1/28/12

Γράμμα στους επικεφαλής γιατρούς των ψυχιατρικών ασύλων


[Διακήρυξη βασισμένη σε κείμενο του Desnos και η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό La révolution Surréaliste, το Δεκέμβριο του 1925]
                           
Κύριοι,

Οι νόμοι είναι το έθιμο που σας παραχωρεί το δικαίωμα να μετράτε το πνεύμα. Αυτή η υπέρτατη δικαιοδοσία, επίφοβη, είναι εν γνώσει σας που ασκείτε. Ας γελάσουμε. Η ευπιστία των πολιτισμένων λαών, των γνωστικών, των ειδικών της ψυχιατρικής που δεν ξέρουν παρά τα τεχνητά φώτα. Η πρόοδος του επαγγέλματός σας είναι προδικασμένη. Δεν σκοπεύουμε να συζητήσουμε εδώ την αξία της επιστήμης σας ούτε την αμφίβολη ύπαρξη των ψυχικών ασθενειών. Αλλά για εκείνες τις υποτιθέμενες παθογένειες που εγείρουν τη σύγχυση της ύλης και του πνεύματος,   για εκείνες τις ταξινομήσεις από τις οποίες οι πιο ασαφείς είναι και οι μόνες εύχρηστες, κομπίνα των ευγενών προσπαθειών να προσεγγίσουν τον κόσμο του εγκεφάλου όπου ζουν οι αιχμάλωτοί σας. Για πόσους από εσάς, για παράδειγμα, το όνειρο ενός παραληρήματος, οι εικόνες που αποτελούν τη λεία του, δεν είναι παρά μια σαλάτα λέξεων;

Δεν εκπλησσόμαστε που σας βρίσκουμε υπόλογους για ένα αμάρτημα το οποίο δεν ήταν μοιραίο. Αλλά διαμαρτυρόμαστε ενάντια στην υποχρέωση που αποδίδεται στους ανθρώπους, γεννημένους ή όχι, να ακυρώνουν με το μόνιμο εγκλεισμό τους τις έρευνές τους στο χώρο του πνεύματος.

Και τι φυλάκιση! Γνωρίζουμε- αν και όχι αρκετά- ότι τα άσυλα τα οποία πολύ απέχουν από το να είναι τέτοια, είναι απεχθείς φυλακές, όπου οι εγκλεισμένοι παρέχουν έργο δωρεάν και βολικό, όπου η κακοποίηση αποτελεί τον κανόνα, ο οποίος εφαρμόζεται από εσάς. Τα ψυχιατρικά άσυλα, υπό το πέπλο της επιστήμης και της δικαιοσύνης, μπορούν να συγκριθούν με τους στρατώνες, τις φυλακές, τους τόπους εξορίας.

Δεν θα θέσουμε εδώ το ερώτημα του αυθαίρετου εγκλεισμού,  για να αποφύγουμε τις εύκολες εκ μέρους σας δικαιολογίες. Διαβεβαιώνουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός των τροφίμων σας τελείως τρελών σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό, είναι, κι εκείνοι, αυθαίρετα εγκλεισμένοι. Δεν δεχόμαστε την παρεμπόδιση της ελεύθερης εξέλιξης ενός παραληρήματος, εξίσου θεμιτού, εξίσου λογικού όσο κάθε άλλη διαδικασία ανθρώπινης σκέψης ή πράξης. Η καταπίεση των αντικοινωνικών πράξεων είναι τόσο απατηλή όσο και απαράδεκτη από μόνη της. Όλες οι ατομικές πράξεις είναι αντικοινωνικές. Οι τρελοί είναι τα κατεξοχήν μεμονωμένα θύματα της κοινωνικής δικτατορίας. Στο όνομα αυτής της ατομικότητας που είναι ιδιότητα του ατόμου, απαιτούμε την απελευθέρωση των καταδίκων της κοινής αντίληψης, καθώς σε καμία περίπτωση ο νόμος δεν μπορεί να φυλακίσει όλους τους ανθρώπους που σκέφτονται και δρουν.

Χωρίς να εξετάζουμε τον κυριολεκτικά ιδιοφυή χαρακτήρα των εκδηλώσεων κάποιων τρελών, στο βαθμό που είμαστε ικανοί να τον εκτιμούμε, υποστηρίζουμε την απόλυτη ισχύ της αντίληψής τους για την πραγματικότητα, και όλων των επακόλουθων πράξεων.

Μπορείτε να το θυμηθείτε αυτό αύριο το πρωί την ώρα του επισκεπτηρίου, όταν προσπαθείτε χωρίς λεξικό να συνομιλήσετε με αυτούς τους ανθρώπους πάνω στους οποίους, παραδεχθείτε το, δεν έχετε κανένα επιχείρημα παρά μόνο τη βία.


Απόσπασμα από το βιβλίο History of the Surrealist Movement



1/20/12

9 Μαΐου Port Lligat

[Από το Ημερολόγιο μιας ιδιοφυίας, Salvador Dali]


Ξυπνώντας φιλάω το αυτί της Gala για να αιστανθώ με την άκρη της γλώσσας μου το πάχος του μικροσκοπικού εξογκώματος στο λοβό. Εκείνη τη στιγμή αισθάνομαι, όλα ανακατωμένα με το σάλιό μου, τον Πικάσο. Ο Πικάσο, ο οποίος είναι ο πιο ζωντανός άνθρωπος που έχω γνωρίσει και που έχει ένα σημάδι στο λοβό του αριστερού αυτιού του. Αυτό το σημάδι, ελαφρώς πιο λαδί από το σκούρο χρυσό και προεξέχοντας πολύ- πολύ λίγο, είναι ακριβώς στο ίδιο σημείο με εκείνο της συζύγου μου, Gala. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ακριβές αντίγραφό του. Πολύ συχνά, όταν σκέφτομαι τον Πικάσο, χαϊδεύω τη μικρή εξόγκωση στη γωνία του αριστερού αυτιού της Gala. Και αυτό συμβαίνει συχνά, επειδή ο Πικάσο είναι ο άνθρωπος που σκέφτομαι συχνότερα, μετά τον πατέρα μου. Και οι δύο είναι λίγο πολύ οι William Tells της ζωής μου. Είναι ενάντια στην εξουσία τους που έχω φτάσει στην ηρωική επανάσταση, χωρίς δισταγμό, από τη νεότερη εφηβεία μου.

Εκείνο το σημάδι της Gala είναι το μόνο ζωντανό μέρος του σώματός της που μπορώ να αγκαλιάσω τελείως με τα δυο μου δάχτυλα. Με καθησυχάζει με έναν παράλογο τρόπο ως προς τη φοινικοκολογική αθανασία της. Και την αγαπώ περισσότερο από τη μητέρα μου, περισσότερο από τον πατέρα μου, περισσότερο από τον Πικάσο, και ακόμα περισσότερο από τα χρήματα!

Η Ισπανία είχε πάντα την τιμή να προσφέρει στον κόσμο τις υψηλότερες και βιαιότερες αντιθέσεις. Αυτές οι αντιθέσεις στον 20ο αιώνα είναι ενσαρκωμένες στις δύο προσωπικότητες του Pablo Picasso και του ταπεινού υπηρέτη σας. Τα σημαντικότερα πράγματα που μπορούν να συμβούν σε έναν σύγχρονο ζωγράφο είναι:

1. Να είναι Ισπανός.
2. Να ονομάζεται Gala Salvador Dali.

Αυτά τα δύο πράγματα μου έχουν συμβεί. Όπως το Χριστιανικό μου όνομα δείχνει, προορίζομαι να μην κάνω τίποτα λιγότερο από το να σώσω τη σύγχρονη ζωγραφική από τη νωθρότητα και το χάος. Ονομάζομαι Dali, που σημαίνει «επιθυμία» στα Καταλανικά, και έχω τη Gala. Ο Πικάσο είναι βεβαίως Ισπανός, αλλά η Gala έχει μόνο μια βιολογική σκιά στη γωνία του αυτιού του, και ονομάζεται Pablo, όπως ο Pablo Casals, όπως οι Πάπες- δηλαδή, έχει ένα όνομα όπως ο καθένας.

Την 10η
Στην κοινωνία, με έναν περιοδικό αλλά μονότονο τρόπο, συναντώ πολύ κομψές (και επομένως αρκετά όμορφες) γυναίκες, με τα κόκκαλα του κόκκυγα αναπτυγμένα σχεδόν τερατωδώς. Για αρκετά χρόνια, μιλώντας γενικά, τέτοιες γυναίκες πέθαιναν να με γνωρίσουν προσωπικά. Η συζήτηση συνήθως πηγαίνει κάπως έτσι:


Butterfly Landscape (The Great Masturbator in a Surrealist Landscape With DNA) (1957)


ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
Φυσικά σε ξέρω με το όνομά σου.

ΕΓΩ, ο DALI
Επίσης.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
Θα παρατηρήσατε ίσως ότι δεν έχω σταματήσει να σας κοιτάζω. Πιστεύω πως είστε γοητευτικός.

ΕΓΩ, ο DALI
Επίσης.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
Μη με κολακεύετε! Ούτε καν με προσέξατε.

ΕΓΩ, ο DALI
Μιλάω για τον εαυτό μου, Κυρία.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
Συνεχίζω να αναρωτιέμαι πώς κάνετε το μουστάκι σας να δείχνει προς τα πάνω.

ΕΓΩ, ο DALI
Χουρμάδες!


ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
Συγνώμη;

ΕΓΩ, ο DALI
Χουρμάδες. Ναι, χουρμάδες, ο καρπός της χουρμαδιάς. Στην έρημο, ρωτάω για χουρμάδες, τους τρώω, και πριν πλύνω τα χέρια μου, τα περνάω ελαφριά πάνω στο μουστάκι μου. Αυτό είναι αρκετό να το κάνει να στέκεται.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
Ωω!!!!!!

ΕΓΩ, ο DALI
Άλλο ένα πλεονέκτημα είναι ότι η ζάχαρη από τους χουρμάδες αναπόφευκτα τραβάει τις μύγες.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
Πόσο απαίσιο!

ΕΓΩ, ο DALI
Λατρεύω τις μύγες. Είμαι ευτυχισμένος μόνο στον ήλιο, γυμνός και καλυμμένος με μύγες.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
 (ήδη πεισμένη, από τον τόνο της ισχυρής πειθούς μου, για την αλήθεια όλων όσων είπα)

Αλλά πώς είναι δυνατό να αγαπάτε να είστε καλυμμένος από μύγες; Είναι τόσο βρώμικες!

ΕΓΩ, ο DALI
Μισώ τις βρώμικες μύγες. Αγαπάω μόνο τις πιο καθαρές.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
Αναρωτιέμαι πώς μπορείτε να ξεχωρίσετε τις καθαρές μύγες από τις βρώμικες.

ΕΓΩ, ο DALI
Μπορώ να τις ξεχωρίσω αμέσως. Δεν αντέχω τη βρώμικη μύγα των πόλεων ή ακόμα και τη μύγα του χωριού με την πρησμένη κοιλιά, κίτρινη σαν μαγιονέζα, τα μαύρα φτερά της που μοιάζουν σαν να είναι βυθισμένα σε κάποια πένθιμη νεκροφιλική μάσκαρα. Αγαπώ μόνο τις καθαρότερες μύγες, υπερ- ευτυχισμένες, ντυμένες με μικρά γκρίζα κοστούμια προβατοκαμήλου από τη Balenciaga, που ακτινοβολούν σαν ένα στεγνό ουράνιο τόξο, τέλειο σαν τη μίκα, με γρανιτένια μάτια και με κοιλιές της ευγενούς Νάπολης κίτρινες, όπως οι θαυμάσιες μικρές μύγες των ελαιώνων του Port Lligat, όπου κανένας δεν ζει εκτός από την Gala και τον Dali. Αυτές οι μικρές μύγες έχουν πάντα τη χάρη να κάθονται στην οξειδωμένη ασημένια πλευρά του φύλλου της ελιάς. Είναι οι νεράιδες της Μεσογείου. Έφεραν έμπνευση στους Έλληνες φιλοσόφους, οι οποίοι πέρασαν τις ζωές τους στον ήλιο, καλυμμένοι με μύγες… Η ονειροπόλος έκφρασή σας με κάνει ήδη να πιστέψω ότι έχετε κυριευτεί από τις μύγες… Για να τελειώσω αυτό που έλεγα, πρέπει να σας πω ότι την ημέρα που θα καταλάβω ότι οι σκέψεις μου διαταράσσονται από τις μύγες που με καλύπτουν, θα ξέρω ότι οι ιδέες μου δεν έχουν τη δύναμη εκείνου του παρανοϊκού ρέματος που είναι η απόδειξη της μεγαλοφυΐας μου. Από την άλλη μεριά, αν δεν παρατηρήσω τις μύγες, είναι η πιο σίγουρη απόδειξη ότι έχω την πνευματική μου κατάσταση εξ ολοκλήρου υπό έλεγχο.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΚΚΥΞ
Πραγματικά, όλα όσα λέτε φαίνεται πως έχουν νόημα! Οπότε είναι αλήθεια πως το μουστάκι σας είναι μια αντένα μέσω της οποίας παίρνετε τις ιδέες σας;

Σε αυτήν την ερώτηση ο θεϊκός Dali απογειώνεται και ξεπερνάει τον εαυτό του. Κεντά όλα τα αγαπημένα θέματά του, κεντά τη δαντέλλα του Vermeer, τόσο ευγενικά, τόσο υποκριτικά, δελεαστικά και γαστρονομικά ώστε δεν μένει τίποτα από τη γυναίκα κόκκυξ αλλά ο κουβανικός κόκκυγας. Δηλαδή- όπως θα σκέφτεστε ήδη – η καθαρή άπιστη σύζυγος που, μέσω της κυβερνητικής διαδικασίας μου, εξαπατά το αρσενικό της, το έτερον ήμισυ.

την 11η

Έχω ήδη παρατηρήσει, περιγράφοντας τη συνάντησή μου με τον Freud, ότι το κρανίο του έμοιαζε σαν ένα σαλιγκάρι της Βουργουνδίας. Το πόρισμα είναι προφανές: αν θέλετε να φάτε τις σκέψεις του πρέπει να τις τραβήξετε έξω με μια βελόνα. Τότε βγαίνουν έξω ολόκληρες. Αν όχι, σπάζουν και δεν υπάρχει τίποτα που μπορείτε να κάνετε για αυτό, δεν θα καταλήξετε πουθενά. Σήμερα υπενθυμίζοντάς σε σας το θάνατο του Freud, θα προσθέσω ότι το σαλιγκάρι της Βουργουνδίας, έξω από το κέλυφός του, είναι ένα από τα πράγματα που μοιάζουν αρκετά εντυπωσιακά σαν ένα πίνακα του EL Greco. Επίσης, ένας EL Greco και ένα σαλιγκάρι Βουργουνδίας είναι δύο πράγματα που δεν έχουν καμία απολύτως γεύση. Από μια καθαρά γαστρονομική άποψη, είναι λιγότερο χυμώδη από μια λαστιχένια γόμα.

Όλοι εκείνοι που αγαπούν τα σαλιγκάρια φωνάζουν ήδη με διαμαρτυρίες. Πρέπει να μπω σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Ακόμα κι αν το σαλιγκάρι και ο EL Greco δεν έχουν καμία γεύση, κατέχουν και μας προσφέρουν εκείνη την εξαιρετικά σπάνια και σχεδόν θαυματουργή αρετή της «υπέρτατης γευστικής μίμησης,» η οποία συνίσταται στον αφανισμό τους και στην παροχή ενός χώρου συνάντησης (λόγω της δική τους έλλειψης γεύσης) για όλες τις γεύσεις που αποτελούνται από τα καρυκεύματα με τα οποία συνοδεύονται. Εξίσου είναι μαγικά οχήματα για το σμίξιμο όλων των γεύσεων. Και για αυτό κάθε μια από τις γεύσεις με τις οποίες ο EL Greco και το σαλιγκάρι της Βουργουνδίας ετοιμάζονται μπορεί να πετύχει το καθαρό του άσμα ευδιάκριτα και συμφωνικά.

Αν το σαλιγκάρι είχε μια γεύση από μόνο του, θα μπορούσε άραγε ο ανθρώπινος ουρανίσκος να αποκτήσει μια τέτοια γνώση Πυθαγόρεια γνώση αυτού που αντιπροσωπεύεται στο Μεσογειακό πολιτισμό από εκείνη τη μολυβή ημισέληνο, σεληνιακή και να ψυχορραγεί με εκστατική ευφορία- το γαρίφαλο του σκόρδου; Το σκόρδο που φωτίζει, ώστε να έρθουν δάκρυα στα μάτια, τον ασυννέφιαστο ουρανό της άνοστης γεύσης του σαλιγκαριού.

Με τον ίδιο τρόπο η ανουσιότητα του EL Greco είναι από μόνη της τόσο ανούσια άνοστη όσο εκείνη του σαλιγκαριού της Βουργουνδίας χωρίς καρυκεύματα. Αλλά προσοχή!- όπως το σαλιγκάρι, έτσι κι ο EL Greco κατέχει εκείνη την τροχαία αρετή, εκείνη τη μοναδική δύναμη να κάνει όλα τα λουλούδια να ανθίζουν οργιαστικά. Όταν άφησε την Ιταλία, ήταν περισσότερο χρυσός, πιο αισθησιακός και παχύς από έναν «έμπορος της Βενετίας,» αλλά κοιτάξτε τον όταν φθάνει στο Τολέδο και απορροφά ξαφνικά όλα τα αρώματα, τις ουσίες, και τις πεμπτουσίες του ασκητικού και απόκρυφου πνεύματος της Ισπανίας. Ύστερα γίνεται πιο Ισπανός από τους Σπανιόλους επειδή, μαζοχιστικός και πιο άνοστος από ένα σαλιγκάρι, είναι τέλεια κατάλληλος για να γίνει ο υποδοχέας, η παθητική σάρκα κατάλληλη να υποδεχθεί τα στίγματα των ποιμενικών ιπποτών που σταυρώθηκαν λόγω ευγένειας. Αυτή είναι η προέλευση των μαύρων και γκρίζων του με τη μοναδική γεύση της καθολικής πίστης και τα στρατιωτικά μέταλλα της ψυχής, εκείνο το υπέρ- σκόρδο με τη μορφή του φεγγαριού στη χάση του σκληρού ασημιού του Lorca. Είναι το ίδιο το φεγγάρι που φωτίζει τις όψεις του Τολέδο και τις διάστικτες πτυχές και τις κουρτίνες στην Assumption του, μια από τις πιο επιμηκυμένες φιγούρες του EL Greco, τόσο παρόμοιες από κάθε άποψη με το καμπυλωτό περίβλημα ενός πικάντικου Βουργουνδέζικου σαλιγκαριού αν το παρατηρήσετε προσεκτικά καθώς ξεδιπλώνεται και τεντώνεται στην άκρη της βελόνας σας! Αυτό που χρειάζεται να φανταστείτε είναι ότι εκείνη η δύναμη της βαρύτητας που το τραβάει προς τη γη είναι, αν αντιστρέψετε την εικόνα, η δύναμη που το κάνει να πέσει προς τον ουρανό!

Τέτοια, με μια μοναδική οπτική εικόνα, είναι τα στοιχεία που προωθώ για τη διατριβή μου η οποία δεν είναι ακόμα επιβεβαιωμένη και σύμφωνα με την οποία ο Freud δεν είναι παρά ένας «μεγάλος μυστικιστής αναποδογυρισμένος.» Γιατί αν ο εγκέφαλός του, βαρύς και καρυκευμένος με όλα τα ιξώδη του υλισμού, αντί να κρέμεται καταθλιπτικά, τραβηγμένος προς τα κάτω από τη δύναμη της βαρύτητας από τους βαθύτερους υπονόμους της γης, είχε σε αντίθεση συρθεί προς τον άλλο ίλιγγο, εκείνο των ουράνιων αβύσσων, εκείνος ο εγκέφαλος, επαναλαμβάνω, αντί να μοιάζει με το ημι- αμμωνιακό σαλιγκάρι του θανάτου, θα έμοιαζε ακριβώς με τη λαμπρή Assumption που ζωγράφισε ο EL Greco όπως ανέφερα μερικές γραμμές πίσω.

Ο εγκέφαλος του Freud, ένας από τους πιο αλμυρούς και σημαντικούς της εποχής μας, ήταν κατ' εξοχή το σαλιγκάρι του επίγειου θανάτου. Για αυτό, μέσα του κατοίκησε η ουσία της σταθερής τραγωδίας της Εβραϊκής ιδιοφυίας που στερείται πάντα από εκείνο το αρχέγονο στοιχείο, την ομορφιά- μια προϋπόθεση απαραίτητη για την πλήρη γνώση του Θεού, ο Οποίος πρέπει να είναι απώτατα όμορφος.

Φαίνεται ότι χωρίς να το καταλαβαίνω ζωγράφισα τον επίγειο θάνατο του Freud στο πορτρέτο με μολύβι που έκανα για εκείνον ένα χρόνο πριν το θάνατό του. Η ιδιαίτερη πρόθεσή μου ήταν να δημιουργήσω ένα καθαρά μορφολογικό σχέδιο της ιδιοφυίας της ψυχανάλυσης, αντί για το προφανές πορτρέτο ενός ψυχολόγου. Όταν το πορτρέτο τελείωσε, ικέτευσα τον Stefan Zweig, που ήταν ο μεσολαβητής μου με τον Freud, να του το δείξει, και έπειτα περίμενα αγωνιωδώς τα όποια σχόλιά του. Είχα κολακευτεί εξαιρετικά από το θαυμασμό του κατά την διάρκεια της συνάντησής μας: «Δεν έχω ξαναδεί ένα τόσο τέλειο πρότυπο ενός Ισπανού! Τι φανατικός υποστηρικτής!»

Πορτραίτο του Freud (1938) με ανατομία σαλιγκαριού


Το είχε πει αυτό στον Zweig αφού με είχε αναλύσει με έναν φοβερά επίμονο τρόπο. Έλαβα την απάντηση του Freud τέσσερις μήνες αργότερα όταν, συνοδευόμενος από την Gala, συνάντησα πάλι τον Stefan Zweig και τη σύζυγό του για ένα μεσημεριανό γεύμα στη Νέα Υόρκη. Ήμουν τόσο ανυπόμονος που δεν περίμενα τον καφέ για να ρωτήσω τον Freud πια ήταν η αντίδρασή του για το πορτρέτο μου.

«Του άρεσε πολύ,» μου είπε ο Zweig.

Ζήτησα περισσότερες λεπτομέρειες, με προθυμία να μάθω αν ο Freud είχε κάνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη παρατήρηση ή τουλάχιστον κάποιο σχόλιο που θα μου ήταν απείρως πολύτιμο, αλλά ο Stefan Zweig μου φάνηκε αόριστος ή αποσπασμένος από άλλες σκέψεις. Υποστήριξε ότι ο Freud είχε εκτιμήσει πολύ «τη λιχουδιά των εικόνων» και έπειτα βυθίστηκε πίσω στην καθιερωμένη του ιδέα: θέλησε να πάμε μαζί του στη Βραζιλία. Το ταξίδι, είπε, θα ήταν θαυμάσιο και θα έφερνε μια καρποφόρο αλλαγή στις ζωές μας. Εκείνη η ιδέα και ο ψυχαναγκασμός του από τη δίωξη των Εβραίων στη Γερμανία ήταν τα ατελείωτα σχόλια του μονολόγου του γεύματός μας. Φαινόταν ότι έπρεπε πραγματικά να πάω στη Βραζιλία προκειμένου να επιβιώσω. Διαμαρτυρήθηκα ότι μισούσα τους τροπικούς. Ένας ζωγράφος δεν μπορεί να ζήσει, βεβαίωσα, αν δεν περιστοιχίζεται από το γκρι των ελιών και το κόκκινο του ευγενούς χώματος της Σιένα. Η φρίκη μου για κάθε τι εξωτικό αναστάτωσε τον Zweig μέχρι σημείου δακρύων. Ύστερα μου υπενθύμισε το μέγεθος των βραζιλιάνων πεταλούδων, αλλά έτριξα τα δόντια μου: οι πεταλούδες είναι παντού πολύ μεγάλες. Ο Zweig βρέθηκε σε απελπισία. Φάνηκε να σκέφτεται ότι μόνο στη Βραζιλία θα μπορούσε η Gala και εγώ να είμαστε ευτυχισμένοι.

Οι Zweigs μας άφησαν τη διεύθυνσή τους, την οποία έγραψαν σχολαστικά. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα παρέμενα τόσο απειθής και πεισματάρης. Πραγματικά θα σκεφτόσασταν ότι η άφιξή μας στη Βραζιλία θα ήταν ένα θέμα ζωής ή θανάτου για εκείνο το ζευγάρι!

Δύο μήνες αργότερα μάθαμε για τη διπλή αυτοκτονία των Zweigs στη Βραζιλία. Είχαν αποφασίσει εκείνη την αυτοκτονία σε μια στιγμή τέλειας διόρασης, αφού έγραψαν ο ένας στον άλλο.

Πεταλούδες τόσο μεγάλες;

Μόνο όταν διάβασα το τελευταίο κεφάλαιο του μεταθανάτιου βιβλίου του Stefan Zweig, ο Κόσμος του Αύριο, έμαθα τελικά την αλήθεια για το σχέδιό μου. Ο Freud δεν είχε δει ποτέ το πορτρέτο του. Ο Zweig μου είχε πει ψέματα διακριτικά. Σύμφωνα με εκείνον, το πορτρέτο μου προέβλεπε τόσο εντυπωσιακά τον επερχόμενο θάνατο του Freud που δεν τόλμησε να του του δείξει, φοβούμενος να μην τον αναστατώσει αχρείαστα, και ξέροντας ότι ήδη έπασχε από καρκίνο.

Χωρίς δισταγμό, τοποθετώ τον Freud μεταξύ των ηρώων. Αντικατέστησε για τους Εβραίους το μέγιστο και σημαντικότερο όλων των ηρώων τους – το Μωυσή. Ο Freud έχει δείξει ότι ο Μωυσής ήταν Αιγύπτιος, και στην εισαγωγή στο βιβλίο του για το Μωυσή - το καλύτερο και πιο τραγικό από τα βιβλία του- προειδοποιεί τους αναγνώστες του ότι αυτή η απόδειξη ήταν ο δυσκολότερος και πιο φιλόδοξος στόχος του, αλλά επίσης και ο πιο διαβρωτικά πικρός!

Τέλος οι μεγάλες πεταλούδες!

1/6/12

Το πάρκο


[André Breton, από τη συλλογή POISSON SOLUBLE (1924)]

Το πάρκο, εκείνη την ώρα της ημέρας, άπλωνε τα ξανθά του χέρια πάνω από το μαγικό σιντριβάνι. Ένα απατηλό κάστρο κυλιόταν προς την επιφάνεια της γης. Κοντά στο Θεό το αποτύπωμα αυτού του κάστρου ήταν δεκτικό σ’ ένα σχέδιο σκιών, φτερών και ιρίδων. Το Φιλί της Νεαρής Χήρας ήταν το όνομα του εξοχικού πανδοχείου που το χάιδευαν η ταχύτητα των περαστικών αυτοκινήτων και το φόρεμα του οριζόντιου γρασιδιού. Έτσι τα περσινά κλαριά των δέντρων δεν κτυπούσαν τα παραθυρόφυλλα, όταν το φως κάνει τις γυναίκες να τρέξουν προς το μπαλκόνι. Το νεαρό κορίτσι από την Ιρλανδία, προβληματισμένο από τη μεμψιμοιρία του ανατολικού ανέμου, άκουγε στο στήθος της τα θαλασσοπούλια να γελάνε.

«Κόρες του γαλανού βωμού, μέρες της γιορτής, μορφές της προσευχής των ματιών και του κεφαλιού μου που κουδουνίζουν όταν ξυπνάω, έθιμα της επαρχίας που παίρνουν φωτιά, μου φέρνετε τον ήλιο των λευκών επιπλοποιείων, των πριονιστηρίων και του κρασιού. Τα χέρια μου, τόσο σίγουρα, είναι ο χλωμός μου άγγελος. Γλάροι του χαμένου παραδείσου!»

Το φάντασμα μπαίνει πατώντας στις άκρες των ποδιών του. Γρήγορα επιθεωρεί το κάστρο και κατεβαίνει την τριγωνική σκάλα. Οι κόκκινες μεταξωτές κάλτσες του ρίχνουν ένα στροβιλώδες φως. Το φάντασμα είναι περίπου διακοσίων ετών· ακόμα μιλάει κάποια Γαλλικά. Αλλά στη διάφανη σάρκα του η δροσιά του βραδιού και ο ιδρώτας των άστρων σμίγουν. Είναι χαμένο στον εαυτό του σ’ αυτήν τη θλιβερή ερημιά. Η νεκρή λεύκα και η λαμπερή πράσινη κατάλπη αναστενάζουν στη γαλακτερή χιονοστιβάδα των θυμωμένων αστεριών. Το κέλυφος ενός καρπού σκάει σ’ ένα φρούτο. Τότε ένα ατρακτοειδές ψάρι περνάει, με τα χέρια να σκεπάζουν τα μάτια του, αναζητώντας πέρλες και μακριά φορέματα.

Μια γυναίκα τραγουδάει στο παράθυρο αυτού του κάστρου του δεκάτου τετάρτου αιώνα. Στα όνειρά της εμφανίζονται μαύρες καρυδιές. Δεν την έχω γνωρίσει ακόμα επειδή το φάντασμα πολύ συχνά φέρνει γύρω του καλοκαιρία. Η νύχτα έπεσε ξαφνικά όπως ένα τριανταφυλλί παράθυρο γυρνάει τα μέσα έξω μπροστά στα πρόσωπά μας.

Ένα κτίριο είναι το καμπαναριό των πτήσεών μας: στις πέντε το πρωί, όταν η ομίχλη κυριεύει τις ταξιδιώτισσες στο κρεβάτι τους με τις φτέρες. Στις μία το μεσημέρι, καθώς κάποιος περνάει μπροστά από την ελιά του φόνου. Ένα κτίριο είναι το καμπαναριό της πτήσης μας σε μια εκκλησιά που μοιάζει με τη σκιά της Madame de Pompadour. Αλλά χτυπούσα το κουδούνι στην πόρτα εκείνου του κάστρου.

Αρκετές υπηρέτριες ήρθαν να με συναντήσουν φορώντας μεταξωτές φόρμες στο χρώμα του φωτός της ημέρας. Στην τρελή νύχτα, τα συγκαταβατικά τους πρόσωπα ήταν απόδειξη του φόβου τους να παραδοθούν. «Τι μπορώ να κάνω για εσάς;»

«Πες στην οικοδέσποινά σου ότι η άκρη του κρεβατιού της είναι ένας ποταμός από λουλούδια. Παρ’ την πίσω στο βωμό του θεάτρου όπου πριν από τρία χρόνια η καρδιά μιας πρωτεύουσας που ξέχασα χτυπούσε με προσδοκία. Πες της ότι ο χρόνος της μου είναι πολύτιμος και ότι όλα τα ονειροπολήματά της πήραν φωτιά στον πολυέλαιο του μυαλού μου. Μην ξεχάσεις να την ενημερώσεις για τις επιθυμίες μου που εκκολάπτονται κάτω από τις πέτρες που βρίσκεσαι. Κι εσύ που είσαι πιο όμορφη από έναν κόκκο φωτός στο ράμφος ενός εκτυφλωτικού παπαγάλου σ’ αυτόν το διάδρομο, πες μου αμέσως πώς είναι, αν είναι αλήθεια ότι η κρεμαστή γέφυρα με τους κισσούς κατεβαίνει απλά χτυπώντας το χερούλι.»

«Έχετε δίκιο,» μου απαντά. «Η σκιά που ζει εδώ βγήκε για ιππασία πριν από λίγο. Τα χαλινάρια ήταν φτιαγμένα από λόγια αγάπης, πιστεύω, αλλά καθώς τα ρουθούνια της ομίχλης και τα σακούλια του γαλάζιου σας έφεραν σ’ αυτήν την πόρτα που ανοιγοκλείνει ατέρμονα, περάστε μέσα και χαϊδέψτε με ανεβαίνοντας μέχρι επάνω αυτές τις σκάλες που είναι σπαρμένες με σκέψη.

Μεγάλες ισοσκελείς σφήκες πέταξαν από χαμηλά. Το σούρουπο με ακολούθησε, τα μάτια του στον ουρανό των ματιών μου, χωρίς να γυρίσω πίσω. Όπως τα πλοία ξαπλώνουν στην αργυρή καταιγίδα.

Διάφοροι αντίλαλοι απαντούν μεταξύ τους στη στεριά: της βροχής σαν ταπώματα στη σειρά, του ήλιου σαν καλάι ανακατεμένο με άμμο. Η παρούσα ηχώ είναι αυτή των δακρύων, και της ομορφιάς κατάλληλης για ανείπωτες περιπέτειες, για ακρωτηριασμένα όνειρα. Φτάναμε στον προορισμό μας. Το φάντασμα που απέκτησε μια έννοια κατά τη διάρκεια της διαδρομής για να καταλάβει το σώμα του Αγίου Διονυσίου ισχυρίστηκε ότι είδε το ακρωτηριασμένο του κεφάλι σε κάθε τριαντάφυλλο. Ένα τραύλισμα προσκολλημένο στα τζάμια των παραθύρων και στα κάγκελα, ένα κρύο κόμπιασμα ανακατεμένο με τα αχαλίνωτα φιλιά μας.

Στην άκρη των σύννεφων μια γυναίκα στέκει, στην άκρη των νησιών όπως τα τσαμπιά των σταφυλιών ωριμάζουν σε ψηλούς τοίχους διακοσμημένους με λαμπιρίζοντα αμπέλια, με όμορφα μαύρα και χρυσά σταφύλια. Υπάρχει επίσης το Αμερικάνικο αμπέλι, και αυτή η γυναίκα ήταν τέτοια, του είδους που πρόσφατα εγκλιματίστηκε στη Γαλλία που παράγει σπόρους εκείνης της πορφυρής καμπανούλας της οποίας η πλήρης γεύση δεν έχει ακόμα δοκιμαστεί. Περπατούσε πάνω κάτω σε ένα διάδρομο διαμερίσματος σαν εκείνους που ενώνουν τα βαγόνια στις Ευρωπαϊκές ταχείες, με τη διαφορά ότι το φως που έβγαζαν οι λάμπες δεν ξεχώριζε καθαρά τις ροές της λάβας, τους μιναρέδες, και τη μεγάλη οκνηρία των θηρίων του αέρα και του νερού. Έβηξα αρκετές φορές και το συγκεκριμένο τρένο γλιστρώντας μέσα από σήραγγες έβαλε τις κρεμαστές γέφυρες για ύπνο. Η θεότητα του μέρους τρέκλισε. Πιάνοντάς την στα χέρια μου, θροΐζοντας, έβαλα τα χείλια μου στο λαιμό της χωρίς λέξη. Τι συνέβη μετά μου διαφεύγει σχεδόν πλήρως. Είναι μόνο μετά που μας βρίσκω και πάλι, αυτή με μια τρομερά λαμπρή φορεσιά που την κάνει να μοιάζει σαν εξάρτημα σε μια ολοκαίνουργια μηχανή, κι εμένα θαμμένο όσο το δυνατό πιο βαθειά μέσα σε αυτό το άψογο μαύρο κοστούμι που δεν έχω βγάλει από τότε.

Στο μεταξύ, πρέπει να πέρασα από ένα καμπαρέ που ανήκε σε κάποιον σύλλογο πολύ ηλικιωμένων που η κοινωνική μου θέση έριξε στην αμηχανία ενός πουλιού. Θυμάμαι επίσης έναν γερανό που σήκωνε συσκευασίες προς τον ουρανό που πρέπει να περιείχαν μαλλιά, και, Θεέ μου, πόσο ανησυχητικά ελαφριές ήταν. Έπειτα ήταν το μέλλον, αυτοπροσώπως. Το Παιδί της Φωτιάς, το θαυμάσιο Κύμα μιας ακριβώς στιγμής πριν, καθοδήγησε τα βήματά μου σαν γιρλάντες. Οι μικρές ρωγμές στον ουρανό τελικά με ξύπνησαν: δεν υπήρχε πια πάρκο, ούτε μέρα ή νύχτα, όχι άλλες λευκές κηδείες που άγονταν από γυάλινα στεφάνια. Η γυναίκα που στεκόταν κοντά μου είδε τα πόδια της μέσα σε μια λιμνούλα χειμερινού νερού.

Κοιτώντας πίσω δεν βλέπω πια καθαρά, σαν ένας καταρράκτης να στεκόταν ανάμεσα στο θέατρο της ζωής μου κι εμένα, χωρίς να είμαι ο πρωταγωνιστής σ’ αυτό. Ένα πολυαγαπημένο βούισμα με συνοδεύει, κατά τη διάρκεια του οποίου κίτρινες χλόες σπάνε. Όταν της λέω: «Πάρε αυτό το καπνισμένο γυαλί που είναι το χέρι μου στα χέρια σου, μια έκλειψη είναι εδώ,» χαμογελάει και βουτάει στη θάλασσα για να φέρει πίσω το κλαρί του αιμάτινου κοραλλιού. Δεν είμαστε μακριά από το λιβάδι του θανάτου και όμως προφυλασσόμαστε από τον άνεμο και από την ελπίδα σε αυτό το ξεθωριασμένο σαλόνι. Ονειρεύτηκα ότι την αγαπούσα με τον τρόπο που κάποιος αγαπάει στην πραγματικότητα. Αλλά δεν κατάφερα να απαλλάξω τον εαυτό μου από ένα μισοκομμένο πράσινο λεμόνι, τα σαν το κουπί μαλλιά της,  την επιτηδειότητα μιας παγίδας που πιάνει τα ζώα ζωντανά. Κοιμάται τώρα, αντιμετωπίζοντας την απεραντοσύνη της αγάπης μου, μπροστά σ’ αυτόν τον καθρέφτη που θολώνουν γήινες αναπνοές. Είναι όταν κοιμάται που μου ανήκει πραγματικά· μπαίνω στ’ όνειρό της σαν ένας κλέφτης και την χάνω αληθινά όπως χάνει κάποιος ένα στέμμα. Είμαι απογυμνωμένος, σίγουρα, από χρυσές ρίζες, αλλά κρατάω τα λουριά της καταιγίδας και φυλάω τις κέρινες σφραγίδες του εγκλήματος.

Το τελευταίο κρόσσι της αύρας, εκεί όπου ο φασιανός του φεγγαριού καταφεύγει και πεθαίνει, εκεί όπου η εκθαμβωτική χτένα των κάτεργων περιπλανιέται, εκεί όπου ο υάκινθος του κακού αγιάζεται, έχω περιγράψει στις σπανιότερες στιγμές διαύγειας, αίροντας αυτήν τη μακρινή ομίχλη πολύ τρυφερά. Τώρα είναι η τρυφερότητα που επικρατεί και πάλι, η λεωφόρος σαν ένα έλος που γεμίζει τις φωτεινές πινακίδες μ’ αλάτι. Επανέρχομαι στ’ άγρια φρούτα, στους ηλιόλουστους κόλπους που της δίνω και στα χέρια της υπάρχουν ανεκτίμητα κοσμήματα. Μένουν τα ρίγη να ξυπνήσουν στα χαμόκλαδα της κρεβατοκάμαρας, τα ρυάκια να χυθούν στο παράθυρο της μέρας. Αυτό το καθήκον είναι η διασκεδαστική αποθέωση όλων όσων μας κρατούν, έναν άντρα και μια γυναίκα, ξύπνιους, αν και είμαστε μάλλον κουρασμένοι, στη διαδρομή του φωτός όταν είναι δυνατό να επιβραδυνθεί. Υπηρέτριες της αδυναμίας, της ευτυχίας, οι γυναίκες εκμεταλλεύονται άνισα το φως μ’ ένα ξέσπασμα γέλιου.