορούσε να πετύχει αυτό που ο φιλόσοφος μπόρεσε. Αλλά πρώτα θα έπρεπε να κάνω τον αρχιερέα, Andre Breton, να ενδιαφερθεί για το μυστικισμό. Είχα σκοπό να του εξηγήσω ότι αν τα πράγματα τα οποία υπερασπιζόμασταν ήταν αληθινά, θα έπρεπε να τους προσθέσουμε ένα θρησκευτικό στοιχείο. Ομολογώ ότι σε εκείνη την περίοδο προσδοκούσα να επιστρέψουμε στην αλήθεια της Αποστολικής Καθολικής θρησκείας, η οποία σιγά- σιγά με κατακτούσε με τη δόξα της. Ο Breton δέχθηκε τις εξηγήσεις μου με ένα χαμόγελο και συνέχισε να στρέφεται στον Feuerbach, για του οποίου τη φιλοσοφία τώρα ξέρουμε ότι περιέχει ιδεαλιστικά κενά- αν και τότε δεν το αντιλαμβανόμασταν.

Ενώ διάβαζα Auguste Comte για να καθιερώσω τη θρησκεία μου σε μια σταθερή βάση, η Gala αποδείχθηκε ότι ήταν πιο θετικίστρια από τους δυο μας. Πράγματι, περνούσε τις μέρες της σε χρωματοπωλεία, με εμπόρους αντικών και αναπαλαιωτές, αγοράζοντας πινέλα, βερνίκι, και όλα τα υλικά που θα με βοηθούσαν να ξεκινήσω να ζωγραφίζω μόλις θα αποφάσιζα να σταματήσω το κολάζ με χρώματα και κομμάτια εφημερίδας στον καμβά μου. Φυσικά δεν ήθελα να ακούσω τίποτε για τεχνική ενώ ήμουν απασχολημένος να δημιουργώ την κοσμογονία του Dali, με τα μη συμπαγή ρολόγια που προμήνυαν την αποσύνθεση της ύλης, τα τηγανητά αυγά χωρίς τηγάνι, τις παραισθησιογόνες και αγγελικές λάμψεις, που θυμίζουν τον ενδομήτριο παράδεισο που χάθηκε τη μέρα της γέννησής μου. Δεν προλάβαινα καν να ζωγραφίζω τα πάντα όπως έπρεπε να είναι. Ήταν αρκετό αν τα νοήματα ήταν σαφή. Η επόμενες γενιές θα δουν ότι η δουλειά μου ήταν ολοκληρωμένη και αναθεωρημένη. Η Gala δεν συμφωνούσε μαζί μου. Σαν μια μητέρα με το παιδί της που αρνείται να φάει, επέμενε:

«Τώρα κοίτα, μικρέ Dali, δοκίμασε αυτήν τη πολύ, πολύ ιδιαίτερη ουσία. Είναι υγρό κεχριμπάρι- που δεν κάηκε. Λένε ότι ο Vermeer ζωγράφιζε με αυτό.»

Με μια αηδιασμένη και μελαγχολική έκφραση, το χρησιμοποίησα. «Ναι! Μπορώ να δω τα οφέλη. Αλλά το ξέρεις ότι δεν έχω χρόνο να μπω στις λεπτομέρειες. Μπορώ να κάνω πολλά περισσότερα. Έχω μια ιδέα! Μια ιδέα που θα σκανδαλίσει όλο τον κόσμο και ειδικά τους Σουρεαλιστές. Κανείς δεν θα μπορέσει να πει κάτι ενάντια γιατί ονειρεύτηκα δύο φορές αυτόν το νέο William Tell! Πρόκειται για τον Lenin. Θέλω να τον ζωγραφίσω με ένα οπίσθιο εννιά πόδια μακρύ και να στηρίζεται πάνω σε δεκανίκι. Θα χρειαστώ έναν καμβά δεκαοκτώ πόδια μακρύ για αυτό… Θα ζωγραφίσω τον Lenin μου με τη λυρική του περιβολή ακόμα και αν με πετάξουν από τη Σουρεαλιστική ομάδα. Θα κρατάει ένα μικρό παιδί στα χέρια του- εμένα. Αλλά θα με κοιτάζει με τάση κανιβαλισμού, και εγώ θα φωνάζω: «Θέλει να με φάει.»

«Δεν θα το πω στον Breton!» σκέφτηκα, βυθισμένος σε οράματα που έφταναν σε τέτοια ύψη που, όπως συχνά συμβαίνει όταν βρίσκομαι σε τέτοια κατάσταση, μουσκεύω τα μπατζάκια μου!

«Εντάξει,» επανέλαβε η Gala απαλά. «Αύριο θα σου φέρω λίγο κεχριμπάρι διαλυμένο σε έλαιο λεβάντας. Κοστίζει μια περιουσία, αλλά θέλω να το χρησιμοποιήσεις όταν θα ζωγραφίζεις το νέο σου Lenin.»

Προς μεγάλη μου απογοήτευση τα λυρικά οπίσθια του Lenin δεν σκανδάλισαν τους Σουρεαλιστές φίλους μου. Αυτή η απογοήτευση ωστόσο με ενθάρρυνε. Οπότε θα προχωρούσα ακόμα περισσότερο… τολμώντας το αδύνατο. Ο Aragon ήταν ο μόνος που είχε αντίρρηση για τη σκεπτόμενη μηχανή μου διακοσμημένη με κύπελλα με ζεστό γάλα.

«Αρκετά με τις εκκεντρικότητες του Dali!» είπε νευριασμένα. «Από δω και στο εξής, το γάλα θα είναι για τα παιδιά των ανέργων.» Ο Breton πήρε το μέρος μου. Ο Aragon γελοιοποιήθηκε. Ακόμα και η οικογένειά μου θα γελούσε με την ιδέα μου, αλλά αυτός ήδη ακολουθούσε μια οπισθοδρομική πολιτική ιδέα που θα τον οδηγούσε εκεί που βρίσκεται τώρα- δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ πουθενά.

Εκείνη την περίοδο, ο Hitler επικρατούσε, και μια μέρα ζωγράφισα μια Ναζί παιδοκόμο να πλέκει. Είχε κάτσει κατά λάθος σε μια λιμνούλα από νερό. Με την επιμονή μερικών από τους πιο κοντινούς Σουρεαλιστές φίλους μου, χρειάστηκε να σβήσω το περιβραχιόνιό της με τη σβάστικα. Δεν περίμενα τα συναισθήματα που θα εγείρονταν από αυτό το έμβλημα. Καταλήφθηκα σε τέτοιο βαθμό από αυτό ώστε πρόβαλλα την υστερία μου στην προσωπικότητα του Hitler, ο οποίος πάντα μου έμοιαζε με γυναίκα. Πολλές από τις ζωγραφιές που έκανα εκείνη την περίοδο καταστράφηκαν όταν ο Γερμανικός στρατός εισέβαλε στη Γαλλία. Ήμουν εντυπωσιασμένος από την απαλή, στρογγυλή πλάτη του Hitler, πάντα τόσο σφικτά καλυμμένη από τη στολή του. Κάθε φορά που ξεκινούσα να ζωγραφίζω τη δερμάτινη λωρίδα που περνούσε από τη μέση του στον αντίθετο ώμο, η απαλότητα της Χιτλερικής σάρκας πιεσμένης μέσα στη στρατιωτική στολή με έφερνε σε μια κατάσταση έκστασης που ήταν ταυτόχρονα γευστική, γαλακτώδης, θρεπτική και Βαγκνερική, και έκανε την καρδιά μου να κτυπά βίαια, ένα πολύ σπάνιο συναίσθημα το οποίο δεν βιώνω ούτε όταν κάνω έρωτα. Η παχουλή σάρκα του Hitler, την οποία φανταζόμουν σαν να είναι η πιο πλούσια γυναικεία σάρκα με το λευκότερο δέρμα, με εντυπωσίασε. Συνειδητός εντούτοις σχετικά με την ψυχο- παθολογική φύση τέτοιων μεταφορών, ήμουν ενθουσιασμένος ψιθυρίζοντας στο ίδιο μου το αυτί:

«Ναι, αυτή τη φορά πιστεύω ότι βρίσκομαι στα πρόθυρα της πραγματικής τρέλας!» Και στη Gala:

«Φέρε μου λίγο κεχριμπάρι σε έλαιο λεβάντας και τα καλύτερα πινέλα του κόσμου. Τίποτε δεν υπάρχει τόσο λεπτό που να μην μπορεί να ζωγραφιστεί, με τον υπερ- αναδρομικό τρόπο του Meissonier, το υπερ- θρεπτικό ντελίριο, τη μυστική και σαρκική έκσταση που με καταλαμβάνει όταν ξεκινάω να αποτυπώσω την εντύπωση της δερμάτινης λωρίδας πάνω στη σάρκα του Hitler.»

Όσες φορές κι αν διαβεβαίωσα τον εαυτό μου ότι ο εμπνευσμένος από τον Hitler ίλιγγός μου ήταν απολιτικός, ότι η εργασία μου τροφοδοτημένη από μια θηλυκοποιημένη εικόνα του Fuhrer ήταν μιας σκανδαλώδους αμφισημίας, ότι αυτές οι αναπαραστάσεις περιείχαν τον ίδιο βαθμό μαύρου χιούμορ με εκείνες του William Tell ή του Lenin- όσες φορές και αν το επανέλαβα αυτό στους φίλους μου, ήταν άσκοπο. Αυτή η νέα κρίση στη ζωγραφική μου έγειρε ολοένα και μεγαλύτερη καχυποψία στους Σουρεαλιστές. Τα πράγματα χειροτέρεψαν περισσότερο όταν διαδόθηκε ότι στον Hitler άρεσαν οι κύκνοι, η μοναξιά, η μεγαλομανία, ο Wagner, και όλες οι πινελιές του Hieronymus Bosch που έβαζα στους πίνακές μου.

Με την ενστικτώδη αίσθησή μου της αντίφασης, τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Ζήτησα από τον Breton να συγκαλέσει μια ειδική συνάντηση της ομάδας για να συζητηθεί ο Χιτλερικός μυστικισμός από τη σκοπιά της Νιτσεϊκής και αντι- Καθολικής μη λογικής. Ήλπιζα ότι η αντι- Καθολική προοπτική της συζήτησης θα δελέαζε τον Breton. Επιπλέον, θεωρούσα τον Hitler έναν τέλειο μαζοχιστή κατηλλειμένο από την ιδέα να προκαλέσει έναν πόλεμο που ήταν καταδικασμένος να χαθεί ηρωικά. Πράγματι, ετοίμαζε μια από εκείνες τις άσκοπες πράξεις οι οποίες εκείνη την εποχή επιδοκιμάζονταν ιδιαίτερα από την ομάδα μας. Η επιμονή μου για τη θεώρηση πάνω στο Χιτλερικό μυστικισμό από τη σκοπιά του Σουρεαλισμού, καθώς και για την απόδοση ενός θρησκευτικού νοήματος στα σαδιστικά στοιχεία του Σουρεαλισμού, που από κοινού αναμοχλεύονταν από την κριτική- παρανοϊκή μέθοδό μου ανάλυσης, η οποία έτεινε να παραμερίσει τον αυτοματισμό και τον εγγενή σε αυτόν ναρκισσισμό, κατέληξε σε μια σειρά από διαλλείματα και διακοπές από τον Breton και τους φίλους του. Επιπλέον, οι φίλοι του άρχισαν να αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σε εκείνον και σε εμένα με τρόπο που ήταν ανησυχητικός για τον αρχηγό του κινήματος.

Ζωγράφισα μια προφητική εικόνα του θανάτου του Fuhrer. Ονομάστηκε The Enigma Of Hitler, και οδήγησε στον αφορισμό μου από τους Ναζί και επευφημίες από τους αντι- Ναζί, ακόμα και αν ο πίνακας- και παρεμπιπτόντως αυτό ισχύει για οτιδήποτε έχω κάνει, και θα λέω μέχρι την τελευταία μου στιγμή- δεν είχε κανένα συνειδητό πολιτικό νόημα. Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έχω ακόμα καταφέρει να αποκωδικοποιήσω αυτό το περίφημο αίνιγμα.

Ένα απόγευμα η Σουρεαλιστική ομάδα συνήλθε για να βγάλει την απόφαση σχετικά με τον αποκαλούμενο Χιτλερισμό μου. Δυστυχώς έχω ξεχάσει τις περισσότερες λεπτομέρειες από αυτήν την ιδιότυπη συνάντηση. Αλλά αν ο Breton θέλει να με ξανασυναντήσει κάποια μέρα, θα ήθελα να ξέρω τι συνέβη αμέσως μετά τη συνάντηση. Τη στιγμή της αποβολής μου από τη Σουρεαλιστική ομάδα υπέφερα από το λαιμό μου. Καθώς πάντοτε ανησυχώ όποτε αρρωσταίνω, παρακολούθησα τη συνάντηση με ένα θερμόμετρο στο στόμα. Πρέπει να μέτρησα τη θερμοκρασία μου τουλάχιστον τέσσερις φορές κατά τη διάρκεια της δίκης μου η οποία κράτησε μέχρι αργά τη νύχτα, γιατί όταν γύρισα σπίτι είχε ήδη αρχίσει να ξημερώνει πάνω από το Παρίσι.

Ενώ διεκδικούσα το αυτονόητο, γονάτισα αρκετές φορές, όχι για να παρακαλέσω για τη μη αποβολή μου, όπως λανθασμένα έχει ειπωθεί, αλλά, αντιθέτως, για να δώσω στον Breton να καταλάβει ότι η εμμονή μου με τον Hitler ήταν καθαρά παρανοϊκή και ουσιαστικά απολιτική. Επίσης εξήγησα ότι δεν θα μπορούσα να είμαι Ναζί, γιατί αν ο Hitler κατακτούσε την Ευρώπη θα του δινόταν η ευκαιρία να ξεκάνει όλους τους υστερικούς χαρακτήρες σαν κι εμένα, όπως είχε ήδη κάνει στη Γερμανία μεταχειριζόμενος αυτούς σαν έκφυλους. Τέλος ο θηλυπρεπής και ακαταμάχητα αστείος ρόλος που είχα αποδώσει στην προσωπικότητα του Hitler θα ήταν αρκετή να με κατατάξει ως έναν εικονοκλάστη στα μάτια των Ναζί. Παρομοίως ο θαυμασμός μου για τον Freud και τον Einstein, οι οποίοι από κοινού εκδιώχθηκαν από τη Γερμανία από τον Hitler, καθιστούσε σαφές ότι ο τελευταίος με ενδιέφερε μόνο σαν ένα αντικείμενο του παροξυσμού μου και επειδή μου φαινόταν ασύγκριτης καταστροφικής αξίας.

Στο τέλος πείστηκαν για την αθωότητά μου, αλλά έπρεπε παρόλα αυτά να υπογράψω ένα έγγραφο στο οποίο, μεταξύ άλλων, ανακήρυσσα τον εαυτό μου φίλο του προλεταριάτου. Το υπέγραψα χωρίς ενδοιασμούς, καθώς ποτέ μου δεν είχα κάποια αισθήματα είτε υπέρ είτε κατά του προλεταριάτου.

Η αλήθεια, μια και μοναδική, έγινε ξαφνικά εμφανής: ήταν αδύνατο να είναι κάποιος ένας γνήσιος Σουρεαλιστής σε ένα κίνημα που οδηγιόταν μόνο από τα πολιτικά κίνητρα των παρτιζάνων, και αυτό με κάθε έννοια, είτε αφορούσε τον Breton είτε τον Aragon.

Κάποιος σαν κι εμένα, που ισχυριζόμουν ότι ήμουν ένας αληθινός τρελός, ζώντας και οργανώνοντας τα πράγματα με μια Πυθαγόρεια ακρίβεια (και με τη Νιτσεϊκή σημασία της λέξης), δεν χωρούσε. Αυτό που επρόκειτο να συμβεί συνέβη αναμενόμενα: ο Dali, ο τέλειος Σουρεαλιστής, διδάσκοντας την παντελή απουσία κάθε θρησκευτικού ή ηθικού περιορισμού, παρακινημένος από τη «δύναμη της θέλησης» του Nietzsche, επιβεβαίωσε ότι κάθε πείραμα μπορούσε να μεταφερθεί στα ύστατα όριά του χωρίς καμία άρση της συνέχειας. Απαίτησα το δικαίωμα να ζωγραφίσω τον Lenin με οπίσθια εννιά πόδια μακριά, να γαρνίρω το πορτραίτο του με μικρούς Χίτλερ, και γιατί όχι με Ρωμαιοκαθολικισμό. Ο καθένας ήταν ελεύθερος να γίνει ή να αποφύγει κάτι άλλο: παιδεραστής, κοπροφάγος, ενάρετος ή ασκητικός στις μεταπτώσεις των διατροφικών διαταραχών ή των εκλάμψεών του. Ο πολυπρόσωπος διεστραμμένος που ήμουν κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσής μου τώρα απέκτησε μια ιστορική αποκορύφωση: τα σαγόνια μου συνέτριψαν τη Gala, ερωτεύτηκα με τους γάιδαρους που είχαν την πιο υπερβατική μυρωδιά. Οι οσμή του ανθρώπινου σώματος απέκτησε φυσικά λειτουργική σημασία για μένα. Τα ανθρωπιστικά αισθήματα εμπόδιζαν την άνθιση των πρωκτικών οσμών και εκστάσεων (χωρίς πρωκτό), καθαρές ή στεγνές, σαν διπλές, τριπλές ή τετραπλές αναδιπλώσεις των σωθικών. Πάνω από όλα σηκώθηκαν τα τεράστια, αμβλυμμένα, και υδρωπικά πρόσωπα των μεγάλων και περίφημων αυνανιστών, οι οποίοι ήταν καλυμμένοι με τις ακρίδες με τα Κομουνιστικά πρόσωπα, τις Ναπολεόντιες κοιλιές, τους Χιτλερικούς γοφούς που κολλούσαν με θηλυπρέπεια στο στόμα μου. Και ήταν μόνο η αρχή!

Αλλά ο Breton είπε «Όχι» στον Dali! Και από κάποια άποψη είχε δίκιο, γιατί μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα ήθελε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό… Ωστόσο είχε επίσης άδικο, γιατί ακόμα κι όταν διατηρούσε την ελευθερία της επιλογής, έπρεπε να παραδοθεί σε αυτήν την αλά Dali σύνθεση η οποία ήταν τόσο επιθετική όσο και χυμώδης. Αν δεν είχε απόλυτα δίκιο, αυτό ήταν επειδή ο Dali, ο τέλειος ρασιοναλιστής, ήθελε να ξέρει τα πάντα σχετικά με το παράλογο όχι για να κατασκευάζει ένα νέο γλωσσικό και ανθρώπινο ρεπερτόριο, αλλά αντιθέτως για να μειώσει και να υποτάξει αυτό το παράλογο την κατάκτηση του οποίου πραγματοποιούσε. Το κύκλοτρο των φιλοσοφικών σαγονιών του Dali επιθυμούσε διακαώς να συντρίψει και να βομβαρδίσει οτιδήποτε με το πυροβολικό των υπο- ατομικών νετρονίων, ώστε να μεταμορφώσει σε καθαρή μυστική ενέργεια το μάταιο υποχόνδριο και σηπόμενο βιολογικό συνονθύλευμα στο οποίο το Σουρεαλιστικό όνειρο έδινε πρόσβαση. Με το πού αυτή η σάπια μάζα θα γινόταν πνεύμα πλήρως και οριστικά, ο σκοπός και προορισμός του ανθρώπου στη γη θα εκπληρωνόταν, και όλα θα μετατρέπονταν σε θησαυρό.

Αυτή ήταν η στιγμή που διάλεξε η σειρήνα Kierkegaard να τραγουδήσει σαν ένα μικρό οσμηρό αηδόνι. Και όλοι οι υπαρξιστικοί αρουραίοι των υπονόμων που ερωτοτροπούσαν στο υπόγειο, έφτυσαν και τσίριξαν με αηδία για τα απομεινάρια του Σουρεαλιστικού δείπνου που αφήσαμε να κρυώσει μέσα τους σαν σε σκουπιδοτενεκέδες. Όλα ήταν εξαιρετικά αισχρά, και ο ίδιος ο άνθρωπος ήταν περιττός.

«Όχι!» τους φώναξε ο Dali. Όχι πριν να εκλογικευτούν τα πάντα. Όχι πριν κάθε φόβος της libido εξευγενιστεί και μεταμορφωθεί από την ανώτερη ομορφιά του θανάτου, ακολουθώντας το μονοπάτι που οδηγεί στην πνευματική ολοκλήρωση και στον ασκητισμό. Μόνο ένας Ισπανός θα μπορούσε να εκπληρώσει αυτήν την αποστολή ανάμεσα στις ασχημότερες και πιο δαιμονικές ανακαλύψεις όλων των εποχών. Κάθε τι έπρεπε να καθαριστεί, και η μεταφυσική γεωμετρία να ανακαλυφθεί.

Ήταν αναγκαίο να γυρίσουμε στην οξεία σαν το ασήμι και πράσινη σαν λάδι αξιοπρέπεια των Velasquez και Zurbaran, στο ρεαλισμό και στο μυστικισμό που θα βρίσκαμε να είναι ίδιοι και ομοούσιοι. Η υπερβατική πραγματικότητα θα έπρεπε να ενσωματωθεί με κάποιο ευτυχές γεγονός καθαρής αλήθειας, όπως ο απόλυτος οπτικός ιμπεριαλισμός του Velasquez είχε πετύχει. Αλλά κάτι τέτοιο προϋπέθετε την αδιαφιλονίκητη παρουσία του Θεού, ο οποίος είναι η μόνη απόλυτη πραγματικότητα!

Αυτή η αλά Dali απόπειρα εκλογίκευσης δημοσιεύτηκε διστακτικά και όχι πολύ συνειδητά στο περιοδικό Le Minotaure. Ο Picasso ζήτησε από τον Skira, τον εκδότη, να απεικονίσω το Chants De Maldoror. Μια μέρα η Gala κανόνισε ένα γεύμα με τον Skira και τον Breton. Έγινε εκδότρια του περιοδικού, και το Minotaure γεννήθηκε κάτω από αυτές τις αβέβαιες συνθήκες. Σήμερα, σε ένα διαφορετικό επίπεδο, γίνεται η πιο έντονη προσπάθεια ρασιοναλισμού, πιστεύω, με την πολύ όμορφη έκδοση Etudes Carmelitaines, με εκδότη τον Πατέρα Bruno, τον οποίο θαυμάζω ιδιαιτέρως. Ας μη μιλήσουμε για την δυσάρεστη τύχη του Minotaure, που τώρα βόσκει στα υλιστικά λιβάδια του Verve.

Σε δυο άλλες περιπτώσεις υποκριτικά συζήτησα τη μελλοντική θρησκεία μου με τον Breton. Δεν κατάλαβε. Δεν επέμεινα άλλο. Αρχίσαμε να βλεπόμαστε ολοένα και λιγότερο. Όταν ο Breton έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1940 του τηλεφώνησα την ημέρα της άφιξής του για να τον καλωσορίσω και για να κανονίσω μαζί του ένα ραντεβού. Κανονίσαμε να συναντηθούμε την επόμενη μέρα. Του ανακοίνωσα μια ιδεολογική πλατφόρμα σχετικά με τις ιδέες μας. Θα εγκαινιάζαμε ένα μεγάλο μυστικιστικό κίνημα με σκοπό να ενισχύσει το Σουρεαλιστικό πείραμα και να το απομακρύνει για πάντα από το διαλεκτικό ματεριαλισμό! Αλλά το ίδιο απόγευμα, φίλοι μου είπαν ότι ο Breton είχε πάλι αρχίσει να με συκοφαντεί, αποκαλώντας με θαυμαστή του Hitler. Αυτό ήταν ένα πολύ λανθασμένο και επικίνδυνο πράγμα, εκείνη την περίοδο, για να συνεχίσω να τον βλέπω. Δεν ξαναειδωθήκαμε από τότε.

Σε κάθε περίπτωση, χάρη στο πέρασμα του χρόνου και στην εγγενή μου διαίσθηση, η οποία είναι ακριβής σαν έναν μετρητή Geiger, νιώθω ότι ο Breton βρίσκεται πλέον πιο κοντά μου. Η πνευματική του δραστηριότητα, παρά την εξωτερική της μορφή, έχει μια αξία η οποία λείπει από τους υπαρξιστές, πέρα από κάθε θεατρική και πρόσκαιρη επιτυχία.

Από εκείνη τη μέρα που δεν πήγα στο ραντεβού μου με τον Breton, ο σουρεαλισμός όπως τον είχαμε ορίσει πέθανε. Την επόμενη μέρα, όταν μια μεγάλη εφημερίδα μου ζήτησε να ορίσω το σουρεαλισμό, απάντησα: «Εγώ είμαι ο σουρεαλισμός!» Και το πιστεύω αυτό, γιατί είμαι ο μόνος που τον συνεχίζει. Δεν αποποιήθηκα τίποτε. Αντιθέτως, επιβεβαίωσα, μεταμόρφωσα, ιεράρχησα, εκλογίκευσα, αποϋλοποίησα, πνευματοποίησα τα πάντα. Ο τωρινός ατομικός μυστικισμός μου είναι απλά ο καρπός, εμπνευσμένος από το Άγιο Πνεύμα, των δαιμονολογικών και Σουρεαλιστικών πειραμάτων του πρώτου μέρους της ζωής μου.

Με επιμέλεια ο Breton συνέθεσε ένα εκδικητικό τίτλο σχετικά με το θαυμαστό μου όνομα, μετατρέποντάς το σε «Avida Dollars.» Αυτό προφανώς δεν ήταν το αριστούργημα ενός μεγάλου ποιητή. Απεναντίας, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορία της ζωής μου, οφείλω να ομολογήσω ότι ανταποκρίθηκε καλά στις φιλοδοξίες μου εκείνης της στιγμής. Στην πραγματικότητα, ο Hitler είχε μόλις πεθάνει με έναν ιδιαίτερα Βαγκνερικό τρόπο στα χέρια της Eva Braun στο Βερολίνο. Με το πού άκουσα τα νέα σκεφτόμουν για δεκαεπτά λεπτά πριν πάρω μια αμετάκλητη απόφαση: Ο Salvador Dali θα γινόταν η μεγαλύτερη πόρνη πολυτελείας της εποχής του. Και όντως έγινα. Είναι ο ίδιος τρόπος που χρησιμοποιώ σε ότι κάνω για να πετύχω βρισκόμενος σε παρανοϊκό οίστρο.

Μετά το θάνατο του Hitler, μια νέα μυστικιστική και θρησκευτική εποχή ξεκίνησε για να καταβροχθίσει όλες τις ιδεολογίες. Στο μεταξύ είχα μια αποστολή. Η μοντέρνα τέχνη, σκονισμένο κατάλοιπο του υλισμού που κληροδοτήθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση, θα μου εναντιωνόταν για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Τώρα, είχα να ζωγραφίσω καλά, κάτι που θα μπορούσε να μην είναι κανενός ενδιαφέροντος σε κανέναν. Ωστόσο ήταν απαραίτητο να ζωγραφίσω καλά, γιατί ο πυρηνικός μυστικισμός μου θα θριάμβευε μια συγκεκριμένη μέρα μόνο αν ενσάρκωνε την ανώτερη ομορφιά.

Ήξερα ότι η τέχνη των αφηρημένων ζωγράφων- εκείνοι που δεν πιστεύουν σε τίποτα και συνεπώς δεν ζωγραφίζουν- θα χρησίμευε σαν ένα λαμπρό εφαλτήριο για τον Salvador Dali που θα ξεχώριζε στην ποταπή εποχή μας του περιγραφικού υλισμού και του ερασιτεχνικού υπαρξισμού. Αυτό ήταν σίγουρο. Αλλά προκειμένου να μείνω ανυποχώρητος, θα έπρεπε να είμαι πιο δυνατός από ποτέ, να έχω χρήματα, να μαζέψω χρυσό, γρήγορα και σε αφθονία, προκειμένου να ανταπεξέλθω. Χρήματα και υγεία! Σταμάτησα άμεσα να πίνω και υιοθέτησα την πιο προσεκτική στάση για τη ζωή μου. Την ίδια στιγμή γυάλισα τη Gala για να την κάνω να λάμπει, όσο το δυνατό πιο ευτυχισμένη, φροντίζοντάς την ακόμα και περισσότερο από τον εαυτό μου, γιατί χωρίς εκείνη όλα θα τέλειωναν. Θα χρησιμοποιούσαμε τα χρήματα για να κάνουμε οτιδήποτε επιθυμούσαμε στα πλαίσια της ομορφιάς και της καλοσύνης. Ο τίτλος «Avida Dollars» δεν ήταν τίποτε άλλο να κάνει παρά αυτό. Η αλήθεια για αυτό αποδεικνύεται τώρα…

Αυτό που μου αρέσει περισσότερο σε όλη τη φιλοσοφία του Auguste Comte είναι εκείνη η στιγμή όταν, πριν ιδρύσει τη νέα «θετικιστική θρησκεία» του, τοποθετεί στην κορυφή της ιεραρχίας του τους τραπεζίτες στους οποίους αποδίδει κεφαλαιώδη σημασία. Ίσως είναι η φοινικική πλευρά του αίματος μου από το Ampurdan, αλλά πάντοτε εντυπωσιαζόμουν από το χρυσό σε οποιαδήποτε μορφή του. Από την εφηβεία ακόμα, όταν έμαθα ότι ο Miguel de Cervantes, που έγραψε τον Don Quixote του για τη μεγάλη δόξα της Ισπανίας, πέθανε πάμφτωχος, και ότι Χριστόφορος Κολόμβος, που ανακάλυψε το νέο κόσμο, πέθανε επίσης κάτω από τις ίδιες συνθήκες και επιπλέον στη φυλακή- όπως είπα, από νωρίς στη εφηβεία μου, η σύνεσή μου με έχει επιτακτικά συμβουλέψει πάνω σε δυο θέματα:

1. Να κάνω φυλακή το συντομότερο δυνατό, πράγμα που έγινε.
2. Να γίνω, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, κάτι σαν πολύ- εκατομμυριούχος. Και αυτό επίσης πραγματοποιήθηκε.

Ο απλούστερος τρόπος να μη χρειαστεί να κάνει κάποιος την οποιαδήποτε παραχώρηση σχετικά με το χρυσό είναι να τον κατέχει ο ίδιος. Όταν κάποιος είναι πλούσιος, δεν έχει καμία υποχρέωση. Ένας ήρωας εισέρχεται στη σφαίρα των μη δεσμεύσεων! Είναι το ακριβώς αντίθετο του οικιακού. Όπως ο Καταλανός φιλόσοφος Francesco Pujols τόσο σωστά παρατήρησε: «Η μέγιστη φιλοδοξία του ανθρώπου σε κοινωνικό επίπεδο είναι η ιερή ελευθερία να ζει χωρίς την ανάγκη να δουλεύει.» Ο Dali συμπληρώνει τώρα αυτόν τον αφορισμό προσθέτοντας ότι αυτή η ελευθερία με τη σειρά της προϋποθέτει τον ανθρώπινο ηρωισμό. Ο μόνος τρόπος για να πνευματοποιήσει κάποιος την ύλη είναι να τη γεμίσει με χρυσό.

Είμαι ο γιος του William Tell, που μεταμόρφωσε σε καθαρό χρυσό το μήλο της «κανιβαλιστικής» αμφισημίας την οποία οι πατέρες της, ο Andre Breton και ο Pablo Picasso, τοποθέτησαν με τη σειρά τους στο κεφάλι του. Αυτό το κεφάλι, τόσο εύθραυστο και αξιαγάπητο για τον Salvador Dali! Ναι, πιστεύω ότι ο είμαι ο σωτήρας της μοντέρνας τέχνης, ο μόνος ικανός να μεταμορφώσω, να ενσωματώσω και να εκλογικεύσω αυτοκρατορικά και όμορφα όλα τα επαναστατικά πειράματα της σύγχρονης εποχής, στa πλαίσια της μεγάλης κλασσικής παράδοσης του ρεαλισμού και του μυστικισμού που είναι η απώτερη και δοξασμένη αποστολή της Ισπανίας.

Ο ρόλος της χώρας μου είναι ουσιώδης για το μεγάλο κίνημα του «πυρηνικού μυστικισμού» που πρέπει να χαρακτηρίζει την εποχή μας. Η Αμερική, χάρη στην ανεπανάληπτη πρόοδο της τεχνολογίας της, θα παράγει τις εμπειρικές (θα μπορούσε να τις πούμε φωτογραφικές ή μικροφωτογραφικές) αποδείξεις αυτού του νέου μυστικισμού.

Η ιδιοφυία του Εβραϊκού λαού θα του δώσει άθελά της, χάρη στον Freud και στον Einstein, τη δυναμική και αντι- αισθητική προοπτική. Θα λάβει πιθανώς τη θεσμική μορφή του «πυρηνικού μυστικισμού» χάρη στην πνευματική της δεινότητα. Αλλά, για ακόμα μια φορά, θα είναι η αποστολή της Ισπανίας να τα εξευγενίσει όλα με τη θρησκευτική πίστη και την ομορφιά.

Ο τίτλος «Avida Dollars» ήταν γούρι για μένα. Κατέστησε τη βροχή των δολαρίων άφθονη, γλυκιά, και μονότονη. Κάποια μέρα θα πω την αλήθεια για το πώς αυτή ευλογημένη διαταραχή της Δανάης διανθίστηκε. Θα είναι το κεφάλαιο ενός νέου βιβλίου, πιθανό το αριστούργημά μου: On The Life Of Salvador Dali Considered As A Work Of Art.

Στο μεταξύ θέλω να καταγράψω ένα ανέκδοτο. Ένα πολύ χρήσιμο απόγευμα καθώς επέστρεφα στο διαμέρισμά μου στο ξενοδοχείο St. Regis Hotel στη Νέα Υόρκη, άκουσα έναν μεταλλικό ήχο στα παπούτσια μου αφού είχα πληρώσει το ταξί. Τα έβγαλα και βρήκα μέσα σε καθένα ένα κέρμα των πενήντα cent. Η Gala, που μόλις είχε ξυπνήσει, μου φώναξε από το δωμάτιό της:

«Dali, αγάπη μου!» Μόλις ονειρευόμουν ότι η πόρτα ήταν μισάνοικτη και ότι ήσουν με κάποιου άλλους… Ζύγιζες χρυσό…! Σταυροκοπήθηκα μέσα στο σκοτάδι και μουρμούρισα βασιλικά:

«Ας είναι!»

Τότε αγκάλιασα τον θησαυρό μου, το αντίβαρό μου σε χρυσό!





9/4/11

Τα Μαγνητικά Πεδία

[Andre Breton και Philippe Soupault,  1920 (απόσπασμα)]

Οι διάδρομοι των μεγάλων ξενοδοχείων είναι άδειοι και ο καπνός των πούρων κρυμμένος. Ένας άνδρας κατεβαίνει τη σκάλα και προσέχει ότι βρέχει. Τα παράθυρα είναι λευκά. Είναι αισθητή κοντά του η παρουσία ενός σκυλιού. Όλα τα πιθανά εμπόδια είναι παρόντα. Υπάρχει ένα ροζ κύπελλο. Δίνεται μια εντολή και οι υπηρέτες σπεύδουν χωρίς καθυστέρηση. Οι μεγάλες κουρτίνες του ουρανού ανοίγουν. Ένα κουδούνισμα διαμαρτύρεται για αυτήν τη βιαστική αναχώρηση. Ποιος μπορεί να φύγει τόσο απαλά; Τα ονόματα χάνουν τα πρόσωπά τους. Ο δρόμος γίνεται μια έρημη πορεία.

Γύρω στις τέσσερις η ώρα την ίδια μέρα ένας πολύ ψηλός άνδρας περνούσε τη γέφυρα που ενώνει τα χωριστά νησιά. Τα κουδούνια, ή ίσως ήταν τα δέντρα, σήμαναν την ώρα. Νόμιζε ότι άκουσε τις φωνές των φίλων του: «Το γραφείο των ανέμελων ταξιδιών βρίσκεται στα δεξιά,» του είπαν, «και το Σάββατο ο ζωγράφος θα σου γράψει.» Οι γείτονες της μοναξιάς έγειραν μπροστά και μέσα στη νύχτα ακούστηκε το σφύριγμα από τις λάμπες του δρόμου. Το πολυτελές σπίτι αιμορραγεί. Όλοι αγαπούν μια πυρκαγιά. Όταν το χρώμα του ουρανού αλλάζει τότε κάποιος πεθαίνει. Τι καλύτερο θα μπορούσαμε να περιμένουμε; Ένας άλλος άνδρας που στεκόταν μπροστά από ένα αρωματοπωλείο άκουγε τους χτύπους ενός απόμακρου τυμπάνου. Η νύχτα που γλιστρούσε πάνω από το κεφάλι του έπεσε στους ώμους του. Ανεμιστήρες ήταν προς πώληση. Δεν έκαναν πια φρούτα. Άνθρωποι έτρεχαν χωρίς να ξέρουν γιατί προς την κατεύθυνση των εκβολών στη θάλασσα. Ρολόγια, σε απόγνωση, μετρούσαν το κομποσκοίνι τους. Οι κλίκες των ενάρετων σχηματίζονταν. Κανένας δεν πήγαινε προς τις μεγάλες λεωφόρους που αποτελούν την καρδιά της πόλης. Μια καταιγίδα ήταν αρκετή. Από απόσταση ή από κοντά η υγρή ομορφιά των φυλακών δεν αναγνωριζόταν. Τα καλύτερα καταφύγια είναι οι σταθμοί γιατί οι ταξιδιώτες ποτέ δεν ξέρουν προς τα πού να πάνε. Μπορούσε κάποιος να διαβάσει στις γραμμές του χεριού ότι οι πιο ευωδιαστοί όρκοι αφοσίωσης δεν έχουν μέλλον. Τι μπορούμε να κάνουμε με τα φουσκωμένα μύες παιδιά; Το ζεστό αίμα των μελισσών διατηρείται σε μπουκάλια μεταλλικού νερού. Δεν έχουμε δει ποτέ την ειλικρίνεια να φανερώνεται. Διάσημοι άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους στην ξεγνοιασιά αυτών των όμορφων σπιτιών που κάνουν την καρδιά να φτερουγίζει. Πόσο μικρά φαίνονται αυτά τα απομεινάρια της παλίρροιας! Η γήινη ευτυχία τρέχει στις πλημμύρες. Κάθε αντικείμενο είναι Παράδεισος.

Μια μεγάλη χάλκινη λεωφόρος είναι ο συντομότερος δρόμος. Οι μαγικές πλατείες δεν αποτελούν κατάλληλα μέρη για να ξαποστάσει κάποιος. Περπατήστε αργά και προσεκτικά. Μετά από μερικές ώρες μπορείτε να δείτε τον όμορφο θάμνο που αιμορραγεί από τη μύτη. Το πανόραμα των φυματικών φεγγοβολεί. Μπορεί να ακουστεί κάθε βήμα των υπογείων ταξιδιωτών. Και πάλι η πιο κοινή μοναξιά βασιλεύει στα σοκάκια. Ένας ταξιδιώτης σταματά, αλλάζοντας έκφραση. Αναρωτώμενος, πλησιάζει το χρωματιστό θάμνο. Χωρίς αμφιβολία θέλει να τον σηκώσει αλλά το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να δώσει το χέρι σε έναν άλλο ταξιδιώτη που είναι καλυμμένος με κλεμμένα κοσμήματα. Τα μάτια τους ανταλλάσσουν ήχους από θειάφι σαν το μουρμουρητό ενός στεγνού φεγγαριού, αλλά μια ματιά διαλύει τις πιο υπέροχες συναντήσεις. Κανείς δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τους ταξιδιώτες με τα χλωμά πρόσωπα…