10 Φεβ 2026

Λέξεις με κατάληξη -ινθος

Παραθέτω μια λίστα με λέξεις σε -ινθός,[1] και τις πιθανές ετυμολογίες τους, για να δούμε ότι πολλές από αυτές τις λέξεις μπορούμε να τις ετυμολογήσουμε στην ελληνική γλώσσα (η λίστα δεν περιλαμβάνει τοπωνύμια):

 

ἀσάμινθος

Λουτήρας, μπανιέρα. Η λέξη έχει συνδεθεί με το σουμεριακό- βαβυλωνιακό asam «δοχείο από άργιλο για νερό»,[2] ή το ακκαδικό namasittu (μπανιέρα).[3] Η λέξη είναι ομηρική και δεν χρησιμοποιείται στην αττική διάλεκτο, όπου έχει αντικατασταθεί από λέξεις όπως λουτήριον, ή μάκτρα.

 

Σύμφωνα με το λεξικό Σουίδα: ἡ πύελος, ἡ σκάφη˙ ἐν αἷς οἱ ἀρχαῖοι ἐλούοντο˙ οὐκ ἦσαν γὰρ βαλανεῖα˙ παρὰ τὸ τὴν ἄσην μινύθειν.[4] Ο ασάμινθος δηλαδή ήταν σκεύος που χρησιμοποιείτο για να μειώσει (από το ρήμα μηνύθω) την κούραση (ἄση).

 

Παρεμπιπτόντως, υπάρχει και τοπωνύμιο Σάμινθος στην Αργολίδα.

 

Παρότι η λέξη μπορεί να αποτελεί δάνειο, για κάποιο συγκεκριμένο είδος μπανιέρας που χρησιμοποιείτο στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής, δεν βρίσκω κανέναν λόγο να θεωρήσω την κατάληξη της λέξης σε -ινθος μη ελληνική. Ας προσέξουμε επίσης την κατάληξη -ittu στην ακκαδική λέξη namasittu, και ας θυμηθούμε τις καταλήξεις σε -anda σε τοπωνύμια από την περιοχή της αρχαίας Μικράς Ασίας, ή την κατάληξη -and σε τοπωνύμια από την Ευρώπη, για να διαπιστώσουμε την ύπαρξη και μεγάλη έκταση ενός γλωσσικού συνεχούς, στα πλαίσια του οποίου κυκλοφορούσαν «διεθνείς» λέξεις.

 

ἄψινθος/ἄψυνθος

Το φυτό αψιθιά. Χαρακτηριστικό του φυτού είναι το άρωμα και η πικρή του γεύση, καθώς είναι χρήσιμο στη φαρμακευτική, και κυρίως στην ποτοποιία για την παρασκευή του ποτού αψέντι.[5]

 

Ο τύπος ἁψύς (αυτός που έχει έντονη γεύση, που είναι οξύς) είναι μεταγενέστερος, και προέκυψε με απόσπαση από αρχαίες σύνθετες λέξεις όπως ἁψίκορος (από το ρήμα ἅπτω), κατά το σχήμα ὀξύθυμος- ὀξύς.[6] Το πρόθεμα ἁψί- στην αρχαία ελληνική γλώσσα έχει τη σημασία του «γρήγορα», π.χ. ἁψίκορος «αυτός που χορταίνει γρήγορα»,[7] ἁψίμαχος «φιλοκίνδυνος»,[8] κ.ο.κ.

 

Η Ἄψυνθος, επίσης, ήταν πόλη της αρχαίας Θράκης. [9]

 

Η λέξη ἄψινθος/ἄψυνθος λοιπόν μπορεί να περιγράφει την ιδιότητα του φυτού, την οξεία γεύση του. 

 

βόλινθος            

Ο βόνασος (βίσονας). Παρατίθεται και ο αμαρτύρητος τύπος  *βόνινθος. Η λέξη παραπέμπει στον συνηθέστερο τύπο βοῦς (βόδι). Θεωρείται, ωστόσο, αγνώστου ή προελληνικής ετυμολογίας.[10]

 

Σε ό,τι αφορά τη λέξη βοῦς, ανάγεται σε ΙΕ ρίζα gʷeh₃-u- (π.χ. σανσκριτικό gaúḥ, λατινικό bōs, κ.ο.κ.).[11]

 

Παρατίθεται ακόμα ο τύπος βόλιτος, ή βόλβιθος,[12] με τη ίδια σημασία, ο οποίος εξηγεί και την παρουσία του λ στη λέξη βόλινθος.

 

Η σύνδεση των προηγούμενων τύπων με την λέξη βοῦς θεωρώ πως είναι προφανής, είτε η τελευταία λέξη αποτελεί απλοποίηση είτε εξέλιξη των άλλων, πιο εκτεταμένων τύπων, και παρόλες τις δυσκολίες μετασχηματισμών μεταξύ των τύπων. Για παράδειγμα, η λέξη volvo ήρθε στο μυαλό μου, η οποία σχετίζεται με το λατινικό volvere (τρέχω).[13] Το ρήμα βάλλω (ρίχνω, προχωρώ),[14] έχει παρόμοια σημασία. Επομένως βόλινθος/βόλβιθος σημαίνει «αυτός που τρέχει».

 

ἕλμινς/ἕλμινθος  

Είδος σκουληκιού που ζει παρασιτικά στον εντερικό σωλήνα ανθρώπων και ζώων (κν. έρμιγγας, όρμιγγας, λεβίδα και λέβιθος).[15]

 

Ο τύπος λμινς συνδέεται με το ρήμα εἴλω (εἰλέω, εἱλέω, εἴλλω, εἵλλω, ἴλλω), που έχει τη σημασία τού «συστέλλω, μαζεύω το σώμα, ζαρώνω (για άνθρωπο ή ζώο), περικλείω, πιέζω, περιτυλίσσω περιφέρομαι, συμπιέζω, συνθλίβω».[16]

 

Η λέξη επίσης σχετίζεται με το λατινικό vermis, ή τα αγγλικά vermin και worm, λέξεις που ανάγονται σε ΙΕ ρίζα wel- «πιέζω, συστρέφω, εγκλείω», από όπου και η λέξη ἕλιξ.[17] Παρεμφερούς ετυμολογίας είναι και οι λέξεις σκώληξ και σκέλος.

 

Στην νεοελληνική γλώσσα η λέξη που συνδέεται άμεσα και έχει διασωθεί είναι η πάθηση ελμινθίαση. Εντούτοις λέξεις όπως λμινς ή πείρινς (που θα δούμε παρακάτω) θεωρώ πως είναι θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση της γέννησης και εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας. Αν δεν κατανοήσουμε πως σχηματίζονται οι τύποι λμιν-ς (ονομαστική)/ λμιν-θος (γενική), (με σύζευξη δηλαδή του ν του θέματος με την κατάληξη ) θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε πως η κατάληξη -ινθός είναι «προελληνική».

 

ἐρέβινθος/λέβινθος

Κοινώς ρεβίθι. Επίσης ὄροβος, από το ἐρέπτω/ἐρέφω (κόβω, τραβώ για να κόψω). Η λέξη ανάγεται σε ΙE ρίζα rebh-, με τη σημασία «καλύπτω από πάνω», εξού και το γερμανικό hirnireba «κρανίο», ή το ελληνικό ὄροφος.[18]      

 

Χαρακτηριστικό της λέξης είναι το αρχικό πρόθεμα Λε, που μαρτυρείται στην εναλλακτική ονομασία λέβινθος, με τις αυξήσεις ε-λε-/ε-ρε- στον τύπο ἐρέβινθος. Παρόμοιας μορφολογίας είναι λέξεις όπως λέβης (λέβητας), λοβός (το κοίλο μέρος του αφτιού), λέπος (φλοιός, κέλυφος), λέκυθος (το εσωτερικό του αυγού ή των οσπρίων), κ.ο.κ. Το νησί Λέβιθα επίσης από το όνομα προδίδει το σχήμα του (στρογγυλό σαν ρεβίθι).

 

Τέτοιου είδους λέξεις, οι οποίες περιέχουν συλλαβές- προθέματα της μορφής Λε, Λα (όπως ο λαβύρινθος που θα δούμε παρακάτω), Πα, Γα, κ.ο.κ., θεωρώ πως είναι πρωτογενείς, και ανάγονται σ’ ένα αρχικό στάδιο της γλώσσας. Από αυτό το στάδιο θα εξελίχθηκαν οι ρίζες των λέξεων, με συνδυασμό αυτών των πρωταρχικών συλλαβών (π.χ. Πα + Γα = παγά> πηγή, Παγάσαι, κ.ο.κ.).

 

Σε πολλές περιπτώσεις αυτός ο τρόπος θεώρησης μας φέρνει πιο κοντά στην ετυμολογία λέξεων που περιέχουν αυτά τα προθέματα. Για παράδειγμα αν θεωρήσουμε ότι η λέξη λέβινθος προκύπτει από τη θεματική συλλαβή Λε  και τον τύπο *βίνθος (> βένθος> βάθος), βρίσκουμε ακριβώς το νόημα που περιγράφει η λέξη.

 

Σε κάθε περίπτωση, έχουμε μια λέξη (το κοινό ρεβίθι), η οποία επιβίωσε στην ελληνική γλώσσα από την εποχή των πρώτων αγροτών που εγκαταστάθηκαν στη χώρα.

 

καλάμινθος

Είδος αρωματικού φυτού. Κατά μία άποψη η λέξη προκύπτει από τους τύπους κάλαμος και μίνθη «μέντα».[19] Σε αυτήν την περίπτωση η λέξη θα έπρεπε να είναι *καλαμομίνθη, τύπος που δεν μαρτυρείται.

 

Πιο πιθανή ερμηνεία για μένα είναι ότι η λέξη περιέχει το θέμα κάλας, το οποίο έχει τη σημασία της «θάλασσας», ή γενικότερα του «νερού». Το ίδιο θέμα βρίσκεται και στη λέξη κάλαμος (καλάμι).

 

Δηλαδή, το καλάμινθος προκύπτει από τα κάλας (νερό) και μίνθη (αρωματικό φυτό, μέντα). Υπάρχει ωστόσο το ενδεχόμενο η λέξη αρχικά να σήμαινε απλά καλάμι, με προγενέστερο τύπο *καλάμινς/*καλάμινθα/καλάμιν για τα τρία γένη. Ο τελευταίος τύπος μαρτυρείται στα βυζαντινά ελληνικά.[20]

 

κήρινθος

Η λέξη κήρινθος σχετίζεται με τη λέξη κηρός (κερίν> κερί), και παραπέμπει σ’ έναν πιθανό αρχαιότερο τύπο *κήρινς (ονομ.) κήρινθος (γεν.).  Με τον καιρό η λέξη απέκτησε διαφορετικές σημασίες. Για παράδειγμα, κήρινθος: «η τροφή των μελισσών, η εριθάκη, ρευστή κομμιώδης ουσία, διαφορετική από το μέλι, η οποία παράγεται από τις μέλισσες ως τροφή τους».[21]

 

Ο τύπος κηρός παραπέμπει στο βαθύτερο θέμα της λέξης κηρ-/κερ-, απ’ όπου προέκυψε και ο τύπος κερίν (θέμα κερ- + κατάληξη -ιν). Από τον ίδιο τύπο προέκυψε και η αρχαία ελληνική λέξη κῆρ (καρδιά). Η κηρήθρα δηλαδή αποτελεί την «καρδιά» του μελισσιού.

 

Θεωρώ επίσης ότι η λέξη κήρινθος (με θέμα κήριν + κατάληξη -θος) αποτελεί εξέλιξη του αρχικού τύπου (*κήρινς), ενώ στην νεοελληνική γλώσσα η λέξη κερί έχει επιστρέψει στον αρχικό τύπο (κερίν> κερί).

 

Υπάρχει επίσης πόλη Κήρινθος στην Εύβοια.

 

κόρυνθος

Η λέξη παρατίθεται από τον Ησύχιο με τη σημασία της ζύμης.[22] Η λέξη επίσης μαρτυρείται και ως προσωνυμία του Απόλλωνα στην Ασίνη. Ο τύπος κόρυς/κόρυθος έχει τη σημασία κάποιου πράγματος που προεξέχει, του λοφίου (απ’ όπου και η λέξη κορυδαλλός), εξού και ο κορυνθεύς (κόκορας).[23]

 

Ίσως λοιπόν και ο τύπος κόρυνθος με την έννοια του ζυμαριού να αναφέρεται στην ιδιότητά του να «φουσκώνει».

 

λαβύρινθος

Η δημοφιλής ετυμολογία παραπέμπει στο ανάκτορο της Κνωσσού, και αναφέρεται σε κάθε τι που έχει σχήμα δαιδαλώδες. Πιστεύεται ότι η λέξη συνδέεται με το λάβρυς (διπλός πέλεκυς), ή ίσως με το λαύρα (λιθόστρωτος δρόμος).[24]  

 

Αυτές οι ετυμολογήσεις μπορεί να ευσταθούν σε κάποιον βαθμό, επειδή φέρουν την κοινή ρίζα λαβ-, εντούτοις πιστεύω ότι η ετυμολογία είναι αρκετά διαφορετική. Για να το δείξω αυτό, θεώρησα ένα συλλαβικό πρόθεμα Λα στην αρχή της λέξης, και στη συνέχεια έψαξα να βρω αρχαίες ελληνικές λέξεις με θέμα βυρ-. Έτσι ανακάλυψα τις λέξεις βύριον (οίκος), και βυριόθεν (οίκοθεν). Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το λήμμα του LSJ λεξικού, «εὐβύριον τὸ εὔοικον εἴρηται, ὅτι κατὰ την βαυρίαν η κατὰ Μεσσαπίους σημαίνει οἰκίαν».[25]

 

Παρότι η λέξη βύριον δεν διασώθηκε στην ελληνική γλώσσα, θα μπορούσε να συνδεθεί με το ρήμα φύω. Πιθανώς ωστόσο πρόκειται για έναν τύπο, ο οποίος, μαζί με τις λέξεις λάβρυς και λαβύρινθος, παραπέμπει σε μια πελασγική διάλεκτο συγγενή, αλλά όχι ταυτόσημη, με την ελληνική γλώσσα (το λάβρυς, για παράδειγμα, έχει συνδεθεί με την αρχαία Λυδία, ενώ η λέξη λαβύρινθος μπορεί να είναι δάνειο κατευθείαν από την μινωική γλώσσα).

 

Σε ό,τι αφορά την θεματική συλλαβή Λα, μπορεί να σχετίζεται με την «πέτρα» (λᾶας), ή να αποτελεί είδος άρθρου (όπως και τα γαλλικά La/Le).

 

Επομένως η λέξη λαβύρινθος (Λα + *βύρινς) σημαίνει «το πέτρινο σπίτι», ή, απλά, «το σπίτι».

 

μήρινθος/σμήρινθος

Η λέξη σημαίνει «χορδή, σπάγγος, σκοινί, αλιευτική πετονιά», και συνδέεται με ΙΕ ρίζα mer- «συνδέω, πλέκω, ταινία, θηλειά».[26] Εξού και το ρήμα μηρύω/μηρύομαι «συστέλλω, περιτυλίγω, μαζεύω, ανασύρω, υφαίνω».[27] Για παράδειγμα, «ἀνστάντες δ᾽ ἕταροι νεὸς ἱστία μηρύσαντο», από την Οδύσσεια του Ομήρου.

 

Ομόρριζα είναι επίσης τα μῆριγξ/σμῆριγξ (σκληρή τρίχα),[28] και μέρμις/μέρμιθα (χορδή, σπάγγος, σκοινί).[29]

 

Κατά τον Ησύχιο, σμήριγγες είναι «πλεκταί, σειραί˙ βόστρυχοι˙ καὶ τῶν κυνῶν ἐν τοῖς μηροῖς καὶ τοῖς αὐχέσιν ὀρθαὶ τρίχες».[30] Επίσης ο ίδιος για τη λέξη μηρός λέει: «καὶ τὸ τῆς καλάμης κῶλον», όπως επίσης για το μηρυομένη: «ἐκτεινομένη».[31]

 

Με αυτήν την έννοια, που παραθέτει ο Ησύχιος, οι λέξεις μήρινς (μήρινθος) και μῆριγξ μπορούν να συνδεθούν με τη λέξη μηρός, με μια ρίζα μηρ-, με τη σημασία «αυτού που στέκεται, ή που εκτείνεται».

 

μίνθα

Επίσης μινθίον, μινθάριον, μινθίν. Η μέντα θεωρείται δάνεια λέξη από γλώσσα του προελληνικού υποστρώματος.[32] Η λέξη μαρτυρείται και στη μυκηναϊκή γραφή, ως mi-ta (μίνθα).

 

Ο Διοσκουρίδης στο Περί ύλης ιατρικής, λέει: «ἡδύοσμον ἥμερον· οἱ δὲ μίνθα, οἱ δὲ καλαμίνθη, Ῥωμαῖοι μέντα, οἱ δὲ νεπέταμ, Αἰγύπτιοι τίς, οἱ δὲ φερθρουμόνθου, οἱ δὲ περξώ, οἱ δὲ μακιθώ».[33]

 

Ο αιγυπτιακός τύπος -μόνθου, θυμίζει κατά πολύ τον ελληνικό τύπο μίνθη, αλλά ο αρχικός τύπος στις σημιτικές γλώσσες φαίνεται ότι ήταν διαφορετικός, για παράδειγμα na'na' στα αραβικά, nia-nia στα αρχαία αιγυπτιακά (αναφέρεται στον Πάπυρο Ebers, πιθανώς με την ίδια σημασία), ή ananihu στα ακκαδικά.[34]

 

Το παράδοξο με τη λέξη μέντα είναι ότι συνδέεται με λέξεις όπως μίνθος ή μινθόω, οι οποίες έχουν σχέση με την «κοπριά» ή την «δυσοσμία».[35] Αυτό συμβαίνει ίσως επειδή τα αρωματικά φυτά ευδοκιμούν σε περιοχές όπου υπάρχει λίπανση από κοπριά ζώων. Μπορεί δηλαδή οι αρχαίοι να θεώρησαν ότι το συγκεκριμένο φυτό παράγεται από την κόπρο των ζώων. Επίσης το ρήμα μινθόω μπορεί αρχικά να είχε ουδέτερη έννοια.

 

Παρεμφερούς σημασίας είναι και λέξεις όπως μίανσις ή μιαίνω, με την έννοια του «βρωμίζω, μολύνω»,[36] λέξεις οι οποίες περιέχουν το μειωτικό πρόθεμα Μι, ή Μει, όπως και  οι λέξεις μιαρός, μείων, μικρός, κ.ο.κ. Με αυτήν την έννοια, η λέξη μίνθα μπορεί να σημαίνει απλά «Μι + ανθός», δηλαδή μικρό φυτό, «ἄνθος μεῖον».

 

πείρινθος   

Σύμφωνα με το LSJ λεξικό, η πείρινθος ήταν μεγάλο πλεχτό καλάθι, τετράγωνο ή κυκλικό, πλεγμένο από κλάδους ιτιάς ή σχοίνων ή από καλάμια, το οποίο προσδενόταν πάνω σε άμαξα ή σε άρμα, και χρησίμευε ως κάθισμα ή για την τοποθέτηση τροφίμων, αλλιώς πλινθίον («ἅμαξαν... ὁπλίσαι ἡνώγει, πείρινθα δὲ δῆσαι ἐπ' αὐτῆς», Ομήρου Ιλιάδα). Η λέξη θεωρείται πελασγικό δάνειο. Απίθανη θεωρείται επίσης η σύνδεση της λέξεις με τα τοπωνύμια Πειρήνη και Πειραιεύς.[37]

 

Ωστόσο, η λέξη συνδέεται με το ρήμα πειραίνω, με τη σημασία τού «δένω από τα άκρα».[38] Επίσης έχει διατηρηθεί στην νεοελληνική γλώσσα η λέξη πείρος, η οποία προέρχεται από το ρήμα πείρω, «τρυπώ κάτι από τη μια άκρη ως την άλλη, διαπερνώ»,[39] το οποίο ανάγεται στην ΙΕ ρίζα per- «διαπερνώ, διακομίζω, διέρχομαι», απ’ όπου οι λέξεις πέρα, πόρος, πόρπη, περόνη, πέρας, πειρασμός (με την έννοια της «δοκιμής»), διαμπερές, πεῖρα (> εμπειρία), κ.ο.κ.[40] Εξού και τα ρήματα πειράω/πειρῶ (δομικάζω),[41] και περάω (περνώ, τερματίζω).[42]

 

Επομένως η λέξη πείρινθος είναι τόσο ελληνική όσο και όλες οι προηγούμενες λέξεις, καθώς και τα αντίστοιχα τοπωνύμια, Πέρινθος, Πέραμα, Πειρήνη, Περατή και Πειραιεύς.

 

πλίνθος              

Κοινώς, το τούβλο. Η λέξη βέβαια χρησιμοποιείται ακόμη, συνηθέστερα ως πλίθος, με αποκοπή του ν από το σύμπλεγμα -νθ-. Στο ρήμα πλάσσω ωστόσο το ν ενώνεται με το σ, δίνοντας το σύμπλεγμα -σσ- (*πλάν-σω> πλάσσω). Παραδόξως όμως η λέξη έχει χαρακτηριστεί ως δάνειο, ή προελληνική: «Τεχνικός όρος, αβέβαιης ετυμολογίας, ο οποίος ή είναι δάνειος ή ανήκει σε προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα, όπως και η λέξη κέραμος».[43] Η λέξη κέραμος ωστόσο σχετίζεται με το κέρας, αυτό δηλαδή που προεξέχει.

 

Η λέξη πλίνθος συνδέεται επίσης με τις λέξεις λίθος, πλῆθος (το πλήθος), πλάθω (από το πλάσσω), ακόμα και πλατύς. Πάλινθος επίσης λεγόταν ο τύμβος του Δαναού. Αυτή η λέξη περιέχει το χαρακτηριστικό σύμπλεγμα -νθ-. Το συγκεκριμένο θέμα είναι παράγωγο, προκύπτει δηλαδή από θέματα που λήγουν σε -ν και καταλήξεις σε -ς/-σος, επομένως δεν είναι προελληνικό. Στην πραγματικότητα, η λέξη πάλινθος μπορεί να θεωρηθεί ως παραλλαγή της λέξης πλίνθος.

 

Σε ό,τι αφορά τη λέξη τούβλο, προέρχεται από το λατινικό tubus (σωλήνας), διαμέσου του βυζαντινού τούβουλον.[44] Η λέξη πλίνθος δηλαδή είναι η καθαρά ελληνική λέξη.

 

σμίνθος     

Η λέξη σμίνθος (ποντίκι) θεωρείται ότι προέρχεται από την περιοχή της Μικράς Ασίας, πιθανώς από την Μυσία.[45] Αυτή η σύνδεση οφείλεται στο προσωνύμιο Σμινθεύς του Απόλλωνα, ο οποίος λατρευόταν στην Μικρά Ασία, με αυτό το προσωνύμιο. Υπήρχε επίσης, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, πόλη Σμίνθη στην Τρωάδα.[46]

 

Πόλη Σμίνθη υπάρχει και στην Ξάνθη.[47]

 

Σε ό,τι αφορά την ετυμολογία της λέξης σμίνθος, ίσως συνδέεται με τη λέξη μίνθος, που είδαμε παραπάνω για τη λέξη μίνθα (μέντα), με την έννοια της «κοπριάς», της «βρωμιάς». Αν μια τέτοια ετυμολογία είναι οξύμωρη για την μέντα, ταιριάζει χαρακτηριστικά για το ποντίκι. Υπάρχει ακόμη και η λέξη σμινύδιον/σμυνίη (διχαλωτό σκαπτικό εργαλείο),[48] η οποία συνδέεται με το ρήμα σμιλεύω, περίπτωση στην οποία ο σμίνθος, με τα δύο χαρακτηριστικά προεξέχοντα δόντια, θα σημαίνει «σμιλευτής», όπως σήμερα ο ποντικός καλείται «τρωκτικό». Μπορεί τέλος, σμίνθος να σημαίνει απλά σμικρός (μικρός), λόγω του μικρού του μεγέθους.

 

Η νεοελληνική λέξη «ποντίκι» προήλθε από την έκφραση «ποντικός μυς» (μυς του πόντου), κατά το «αρουραίος μυς» (μυς του αγρού).[49]

 

Σε κάθε περίπτωση, η λέξη μῦς (ποντίκι) προκύπτει από τη λέξη σμίνθος, ως (*σμίνς> *μίνς> μῦς).

 

τέρμινθος/τερέβινθος          

Τερέβινθος ή τέρμινθος είναι η αγριοφιστικιά, και πρόκειται για την λέξη που χρησιμοποιείτο πριν από την εισαγωγή της εξημερωμένης ποικιλίας. Η λέξη απαντάται και με τους τύπους τερέμινθος, τρέμιθος, τεττερέβινθος, τέρβινθος. Η προέλευση της λέξης είναι από την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Ανατολίας, όπου το φυτό ευδοκιμεί. Ο τύπος τερέβινθος θεωρείται μεταγενέστερος, πιθανώς αναλογικά προς το ἐρέβινθος «ρεβίθι», ίσως λόγω του σχήματος των καρπών.[50]

 

Η λέξη πιθανώς εμφανίζεται και στις μυκηναϊκές επιγραφές ως ti-mi-to (τίρμινθος).

 

Σε ό,τι αφορά την ετυμολογία της λέξης τέρμινθος, μπορεί να συνδεθεί μέσω της ιταλικής λέξης termes (κλαδί δέντρου), με ΙΕ ρίζα ter-, με τη σημασία «τρυφερός, απαλός, αδύναμος, νέος, μικρός»,[51] απ’ όπου προκύπτουν και οι αρχαίες ελληνικές λέξεις τέρυ (ασθενές, λεπτό), τέρην (απαλός, τρυφερός), ή τεράμων (αυτός που μαλακώνει με το βράσιμο).[52]

 

Σε ό,τι αφορά τη λέξη «φιστίκι», η λέξη είναι μεταγενέστερη, πιθανώς ιρανικής προέλευσης (από αμαρτύρητο τύπο *pistaka[53]), και φαίνεται ότι εισήχθηκε στην Ελλάδα κατά την ελληνιστική εποχή, οπότε και πρωτομαρτυρείται η λέξη.

 

ὑάκινθος

Κοινώς το ζουμπούλι. Γενικότερα η λέξη υάκινθος αναφέρεται σε διάφορα φυτά με σκούρο μπλε χρώμα. Το αυθεντικό αυτοφυές φυτό με το ίδιο όνομα που μαρτυρείται από τον Όμηρο έχει ταυτιστεί από κάποιους με το είδος Scilla bifolia.[54] Στην ελληνική μυθολογία ο Υάκινθος ήταν ήρωας και μαθητής του Απόλλωνα.[55]

           

Παρότι η λέξη έχει θεωρηθεί προελληνική, μπορεί άμεσα να ετυμολογηθεί από το ρήμα ὕω/ὑακίζω (βρέχω),[56] εξού και η λέξη ὑετός (βροχή).



[1] [https://www.perseus.tufts.edu/hopper/resolveform?type=end&lookup=inqos&lang=greek]

[2] [https://lsj.gr/wiki/%E1%BC%80%CF%83%CE%AC%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[3] [https://el.wiktionary.org/wiki/%E1%BC%80%CF%83%CE%AC%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]          

[4] [https://www.physics.ntua.gr/mourmouras/ilias_odysseia/Lexiko/souida.html]

[5] [https://lsj.gr/wiki/%E1%BC%84%CF%88%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[6] [https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CF%88%CF%8D%CF%82]

[7] [https://lsj.gr/wiki/%E1%BC%81%CF%88%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82]

[8] [https://lsj.gr/wiki/%E1%BC%81%CF%88%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%82]

[9] [https://lsj.gr/wiki/%E1%BC%8C%CF%88%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[10] [https://lsj.gr/wiki/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[11] [https://lsj.gr/wiki/%CE%B2%CE%BF%E1%BF%A6%CF%82]

[12] [https://lsj.gr/wiki/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%82]

[13] [https://en.wiktionary.org/wiki/volvo#Latin]

[14] [https://lsj.gr/wiki/%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89]

[15] [https://lsj.gr/wiki/%E1%BC%95%CE%BB%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CF%82]

[16] [https://lsj.gr/wiki/%CE%B5%E1%BC%B4%CE%BB%CF%89]

[17] [https://lsj.gr/wiki/%CE%B5%E1%BC%B4%CE%BB%CF%89]

[18] [https://lsj.gr/wiki/%CE%B5%CF%81%CE%AD%CF%86%CF%89]

[19] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B8%CE%B7]

[20] [https://en.wiktionary.org/wiki/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B9]

[21] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BA%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[22] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[23] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%8D%CF%82]

[24] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[25] [https://lsj.gr/wiki/%CE%B2%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BD]

[26] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BC%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[27] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BC%CE%B7%CF%81%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9]

[28] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BC%E1%BF%86%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%BE]

[29] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B9%CF%82]

[30] [https://el.wikisource.org/wiki/%CE%93%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%B9/%CE%A3]

[31] [https://el.wikisource.org/wiki/%CE%93%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%B9/%CE%9C]

[32] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B8%CE%B7]

[33] [http://www.poesialatina.it/_ns/greek/testi/Dioscorides/De_materia_medica_(recensiones_e_codd._Vindob.).html]

[34] [https://www.ebl.badw.de/dictionary/ananihu%20I]

[35] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CF%8C%CF%89]

[36] [https://lsj.gr/wiki/%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89]

[37] [https://lsj.gr/wiki/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%82]

[38] [https://lsj.gr/wiki/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89]

[39] [https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%82]

[40] [https://lsj.gr/wiki/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CF%89]

[41] [https://lsj.gr/wiki/%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AC%CF%89]

[42] [https://lsj.gr/wiki/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%89]

[43] [https://lsj.gr/wiki/%CF%80%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[44] [https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B2%CE%BB%CE%BF]

[45] [https://lsj.gr/wiki/%CF%83%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[46] [https://lsj.gr/wiki/%CE%A3%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%8D%CF%82]

[47] [https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B8%CE%B7_%CE%9E%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CF%82]

[48] [https://lsj.gr/wiki/%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CF%8D%CE%B7]

[49] [https://lsj.gr/wiki/%CF%80%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82]

[50] [https://lsj.gr/wiki/%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AD%CE%B2%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82]

[51] [https://en.wiktionary.org/wiki/termes#Latin]

[52] [https://en.wiktionary.org/wiki/Reconstruction:Proto-Indo-European/ter-]

[53] [https://en.wiktionary.org/wiki/%D9%BE%D8%B3%D8%AA%D9%87#Persian]

[54] [https://en.wikipedia.org/wiki/Hyacinth]

[55] [https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A5%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82_(%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1)]

[56] [https://lsj.gr/wiki/%E1%BD%91%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CF%89]