3/31/11

Η Ανατόλια υπόθεση και η προέλευση της ελληνικής γλώσσας

Η πρώτη υπόθεση που διατυπώθηκε για την προέλευση των ευρωπαϊκών αλλά και των ινδικών γλωσσών ήταν η λεγόμενη Ινδό-Ευρωπαϊκή θεωρία, ύστερα από ομοιότητες που διαπιστώθηκαν στις γλώσσες των αντίστοιχων περιοχών. Η Ινδό-Ευρωπαϊκή θεωρία συμπυκνώθηκε γύρω από την υπόθεση Kurgan, της Marija Gimpoutas, με αρχική κοιτίδα την στέπα Kurgan στην Ανατολική Ευρώπη, πάνω από την Κασπία, τον Καύκασο και τη Μαύρη θάλασσα (μωβ περιοχή στην παρακάτω εικόνα)


Στέπα Kurgan

Αυτή όμως η θεωρία δεν μπορεί να συμπεριλάβει πληθυσμούς της Μικρής Ασίας, οι οποίοι φαίνεται να έχουν μια προγενέστερη ύπαρξη από το (5000 π.Χ. που δίνει η υπόθεση Kurgan ως αρχική χρονολογία διασποράς. Έτσι, πρόσφατα διατυπώθηκε μια νέα θεωρία η οποία διευρύνει τα χρονικά όρια της Ινδό-Ευρωπαϊκής οικογένειας κατά τουλάχιστον 1500 χρόνια. Σύμφωνα με τη νέα θεωρία στον τομέα της γλωσσολογίας, την Ανατόλια υπόθεση (Anatolian hypothesis), η οποία προτάθηκε από τον Colin Renfrew (2003), η πρώτο-Ινδό-Ευρωπαϊκή γλώσσα πρωτομιλήθηκε στην Ανατολία. Με την τελευταία της μάλιστα αναθεώρηση αφομοιώνει πλήρως την προηγούμενη θεωρία (υπόθεση Kurgan). Ο Renfrew προτείνει το ακόλουθο σενάριο για την εξάπλωση των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών:


Ανατόλια υπόθεση

Πριν από περίπου 8500 χρόνια (6500 π.Χ.) η προ-πρώτο-Ινδό-Ευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών, η οποία εντοπίζεται στην Ανατολία (Μικρή Ασία) χωρίζεται στις γλώσσες πληθυσμών που μετακινούνται κατά σειρά, προς τα Βαλκάνια, την Ανατολική Ευρώπη (κοιλάδα του Δούναβη), την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, την Ιταλία, την Ισπανία, κλπ. Οι πληθυσμοί που εξαπλώθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη σταδιακά θα μετακινηθούν ανατολικότερα μέχρι και την Ινδία. Με αυτήν την έννοια, η Ανατόλια υπόθεση, επικαλύπτει την υπόθεση Kurgan, αλλά διευρύνει πίσω στο χρόνο την προέλευση των πρώτων γλωσσών της Ευρώπης και της Ινδίας.

Παρότι αυτή η θεωρία δεν έτυχε της πιο θερμής υποστήριξης, οι έρευνες δείχνουν ότι η Ανατόλια υπόθεση είναι σωστή. Είχα την καλή τύχη να βρω στο διαδίκτυο μια γλώσσο-χρονολογική μελέτη των Russell D. Gray και Quentin D. Atkinson, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature, το βασικό σχεδιάγραμμα της οποίας παραθέτω:


Γλώσσο-χρονολογικός χάρτης, σύμφωνα με τους Gray και Atkinson

Όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα, η πρώτη Ανατόλια γλώσσα είναι τα Χετιτικά, ένα ισόγλωσσο, θα λέγαμε, στην περιοχή της Ανατολίας (Μικρή Ασία), από το οποίο διαμορφώθηκαν οι πρώτες γλώσσες της περιοχής: Τοχαρικά, τα οποία μεταφέρθηκαν ανατολικότερα ως στα σύνορα με την Κίνα, και απετέλεσαν πιθανότατα την πρόγονο γλώσσα των Τούρκων. Αρμένικα και Ελληνικά, και οι υπόλοιπες γλώσσες της Μικρής Ασίας, όπως Λυδικά, Φρυγικά, Καρικά, κοκ. Από αυτές τις πρώτες γλώσσες επιβιώνουν μόνο τα Ελληνικά και τα Αρμενικά. Αυτό καθιστά τα Ελληνικά μαζί με τα Αρμενικά τις αρχαιότερες Ανατόλιες γλώσσες. Σε ό,τι αφορά τα Ελληνικά, σύμφωνα με το παραπάνω σχεδιάγραμμα, πρωτομιλήθηκαν κιόλας πριν περίπου 7000 χρόνια (5000 π.Χ.).

Εκτός από την προαναφερθείσα γλώσσο-χρονολογική έρευνα, η οποία, όπως το όνομά της υπονοεί, βασίστηκε σε γλωσσολογικές διαφοροποιήσεις με την πάροδο του χρόνου, ακόμη πιο πρόσφατα δημοσιεύτηκε μια γενετική έρευνα από την Patricia Balaresque (2010), σύμφωνα με την οποία αναγνωρίστηκε ένα γονίδιο το οποίο αποτελεί το κοινότερο και αρχαιότερο γονίδιο των Ευρωπαϊκών πληθυσμών, και του οποίου η καταγωγή μας πηγαίνει πίσω στην Ανατολία (Μικρή Ασία):


Εξάπλωση του γονιδίου R1b1b2 σύμφωνα με την Balaresque

Ο παραπάνω χάρτης δείχνει τη διασπορά του συγκεκριμένου γονιδίου που ξεκινάει από την Μικρή Ασία (ισόχρονη με τα πιο σκούρα χρώματα). Σύμφωνα με την ίδια την Balaresque:
‘‘Η (γενετική) συνεισφορά παλαιολιθικών κυνηγών και νεολιθικών αγροτών στους σύγχρονους Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς υπήρξε ένα θέμα έντονης συζήτησης. Ωστόσο, το γονίδιο R1b1b2 (R-M269) είναι το πιο κοινό γονίδιο στο Y- χρωμόσωμα της Ευρωπαϊκής οικογένειας, αυξανόμενο σε συχνότητα από Ανατολή προς Δύση, και το οποίο βρίσκεται σε 110 εκατομμύρια Ευρωπαίους άνδρες… Η γεωγραφική του κατανομή εξηγείται από μία μοναδική εξάπλωση από την εγγύς Ανατολή, μέσω της Μικρής Ασίας, κατά τη Νεολιθική περίοδο. ’’

Όλα τα παραπάνω στοιχεία συνηγορούν ότι η μεγάλη γλωσσική οικογένεια της Ευρώπης και της Ινδίας κατάγεται από την Μικρή Ασία πριν από 9000 χρόνια. Τα Ελληνικά αποτελούν (μαζί με τα Αρμενικά) την αρχαιότερη ζώσα διάλεκτο, καθώς οι άλλες πρωτο- Ανατόλιες διάλεκτοι έχουν εκλείψει. Αυτά τα νέα επιστημονικά δεδομένα επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις μας σχετικά με την καταγωγή της γλώσσας μας. Αλλά ας σταματήσουμε το ταξίδι μας κάπου εδώ. Η αρχαιότερη γλώσσα του κόσμου πιστεύω πως είναι η γλώσσα της αλήθειας. Και αυτήν τη γλώσσα πρέπει να μαθαίνουμε και να καταλαβαίνουμε όλοι. Σε ό,τι αφορά τη δική μας γλώσσα, μπορούμε να είμαστε περήφανοι, αφού είναι η αρχαιότερη όλων των ‘ινδοευρωπαϊκών’ γλωσσών, με μια ιστορία που ανάγεται πίσω στα 7000 χρόνια. Ας είναι αυτό, προς το παρόν τουλάχιστον, αρκετό…


3/29/11

Γραμμική Α


Δίσκος της Φαιστού

Η γραμμική Α εμφανίστηκε στην Κρήτη στο πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., και αποτέλεσε συνέχεια της κρητικής ιερογλυφικής. Η γραμμική Β (ελληνική γραφή) χρησιμοποιεί πολλούς από τους χαρακτήρες της γραμμικής Α, αλλά με διαφορετικές, όπως φαίνεται, φωνητικές αξίες. Όταν επιχειρήθηκε να διαβαστεί η γραμμική Α με τις φωνητικές αξίες της γραμμικής Β, οι λέξεις που προέκυψαν δεν μπορούσαν να αντιστοιχηθούν με καμία γνωστή διάλεκτο. Από αυτό φαίνεται πως είτε η αρχαία μινωική διάλεκτος ήταν μια αυτόνομη γλώσσα (όχι ελληνική) ή (αν η φωνητικές αξίες της γραμμικής Α είναι διαφορετικές από εκείνες της γραμμικής Β) θα μπορούσε να πρόκειται για οποιαδήποτε γλώσσα.

Πιστεύω πως θα ήταν άδικο, παρότι ένας λαός μπορεί να διεκδικήσει μια άγνωστη γλώσσα ως δική του, να βιάσουμε μια ερμηνεία της γραμμικής Α σύμφωνα με την οποία η γραμμική Α θα ήταν ελληνικά. Ουσιαστικά, κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει τη γραμμική Α με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι αδιαφιλονίκητος. Έτσι κι αλλιώς, οι επιγραφές της γραμμικής Α είναι λίγες, πολύ λιγότερες από εκείνες της μυκηναϊκής γραμμικής Β, και δεν έχουν μέχρι στιγμής βρεθεί δίγλωσσες επιγραφές, επιγραφές δηλαδή στις οποίες η μία γλώσσα να αποδίδεται στη γραμμική Α και η άλλη σε μια γνωστή γλώσσα.

Όταν αντιμετωπίζουμε μια γραφή της οποίας δεν γνωρίζουμε τη φωνητική απόδοση των αντίστοιχων συμβόλων, τότε αυτό που κάνουμε είναι να αντιστοιχίσουμε φωνητικές αξίες στα σύμβολα ανάλογα με τη συχνότητα εμφάνισής τους. Για παράδειγμα, το πιο συχνά εμφανιζόμενο σύμβολο πολύ πιθανά να αντιστοιχεί στο ‘α.’ Μια από αυτές τις αναλύσεις ανήκει σε έναν Έλληνα πληροφορικό, τον Μηνά Τσικριτσή, του οποίου το βιβλίο είχα την καλή τύχη να διαβάσω και το θεωρώ έγκυρο και αξιόπιστο, όσο και διαφωτιστικό. [1] Από τη στατιστική ανάλυση που κάνει ο συγγραφέας και τον έλεγχο των συμπερασμάτων του συγκρίνοντάς τα με την ελληνική γλώσσα και τη γραμμική γραφή Β, θεωρεί πως πρόκειται για μια πρώιμη αιολική διάλεκτο:

‘‘Από την προτεινόμενη ανάγνωση της συλλαβικής μινωικής γραφής προκύπτει ότι η γλώσσα που αποδίδεται έχει, κυρίως, χαρακτηριστικά μιας προ-αιολικής διαλέκτου, καθώς και ασυναίρετους τύπους μιας, θα μπορούσαμε να πούμε, προ-ιωνικής διαλέκτου, οι οποίοι οφείλονται, πιθανότατα, στις διαρκείς αλληλεπιδράσεις των φυλών που μιλούσαν ένα ελληνο-πελασγικό γλωσσικό ιδίωμα. Το γλωσσικό δεδομένο των κοινών λέξεων και των τοπωνυμίων με θέμα που λήγει σε -νθ ή -σσ ή -ττ (Κόρινθος, Παρνασσός, Απύρανθος κ.α), σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές όπου κατοικούσαν ελληνικά φύλα, οδηγεί στο πολύ πιθανό συμπέρασμα ότι οι παραπάνω φυλές χρησιμοποιούσαν την ίδια γλώσσα, χωρισμένη σε διάφορες διαλέκτους, που ωστόσο δεν εμπόδιζαν τη μια περιοχή να κατανοεί εύκολα τη διάλεκτο της άλλης.’’

Σε ό,τι αφορά τα θέματα –ινθ, -ισσ ή –ττ (Τίρυνθα, Λάρισσα, κλπ), πρόκειται για θέματα διασκορπισμένα σε όλη την περιοχή της μικρής Ασίας. Ενδεικτικά, η καταγεγραμμένη (παρότι δεν μιλιέται πλέον) γλώσσα των Χεττιτών (2η χιλιετία π.Χ.) έχει τοπωνύμια που λήγουν σε –wanda (Milawanda> Μίλητος). Επομένως οι προαναφερθείσες καταλήξεις πιθανότερα χαρακτηρίζουν ένα ευρύτερο ισόγλωσσο (παρεμφερείς οικογένειες γλωσσών) παρά ένα πρωτο-αιολικό μοναδικό χαρακτηριστικό.

Το ότι τα μινωικά ήταν ελληνικά, είναι μια πιθανότητα ανάμεσα σε άλλες που έχουν προτείνει τα αιγυπτιακά, τα λουβιτικά, τα φοινικά, τα χετιτικά, ή κάποια άλλη ανατόλια διάλεκτο. Ενδεικτικά, ο Όμηρος αναφέρει για την κρήτη μια γλώσσα ανάμικτη και αρκετές φυλές μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν Ετεοκρήτες, Αχαιοί, Κύδωνες Δωριείς, και Πελασγοί. Πάντως, όπως μια πρόσφατη έρευνα από το Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης δείχνει, οι Μινωίτες κατά πάσα πιθανότητα ήταν Ανατόλιοι, οι οποίοι πέρασαν στην Κρήτη κατευθείαν από τη Μικρή Ασία:

‘‘Τα αποτελέσματα της ανάλυσης του DNA του χρωμοσώματος Υ του πληθυσμού της Κρήτης έδειξαν ότι κατατάσσεται μαζί με τους πληθυσμούς από την Ανατολία, ενώ τα δείγματα από τις περιοχές της Ηπειρωτικής Ελλάδας κατατάσσονται μαζί με Βαλκανικούς πληθυσμούς. Κατά συνέπεια, τα γενετικά αποτελέσματα φαίνεται πως υποστηρίζουν τη θεωρία ότι Νεολιθικοί κάτοικοι της Κρήτης προήλθαν από την Ανατολία. Βέβαια, μελέτες μας με άλλους γενετικούς δείκτες απέδειξαν ότι οι νεολιθικοί άνθρωποι ήρθαν και στην Ηπειρωτική Ελλάδα από την Ανατολία.’’ [2]

Η προηγούμενη έρευνα διευκρινίζει μάλιστα ότι οι Μινωίτες, όπως και Έλληνες έκαναν το ταξίδι τους από τη Μικρή Ασία δια θαλάσσης. Αυτό βέβαια, σε ό,τι αφορά τη γλώσσα της γραμμικής Α, δεν αποκαλύπτει την γλώσσα των Μινωιτών. Σε ποια από τις Ανατόλιες διαλέκτους (συμπεριλαμβανομένης και της πρωτο-Ελληνικής) θα πρέπει να την κατατάξουμε; Όπως και να έχει, το οπλοστάσιο που έχουμε στη διάθεσή μας είναι προς το παρόν πενιχρό, αφού όπως ήδη αναφέραμε οι επιγραφές είναι λίγες σχετικά (πολύ λιγότερες από εκείνες της γραμμικής Β) και αν τα μινωικά ήταν μια αυτόνομη γλώσσα τότε δεν θα μπορέσουμε να επαληθεύσουμε την όποια ερμηνεία. Παρόλα αυτά ο συγγραφέας Μηνάς Τσικριτσής προχωρεί σε μια αξιόλογη στατιστική ανάλυση, της οποίας δύο συγκεντρωτικούς πίνακες παρουσιάζω παρακάτω:


Συχνότητες συλλαβών γραμμικής Β


Συχνότητες συλλαβών γραμμικής Α

Από την παραπάνω στατιστική ανάλυση του συγγραφέα, δεχόμενοι ότι η φωνητική αξία των συμβόλων της γραμμικής Α είναι σωστή, μπορούμε να κάνουμε την εξής σημαντική διαπίστωση: ενώ στην γραμμική Β, η οποία είναι ελληνικά, η κατάληξη jo (-ος) είναι η συνηθέστερη με συχνότητα εμφάνισης 14,54% (πρώτος πίνακας, τελευταία στήλη), κάτι αναμενόμενο για την ελληνική γλώσσα, αντίθετα στην περίπτωση της γραμμικής Α (δεύτερος πίνακας) η ίδια κατάληξη είναι σπάνια, πράγμα που δείχνει ότι η μινωική γλώσσα δεν είχε την ελληνικότερη των καταλήξεων. Αντί αυτής της κατάληξης, η συνηθέστερη κατάληξη είναι σε na (δεύτερος πίνακας, τελευταία στήλη). Τώρα, αυτή η κατάληξη θυμίζει χαρακτηριστικά τοπωνύμια που είναι διάσπαρτα σε όλη την Ανατολία, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, όπως, Λάρυμνα, Μήθυμνα, κοκ. Θα μπορούσε αυτή η ονοματοποιία να είναι γνώρισμα μιας πρώιμης αιολικής διαλέκτου; Δεν αποκλείεται, αν και η συνδετική γραμμή δεν είναι προς το παρόν σαφής. Επίσης, στη γραμμική Α η δεύτερη σε συχνότητα κατάληξη είναι σε ti, πράγμα που και πάλι μας ξενίζει. Γιατί σε αυτήν την περίπτωση ούτε καν που υπάρχουν τοπωνύμια ή κύρια ονόματα που να έρχονται έτοιμα στο μυαλό.

Μια λέξη πάντως η οποία εμφανίζεται στο τέλος επιγραφών της γραμμικής Α και που θα μπορούσε να δηλώνει το σύνολο, αν αποδώσουμε την ίδια φωνητική αξία στα σύμβολα της γραμμικής Α με εκείνη της γραμμικής Β, είναι η λέξη ku-ro. Πρόκειται για την πιο αναγνωρίσιμη ίσως λέξη της γραμμικής Α, και μπορεί να ερμηνευτεί με τρόπο που να υποστηριχθεί η ελληνικότητα της γραφής. Μια προτεινόμενη απόδοση είναι ‘ούλο’ ή ‘χούλο,’ δηλαδή η λέξη ‘όλο’ με μια βαρύτερη προφορά. Στην πραγματικότητα, ακόμη και σήμερα στην Κρήτη, και πιθανώς και αλλού στη Ελλάδα, κάποιος μπορεί να πει ‘ούλο’ αντί για ‘όλο.’ Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι τόσο αν η συγκεκριμένη λέξη είναι ελληνικά (πράγματι είναι) όσο αν τα σύμβολα έχουν τη φωνητική αξία που τους αποδώσαμε.

Κατ’ ουσία, αν αποδώσουμε στα σύμβολα της γραμμικής Α τις φωνητικές αξίες της γραμμικής Β, οι κοινές λέξεις που αναγνωρίζονται είναι ελάχιστες, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα από το βιβλίο του συγγραφέα:


Ο ίδιος ο συγγραφέας ερμηνεύει αυτήν την ‘σύμπτωση’ ως εξής:

‘‘Θεωρείται, κατά συνέπεια, πολύ πιθανόν πρώτον να έχουν αποδοθεί σωστά οι συλλαβικές αξίες στα συλλαβογράμματα των παραπάνω λέξεων- τοπωνυμίων της γραμμικής Α και δεύτερον η γραμμική Α να είναι μια γραφή ελληνική.

Εξάλλου, όταν συσχετίστηκαν, δοκιμαστικά, οι παραπάνω συλλαβικές αξίες με εκείνες που είχαν προκύψει από τη στατιστική επεξεργασία των δειγμάτων της γραμμικής Α και Β, διαπιστώθηκε ότι ο πίνακας που είχε συνταχθεί με τις συλλαβικές αξίες της γραμμικής Α λειτουργούσε καλά. Όταν, δε, στη συνέχεια, στο συγκεκριμένο πίνακα αξιών αντικαταστάθηκαν τα συλλαβογράμματα της γραμμικής Α, στα οποία είχαν αποδοθεί συλλαβικές αξίες με τα κριτήρια που αναφέρθηκαν παραπάνω, διαπιστώθηκε ότι τα κείμενα άρχισαν να διαβάζονται και να είναι κατανοητά…

Βέβαια, όπως είναι φυσικό, συμβαίνει και σε άλλες αποκρυπτογραφήσεις, δεν διαβάζονται όλες οι συλλαβές και οι λέξεις της γραμμικής Α. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι με τη μέθοδο που εφαρμόστηκε, η γραμμική Α μεταπίπτει, από την τρίτη περίπτωση που ανήκε (άγνωστη γραφή - άγνωστη γλώσσα), στη δεύτερη (άγνωστη γραφή - γνωστή γλώσσα). Υπάρχουν, επομένως, πλέον, πολλές πιθανότητες να προχωρήσει η αποκρυπτογράφηση της και να δειχθεί ότι σχετίζεται, όπως πιστεύουμε, σε μεγάλο βαθμό, με μια πρώιμη αιολική διάλεκτο με αρκετούς αρχαϊσμούς.’’

Η ύπαρξη κοινών λέξεων στη γραμμική Α και στη γραμμική Β είναι προφανώς δελεαστική να υποθέσουμε την ελληνικότητα της γραμμικής Α. Για παράδειγμα, η 5η και 6η λέξεις του παραπάνω πίνακα διαβάζονται αντίστοιχα ‘Φαιστός’ και ‘Σύγριτα.’ Και πάλι όμως, η ύπαρξη κοινών λέξεων σημαίνει ότι οι δύο γλώσσες χρησιμοποίησαν κοινά σύμβολα. Ακόμη δε κι αν πρόκειται πράγματι για τις ίδιες λέξεις, αυτό δε σημαίνει ότι είχαν την ίδια φωνητική απόδοση. Εξάλλου, για να είμαστε σίγουροι πέρα κάθε αμφιβολίας ότι η γραμμική Α είναι μια πρωτο-ελληνική διάλεκτος θα πρέπει να αναγνωριστούν φράσεις και καταλήξεις που να θυμίζουν τη μορφολογία της ελληνικής γλώσσας, γιατί, όπως είδαμε στους προηγούμενους στατιστικούς πίνακες η κατάληξη –jo (ος) απουσιάζει από τη γραμμική Α, επομένως και η ανάγνωση ‘Φαιστός’ μια λέξης είναι η ελληνική φωνητική αξία της και όχι απαραίτητα αυτή που της απέδιδαν οι Μινωίτες.

Ο Μινωικός πολιτισμός ήταν ένας Ανατόλιος πολιτισμός, όπως είναι και ο Ελληνικός. Όπως δείχνουν τα πρόσφατα στοιχεία, και οι δύο πέρασαν δια θαλάσσης από την Μικρή Ασία προς την Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα αντίστοιχα. Η γεωγραφική και χρονική διαφορά αυτών των δύο ομάδων δεν είναι γνωστή. Το γεγονός πάντως ότι η φωνητική αξία της γραμμικής Β δεν αντιστοιχεί ευθέως σε εκείνη της γραμμικής Α δείχνει ότι οι δυο γραφές εξέφρασαν διαφορετικές γλώσσες. Από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι η γραμμική Α δεν συνεχίζεται μετά τη γραμμική Β υποδεικνύει είτε μια συνέχεια είτε πλήρη γλωσσική αντικατάσταση. Θα τολμούσα να προτείνω το δεύτερο: Η γλωσσική ιστορία της Κρήτης είναι παρόμοια και παράλληλη με εκείνη της Κύπρου. Στην πραγματικότητα η γραμμική Α μεταφέρθηκε στην Κύπρο, όπου και απετέλεσε την Κυπρο-Μινωική γραμμική Γ, η οποία επιβίωσε μέχρι το τέλος της 1ης χιλιετίας π.Χ, και αντικαταστάθηκε κατευθείαν από το Ελληνικό αλφάβητο. Αυτός ο παραλληλισμός δείχνει πως τα Ελληνικά μιλήθηκαν αργότερα στην Κρήτη, όπως και στην Κύπρο. Αυτό όμως δεν αποκλείει μια συγγένεια μεταξύ των δύο γλωσσών της γραμμικής Α και Β (άρα και της Γ). Θα πρόκειται όμως για μια συγγένεια που μας πηγαίνει στο προϊστορικό Ανατόλιο ισόγλωσσο, παρά σε μια άμεση σύνδεση ή ταύτιση με κάποια υπάρχουσα γλώσσα ή με τα ελληνικά.
==========================


[1] Μηνάς Τσικριτσής, Γραμμική Α Συμβολή στην κατανόηση μιας αιγαιακής γραφής, Βικελαία δημοτική βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2001, ISBN 960-7970-06-3





3/26/11

Γραμμική Β


Η γραμμική Β είναι μια συλλαβική γραφή που χρησιμοποιήθηκε για την απόδοση των Μυκηναϊκών Ελληνικών. Προηγήθηκε της αλφαβητικής Ελληνικής γραφής κατά αρκετούς αιώνες (από τον 13ο μέχρι ίσως τον 17ο αι. π.Χ., δείτε την πέτρα από τα Καυκάνια) και φαίνεται να χάνεται με την πτώση του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Οι περισσότερες από τις πινακίδες γραμμικής Β βρέθηκαν στην Κνωσό, στην Κυδωνία, στην Πύλο, στη Θήβα και στις Μυκήνες.

Ο άνθρωπος ο οποίος αποκρυπτογράφησε τη γραμμική Β ήταν ο Ventris. Ενώ στην αρχή είχε υποθέσει ότι η γλώσσα θα ήταν Ετρουσκικά (γιατί άραγε;) στη συνέχεια διαπίστωσε ότι αρκετές επαναλαμβανόμενες λέξεις άλλαζαν μόνο στην τελευταία τους συλλαβή με τρόπο που θύμιζε τις κλήσεις στα Ελληνικά. Αφού δημιούργησε μια σχάρα με τις πιθανές φωνητικές αξίες των συμβόλων, έψαξε να βρει μια λέξη στις επιγραφές που να είναι τοπωνύμιο. Μια λέξη που θα άρχιζε με Α θα ήταν ιδανική, αφού το Α είναι ένα γράμμα που εμφανίζεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα. Επίσης, αν η γλώσσα ήταν Ελληνική, θα έπρεπε η ίδια λέξη να καταλήγει πιθανότατα σε –ος. Με αυτά τα κριτήρια και τις υπόλοιπες φωνητικές αξίες που ο ίδιος είχε αποδώσει στα διάφορα συλλαβογράμματα, ο Ventris κατάφερε να ταυτοποιήσει τη λέξη ‘Αμνισός:’


q     K    C    v
a mi ni so
(Άμνισος)

καθώς επίσης και επιθετικούς τύπους της ίδιας λέξης, όπως

q    K   C   c ]      q   K   C  c p
a mi ni si jo                                     a mi ni si ja
(Αμνίσιος)                                      (Αμνίσια)

ακόμη και έναν τύπο της ίδιας λέξης που να σημαίνει κατεύθυνση

q    K   C   v S
a mi ni so de
(Αμνισόδε)

Από εκεί και πέρα κατάφερε να ταυτοποιήσει και άλλα τοπωνύμια όπως

.   V   v      H   e   f      G   <   v

  ko no so                       pa i to                          tu li so
     (Κνωσός)                  (Φαιστός)                   (Τύλισος)

Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι τα περισσότερα τοπωνύμια αναφέρονται στην Κρήτη με κύρια ίσως εξαίρεση την Πύλο όπου και βρέθηκαν αρκετές επιγραφές. Η λέξη Μυκήνες (για να μην αναφερθούμε σε μια λέξη Αγαμέμνων) απουσιάζουν. Ίσως να μένει να βρεθούν κι άλλες επιγραφές. Το γεγονός πάντως ότι δεν υπάρχει κατευθείαν σχέση ανάμεσα στη γραμμική Α με τη γραφική Β δείχνει ότι μάλλον η Ελληνική γραμμική Β δημιουργήθηκε από νεοαφιχθέντες Έλληνες στην Κρήτη και από εκεί διαδόθηκε στα ανάκτορα της ηπειρωτικής Ελλάδας (χωρίς να αποκλείεται αλλά ούτε και να μπορεί προς το παρόν να αποδειχτεί μια συγγένεια με τη γλώσσα των Μινωιτών).

Δεν είναι βεβαίως τόσο τα τοπωνύμια και τα κύρια ονόματα που υποδεικνύουν την Ελληνικότητα της γραμμικής Β όσο κλιτά μέρη του λόγου όπως επίθετα, μετοχές, κλπ. Αμέσως μετά τα ονόματα κύριων πόλεων ο Ventris ταυτοποίησε λέξεις όπως

f  v              f  z
to so                                                     to sa
(τόσο)                                                  (τόσα)

καθώς και δυο μετοχές του ρήματος αραρίσκω

q  N  ? p        q  N  ?  o  q
a ra ru ja                                       a ra ru wo a
αραρύια                                        αραρύοντα

Αυτή η παραλλαγή στα επίθετα και στις μετοχές παρακειμένου ανάμεσα στους θηλυκούς και στους ουδέτερους τύπους, οδηγούν σε ένα σύνολο λέξεων που όχι μόνο είναι χαρακτηριστικές της ελληνικής γλώσσας, άλλα απαντώνται μόνο στην ελληνική. Έτσι έγινε αντιληπτή ή ύπαρξη ενός πυρήνα ελληνικών λέξεων και τύπων.

Από εκεί και ύστερα άνοιξε ο δρόμος για την ταυτοποίηση πλήθους λέξεων σύμφωνα με τις φωνητικές αποδόσεις του συλλαβαρίου της γραμμικής Β το οποίο και παραθέτω για πληρότητα και ευκολότερη κατανόηση των συμβόλων και των αντίστοιχων ήχων:


Η γραμμική Β περιείχε και ιδεογράμματα όπως φαίνεται στους δύο παρακάτω πίνακες:




Τα ιδεογράμματα σε αρκετές περιπτώσεις μας βοηθάνε να βρούμε τη φωνητική αξία συλλαβογραμμάτων που χρησιμοποιούν το ίδιο ή παρεμφερές σύμβολο με κάποιο ιδεόγραμμα όπως για παράδειγμα το συλλαβόγραμμα που μοιάζει με το ιδεόγραμμα για το βόδι (βους) και προφέρεται wo.

Η ερμηνεία του Ventris οδήγησε σε ένα σύνολο κανόνων βάσει των οποίων σχηματίζονται οι λέξεις στη γραμμική Β από τα αντίστοιχα σύμβολα, έτσι ώστε να διαβάζονται και ολόκληρες φράσεις (παρότι οι περιπτώσεις είναι λίγες λόγω του ταξινομικού χαρακτήρα των πινακίδων):

wlt; a        e [ M p        w m       w t m f U       
w f C ]        w m w       s r
  e-ri-ta             i-je-re-ja           e-ke          e-u-ke-to-qe           
e-to-ni-jo        e-ke-e          te-o
    Ερίθα             ιέρεια               έχει            εύχετοί  τε              
ετώνιον              έχεεν           θεόν


A L S K    h c...       r Z f   w m w
da-mo-de-mi             pa-si...           o-na-to              e-ke-e
δάμος δε μιν            φάσι...            όνατον               έχεεν

Το γεγονός ότι η φωνητική αξία που αποδόθηκε, σύμφωνα με την ερμηνεία του Ventris, στα συλλαβογράμματα της γραμμικής Β οδήγησε στη δυνατότητα διαβάσματος ολόκληρων φράσεων, οδηγεί προφανώς στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα των κειμένων είναι ελληνική, έστω σε ένα πρώιμο στάδιο. Το χαρακτηριστικό άλλωστε της γραφής αυτής να μην κάνει διάκριση σε καταλήξεις (π.χ. τα –ο, -ος, -οι, κοκ γράφονταν με το ίδιο σύμβολο ) μας περιορίζει ως προς τη σωστή απόδοση των λέξεων, αφού και ο τρόπος που τις προφέρουμε είναι από τη μεταγενέστερη Ελληνική γλώσσα. Σε γενικές πάντως γραμμές η ουσία είναι ότι η γραμμική Β ήταν ελληνική και όχι λόγου χάρη Ετρουσκική, Λυδική, Φρυγική, Φοινικική, ή οτιδήποτε άλλο.

Η (σημαντική) πάντως ομοιότητα των Ελληνικών με τα Φρυγικά αλλά και τα Αρμενικά, υποδεικνύει μια αρχική κοιτίδα των τριών αυτών γλωσσών κάπου στην Ανατολία (ειδικότερα Μικρά Ασία). Οι Φρύγες τοποθετούνται ανάμεσα στην Τροία και στον Εύξεινο Πόντο (από όπου έφυγαν και ξαναεπέστρεψαν), ενώ οι Αρμένιοι νοτιότερα και ίσως ανατολικότερα. Έτσι μένει ένας κενός χώρος στη βορειοανατολική και ίσως ακόμη πιο κάτω περιοχή της Μικρής Ασίας για την πρώτη Ελληνική γλώσσα. Σημειώστε ότι η λεγόμενη Παλαϊκή γλώσσα που ομιλείτο σε εκείνη την περιοχή εξαφανίζεται την περίοδο που εμφανίζεται η Μυκηναϊκή γλώσσα (μια υπόθεση κάνω!) Προτού λοιπόν εμφανιστούν οι Φρύγες και οι Έλληνες στα Βαλκάνια, η γλώσσα τους είχε ήδη κάνει ένα πρώτο ταξίδι από την Ανατολία.

Επίσης, έχει χρησιμοποιηθεί ο όρος ‘Πελασγικά’ με τον οποίο συνηθίζεται να αναφέρονται αδιακρίτως οι γλώσσες που ομιλούνταν στην Μικρή Ασία, στο Αιγαίο, αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα, στο απώτερο παρελθόν. Η υπόθεση της επίσημης αρχαιολογίας είναι ότι τα τοπωνύμια με το θέμα ινθ- (π.χ. Τίρυνθα, Κόρινθος) ή την κατάληξη –ισσός (π.χ. Αμνισσός, Λάρισσα, κοκ) είναι προελληνικά (‘Πελασγικά’). Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και τοπωνύμια με την κατάληξη –ος (π.χ. Κνωσός, Φαιστός, κλπ), καθώς και κύρια ονόματα με καταλήξεις –ος και –ων (π.χ. Πελασγός, Ακρίσιος, Αγαμέμνων, Ποσειδών, κλπ). Ακόμα και τα κύρια ονόματα σε –εύς (π.χ. Θησεύς, Περσεύς, Ζεύς, κοκ) έχουν υποτεθεί ως μη Ελληνικά. Προφανώς υπάρχει ένα πρόβλημα σε αυτήν την υπόθεση. Γιατί δεν είναι μόνο κύρια ονόματα και τοπωνύμια με αυτές τις καταλήξεις, αλλά και τόσα άλλα καθημερινά πράγματα και μέρη της ελληνικής γλώσσας με αυτές τις καταλήξεις (π.χ. άνθος, πόθεν, άνωθεν, σίτος, κοκ). Επομένως, αν όλες αυτές οι λέξεις δεν είναι Ελληνικές τότε και τα Ελληνικά είναι Πελασγικά. Γιατί όλες αυτές οι ‘Πελασγικής’ προέλευσης λέξεις αποτελούν το βασικό υπόστρωμα αλλά περιέχουν και βασικούς κανόνες τις Ελληνικής γλώσσας.

Ως γνωστό, ένας κατακτητής φροντίζει να δώσει δικά του ονόματα στα μέρη που κατακτά (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ‘Αλεξάνδρειες’ που ίδρυε ο Μέγας Αλέξανδρος απ’ όπου περνούσε). Αν λοιπόν οι Μυκηναίοι Αχαιοί ήταν ξένοι κατακτητές στην Πελοπόννησο, τότε γιατί κράτησαν τοπωνύμια ‘Πελασγικά’ στις κύριες πόλεις τους; Προφανώς επειδή τα ονόματα τους ήταν οικεία. Αν μάλιστα αναλογιστούμε τη μεγάλη διασπορά τέτοιων ονομασιών σε όλη την Ελλάδα, ακόμα και στην Κρήτη αλλά και την Μικρά Ασία, συνειδητοποιούμε ένα ισόγλωσσο (ομοιογένεια γλώσσας) που απλώνεται σε μια ευρεία περιοχή και αρκετά πίσω στο χρόνο.

Αυτό βεβαίως που απομένει είναι η όσο το δυνατό βαθύτερη και πληρέστερη ερμηνεία της γραμμικής Β, η σύγκρισή της με την άγνωστη ακόμη γραμμική Α, και η σχέση της με τις σύγχρονες (ή ίσως και παλαιότερες) ελληνικές διαλέκτους. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο ‘Εισαγωγή στη Γραμμική Β:’

‘‘Τα στοιχεία που παρουσιάσαμε έως τώρα είναι επαρκή για να αποδείξουν ότι ένας ορισμένος αριθμός λέξεων στα κείμενα της Γραμμικής Β ανήκει στην ελληνική γλώσσα: απόδειξη που εδράζεται σε φωνολογική και, πρωτίστως, σε μορφολογική και συντακτική βάση. Το ερώτημα που ανακύπτει τώρα είναι αν, με δεδομένες αυτές τις πληροφορίες για τις μυκηναϊκές λέξεις αφενός, και τις εκτεταμένες γνώσεις μας για τις ελληνικές διαλέκτους των ιστορικών χρόνων αφετέρου, μπορούμε να κατατάξουμε τη μυκηναϊκή ανάμεσα στις άλλες διαλέκτους. Είδαμε από τη ρηματική κατάληξη -si και από άλλα συριστικοποιημένα μορφήματα, ότι είναι δυνατό να συναχθεί πως η μυκηναϊκή αναμφίβολα ανήκει στην ανατολική ελληνική και όχι στη δυτική. Άλλα χαρακτηριστικά υποδηλώνουν ότι η μυκηναϊκή έχει μια ειδική σχέση με την αρκαδοκυπριακή διάλεκτο της ανατολικής ελληνικής. Η μέση κατάληξη -to = τοι την συνδέει με την αρκαδική και πρόκειται για μια ενθαρρυντική σύνδεση, γιατί μοιάζει λογικό, εκ πρώτης όψεως, οι μυκηναϊκές κοινότητες της ηπειρωτικής Ελλάδας να χρησιμοποιούσαν κάποια διάλεκτο συγγενή προς εκείνη που χρησιμοποιείτο στο εσωτερικό της Πελοποννήσου κατά τους ιστορικούς χρόνους. Και αν pa-ro σημαίνει πράγματι ‘παρά, από,’ είναι αξιοσημείωτο ότι συντάσσεται με δοτική: ανάμεσα στις διαλέκτους των ιστορικών χρόνων, μόνον ή αρκαδική και ή κυπριακή χρησιμοποιούν τη δοτική με λέξεις που σημαίνουν ‘από.’

Άλλα, όμως, χαρακτηριστικά στοιχεία της μυκηναϊκής εμφανίζονται τόσο στην αιολική όσο και στην αρκαδοκυπριακή: τέτοια είναι ό τύπος a-pu= απύ (αντί του αττικοϊωνικού ‘από’) και η ανάπτυξη του αρχικού συλλαβικού ro σε ro ή or, και όχι σε ra/ar, όπως στην αττική- ιωνική. Μία ακόμη σχέση με την αιολική, όχι όμως και με την αρκαδική, προσφέρει ένα καλά τεκμηριωμένο χαρακτηριστικό της μυκηναϊκής, και συγκεκριμένα η χρήση πατρωνυμικών σε -i-jo (-ιος).

Με λίγα λόγια, μπορούμε να πούμε ότι η μυκηναϊκή δεν αντιστοιχεί απόλυτα σε καμιά ελληνική διάλεκτο των ιστορικών χρόνων ούτε και θα έπρεπε να αναμένουμε μια τέτοια στενή αντιστοιχία, δεδομένου του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ των τελευταίων επιγραφών της Γραμμικής Β και της πρώτης εμφάνισης της αλφαβητικής ελληνικής γραφής- και ιδίως επειδή στο μεσοδιάστημα αυτό συντελέστηκαν εκτεταμένες μεταναστεύσεις ελληνοφώνων, οι όποιες προκάλεσαν σημαντικές επικαλύψεις ανάμεσα στις διάφορες ομάδες διαλέκτων. Οι σχέσεις είναι στενότερες με την αρκαδική, όπως διαπίστωσαν οι Ventris και Chadwick αμέσως μετά την αποκρυπτογράφηση της γραφής, αλλά και οι αναλογίες με την αιολική διάλεκτο δεν είναι δυνατό να παραβλεφθούν. Το τελευταίο ίσως υποδηλώνει ότι ορισμένα από τα χαρακτηριστικά που αργότερα συνδέθηκαν με την αιολική, κατά την εποχή του Χαλκού ήταν περισσότερο διαδεδομένα στις ανατολικές ελληνικές διαλέκτους.

Τέλος, είναι αναγκαίο να αναφέρουμε ένα περίεργο χαρακτηριστικό των κειμένων της Γραμμικής Β, εξαιτίας των συμπερασμάτων που επιτρέπει να εξαχθούν σχετικά με τις διαλεκτικές συνάφειες της μυκηναϊκής. Πέρα των ορθογραφικών ανωμαλιών που εμφανίζονται σποραδικά στα κείμενα και που φαίνεται να οφείλονται σε λάθη των γραφέων ή σε τοπικές διαφορές όχι σημαντικές για τη διάλεκτο, είναι δυνατό να απομονώσουμε έναν αριθμό παραλλαγών, οι οποίες υποδηλώνουν ότι υπήρχαν ουσιαστικές διαλεκτικές διαφορές και μέσα στην ίδια τη μυκηναϊκή…

Η διαφορά ανάμεσα στα pe-mo και pe-ma, κι εκείνη ανάμεσα στα po-se-da-o-ne και po-se-da-o-ni, ίσως εξηγούνταν αν υποθέσουμε ότι τα κείμενα της γραμμικής Β είναι γραμμένα όχι σε μία μονολιθική ‘μυκηναϊκή’ διάλεκτο, αλλά σε δύο τουλάχιστον διαλέκτους… Ίσως λοιπόν να αντανακλά την αβεβαιότητα των γραφέων, που καλούντο να μεταγράψουν ήχους για τους οποίους δεν είχαν συγκεκριμένα σύμβολα.’’

Το ότι τα Ελληνικά είναι κατά πάσα πιθανότητα μία Ανατόλια διάλεκτος που πέρασε στην κυρίως Ελλάδα, έχει ήδη αναφερθεί. Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε την προγενέστερη κατάσταση των Ανατόλιων διαλέκτων, αν δηλαδή προήλθαν από μια προγενέστερη κοιτίδα στην περιοχή του Καυκάσου και τι πιθανές επιρροές δέχτηκαν από τις πιο προηγμένες πολιτισμικά σημιτικές περιοχές (τα βορειοδυτικά όρια των οποίων βρίσκονταν εκεί που κάποτε ήταν η Φοινίκη και τώρα ο Λίβανος). Εντούτοις η πρώιμη Ελληνική Αιολική διάλεκτος που μιλήθηκε στην κεντρική Ελλάδα και νοτιότερα, έχει τα βασικά χαρακτηριστικά μιας Πελασγικής διαλέκτου. Στο μυαλό μου έρχεται χαρακτηριστικά το όνομα της Αρχαίας ποιήτριας Κόρυννας. Διαπιστώστε την ομοιότητα με τα ονόματα κόρυθος (κράνος, λοφίο κράνους), Κόρινθος, κόρη, κούρος, Κόρισσος (υποθετική λέξη), κορίτσι, κλπ, κλπ, κλπ. Η Αιολική διάλεκτος δεν απέχει και τόσο ούτε από τα Πελασγικά, ούτε από τα Μυκηναϊκά Αχαϊκά, ούτε από τα Δωρικά, τα οποία άλλωστε αντικατέστησαν ως έναν βαθμό τη γλώσσα των Μυκηναίων.

Δεν είναι επίσης γνωστό αν τα Ελληνικά ήταν μία Πελασγική διάλεκτος ή το συνονθύλευμα αρκετών Πελασγικών διαλέκτων. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να τονίσω μια χαρακτηριστική διγλωσσία που κάθε Ελληνόφωνος μπορεί να διαπιστώσει. Για παράδειγμα τα ζεύγη λέξεων όπως άνθος και λουλούδι, οίνος και κρασί, κοκ. Είναι η μία λέξη Ελληνική και η άλλη Πελασγική; Ή μήπως είναι και οι δύο λέξεις δύο διαφορετικών Πελασγικών διαλέκτων; Δεν το γνωρίζω, αλλά αυτή η χαρακτηριστική διγλωσσία (ίσως και τριγλωσσία ή πολυγλωσσία) δείχνει ότι τα Ελληνικά διαμορφώθηκαν με τον καιρό από περισσότερες από μία διαλέκτους οι οποίες μπορεί να διέφεραν αρκετά μεταξύ τους. Ωστόσο, έτσι ή αλλιώς, ουδέποτε και πουθενά δεν φαίνεται μια γλωσσική αντικατάσταση. Περισσότερο, διαπιστώνεται η συνέχεια μια γλώσσας από μια αρχαϊκότερη προς μια πιο σύγχρονη μορφή. Άλλωστε αν η γλώσσα μας επιβίωσε από τους Τούρκους, τους Πέρσες, και ακόμα παλαιότερα από τους Χιττίτες, δεν θα ήταν κουτό να υποθέσουμε ότι ο Αγαμέμνων ήταν… ξένος που μας έμαθε Ελληνικά;

*Σημείωση: Για να εμφανιστούν οι χαρακτήρες της γραμμικής Β θα πρέπει να κατεβάσετε τα αντίστοιχα fonts από το τρίτο link παρακάτω, και να τα εγκαταστήσετε (με copy-paste) στο φάκελο C:/Windows/Fonts

(Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης)
(Λεξικό γραμμικής Β)
[Χαρακτήρες (Fonts) γραμμικής Β]



3/12/11

Πιο γρήγορα από την ταχύτητα του φωτός;

Cloud chamber


Θα μπορούσε κάτι να τρέξει με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν του φωτός; Κάποιος θα έλεγε ‘‘και γιατί όχι;’’ Από φυσική όμως σκοπιά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Αυτό που θα παραβιαζόταν είναι η αρχή της αιτιότητας, ότι δηλαδή κάθε αίτιο θα πρέπει να προηγείται από το αντίστοιχο αποτέλεσμα, αλλιώς ένα μελλοντικό γεγονός θα μπορούσε να συμβεί πριν το γεγονός που το προκάλεσε. Ουσιαστικά η αρχή της αιτιότητας (ισοδύναμα αρχή της τοπικότητας) έχει ταυτιστεί με το όριο της ταχύτητας του φωτός. Με άλλα λόγια η αρχή μας λέει πως τίποτε δεν μπορεί να διαδοθεί με ταχύτητα μεγαλύτερη από το φως. Σε αντίθετη περίπτωση θα συνέβαιναν όλα τα παράδοξα που έχουν να κάνουν με το χώρο και το χρόνο.

Το απαραβίαστο της ταχύτητας του φωτός δοκιμάστηκε από το πείραμα των Michelson- Morley, τέθηκε ως αξίωμα στη θεωρία της σχετικότητας του Einstein, και η μαθηματική έκφραση που συμπυκνώνει το απαραβίαστο της ταχύτητας του φωτός είναι η σχέση ισοδυναμίας μάζας- ενέργειας του Einstein:

E = mc2


όπου Ε η ενέργεια ενός σώματος, m η μάζα του και c, μια σταθερή, η ταχύτητα του φωτός. Από τη σχέση βλέπουμε ότι αν το c γίνει άπειρο, το Ε γίνεται άπειρο κι αυτό, πράγμα άτοπο. Πάντως, αφού τονίσουμε τη στενή σχέση ανάμεσα στην αρχή της αιτιότητας και στην αρχή της ισοδυναμίας όπως η τελευταία εκφράζεται από την προηγούμενη εξίσωση, δεν υπάρχει κάποια βαθύτερη αιτία που να μας απαγορεύει να τρέξουμε με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν του φωτός, καθώς το μόνο που μας εμποδίζει είναι μια αρχή (αυτήν της αιτιότητας) εκφρασμένη μέσα από μια σχέση (αυτήν της ισοδυναμίας μάζας- ενέργειας) η οποία απλά δεν είναι φραγμένη (αλλιώς κανονικοποιημένη). (Άλλωστε και ο ίδιος ο Einstein ποτέ δεν απέδειξε γιατί πρέπει η ταχύτητα του φωτός να είναι σταθερή.)


Καμπύλες ακτινοβολίας μέλανος σώματος

Το τι σημαίνει μια σχέση να είναι κανονικοποιημένη (δηλ. να μην απειρίζεται) μπορούμε να το δείξουμε με ένα κλασσικό όσο και κατατοπιστικό παράδειγμα: το πρόβλημα της λεγόμενης υπεριώδους καταστροφής (ultraviolet catastrophe). Πρόκειται για ένα πρόβλημα της ακτινοβολίας του μέλανος σώματος η λύση του οποίου οδήγησε στη γέννηση της κβαντικής θεωρίας. Όπως φαίνεται στο παραπάνω σχήμα, η κλασσική θεωρία προέβλεπε ότι η ακτινοβολία θα απειριζόταν για μικρά μήκη κύματος (αντίστροφα μεγάλες συχνότητες), σύμφωνα με μια σχέση της μορφής

E = kT

όπου Ε η ενέργεια του μέλανος σώματος, Τ η θερμοκρασία του, και k η σταθερή του Boltzmann. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ δεν είναι πως προκύπτει από την παραπάνω ενεργειακή σχέση εκείνη για την ακτινοβολία του μέλανος σώματος (η κλασσική σχέση των Rayleigh- Jeans). Η ουσία είναι πως πρόκειται για μια σχέση η οποία απειριζόταν για μεγάλες συχνότητες, όπως και η προηγούμενη κλασσική σχέση για την ενέργεια του μέλανος σώματος απειριζόταν για μεγάλες θερμοκρασίες.

Η τροπή παραδείγματος έλαβε χώρα όταν ο Plank ‘παίζοντας’ με στατιστικούς τύπους κατέληξε σε ένα τύπο για την ενέργεια του μέλανος σώματος που έδινε ένα πεπερασμένο αποτέλεσμα ακόμη και για μεγάλες συχνότητες. Για την ιστορία θα παραθέσω τη σχέση του Plank και για σύγκριση με την προηγούμενη κλασσική σχέση



Η βασική διαφορά με τον κλασσικό τύπο είναι ότι η ενέργεια εξαρτάται και από τη συχνότητα. Όσο αυξάνει η θερμοκρασία τόσο αυξάνει και η συχνότητα με αποτέλεσμα η ενέργεια να παραμένει μέσα σε ανεκτά όρια και η υπεριώδης καταστροφή να αποφεύγεται. Από την άλλη μεριά σε χαμηλές συχνότητες (μεγάλα μήκη κύματος) η σχέση απλά αναπαράγει την κλασσική σχέση των Rayleigh- Jeans. Επομένως η σχέση είναι φραγμένη (κανονικοποιημένη όπως θα λέγαμε μαθηματικά) και για μεγάλες και για μικρές τιμές της θερμοκρασίας.

Υπενθυμίζω πως αυτή η μικρή μετατροπή στον τύπο που έδινε την ενέργεια μέσα σε ένα μέλαν σώμα οδήγησε από την κλασσική φυσική στην κβαντική φυσική. Μήπως με έναν ανάλογο τρόπο μια διαφοροποίηση της σχέσης του Einstein E = mc2 θα οδηγήσει από την κβαντική φυσική και τη θεωρία της σχετικότητας σε κάτι νέο, όπου η αιτιότητα θα γίνει κατανοητή με έναν άλλο τρόπο; Το πέρασμα από την παλιά κλασσική θεωρία στη νέα κβαντική θεωρία έγινε μέσα από τη θερμοδυναμική του μέλανος σώματος. Μήπως και η διάδοχος της κβαντικής θεωρίας θα αναδυθεί και αυτή μέσα από τη θερμοδυναμική ενός άλλου μέλανος σώματος, της μαύρης τρύπας; (όπως διαπιστώθηκε πρόσφατα από τον Steven Hawking οι μαύρες τρύπες ακτινοβολούν ενέργεια).

Πράγματι, οι θεωρίες της λεγόμενης κβαντικής βαρύτητας, οι οποίες επιχειρούν να ενοποιήσουν την κβαντική θεωρία με τη γενική σχετικότητα, προσπαθούν να αναλύσουν και να μαθηματικοποιήσουν αρχές και σχέσεις που έχουν να κάνουν με τη θερμοδυναμική των μαύρων οπών. Μια από αυτές τις αρχές είναι και η λεγόμενη ολογραφική αρχή. Αυτή η αρχή μας δίνει απλά τη δυνατότητα να περιγράψουμε μια μαύρη τρύπα από το τι συμβαίνει στα ‘τοιχώματά’ της (ορίζοντας συμβάντος), χωρίς να χρειάζεται να μπούμε στο εσωτερικό της (πράγμα μάλλον αδύνατο). Πώς άραγε θα μπορούσε να περιγραφεί η συμπεριφορά του φωτός ακριβώς εκείνη τη στιγμή που ακτινοβολείται ή διαφεύγει από τον ορίζοντα συμβάντος μιας μαύρης τρύπας; Πόσος χρόνος παρέρχεται από τη στιγμή που εκπέμψουμε έναν παλμό φωτός προς τον ορίζοντα συμβάντος μιας μαύρης τρύπας εωσότου αυτό το φως ίσα καταφέρει να επιστρέψει πίσω σε εμάς; Αν κοντά σε μια μαύρη τρύπα αυτός ο χρόνος γίνεται άπειρος και εφόσον το φως που στείλαμε καταφέρει οριακά να διαφύγει από τη μαύρη τρύπα και να επιστρέψει σε εμάς, σημαίνει αυτό άραγε ότι το φως έτρεξε πίσω σε εμάς ακαριαία;

Αν αυτός ο παραπάνω απλός συλλογισμός σχετικά με τη συμπεριφορά του φωτός κοντά σε ένα μέλαν σώμα (όπως μια μαύρη τρύπα) επεκταθεί σε όλα τα αντικείμενα (ουσιαστικά μέλαν σώμα είναι οποιοδήποτε αντικείμενο απορροφά και επανεκπέμπει ακτινοβολία βρισκόμενο σε κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας) τότε θα αναρωτιόμασταν αν το φως αντανακλάται (δηλαδή επανεκπέμπεται) ακαριαία από τις επιφάνειες των αντικειμένων ή αν χρειάζεται κάποιο χρόνο. Αν δηλαδή ένα αντικείμενο χρειάζεται έναν χρόνο αντίδρασης (αδράνειας θα λέγαμε) για να απορροφήσει και να επανεκπέμψει (αυτό που ονομάζουμε αντανάκλαση) το φως που του στείλαμε, τότε στην ταχύτητα του φωτός όπως την μετράμε συμπεριλαμβάνεται και αυτός ο χρόνος αδράνειας του αντικειμένου. Αν αυτός ο χρόνος είναι μηδέν τότε η ταχύτητα του φωτός είναι c. Αν όμως αυτός ο χρόνος δεν είναι μηδενικός τότε θα πρέπει να συνυπολογιστεί στην ταχύτητα του φωτός, οπότε η ταχύτητα του φωτός μπορεί να γίνει άπειρη αν αυτός ο χρόνος αδράνειας γίνει άπειρος (όπως π.χ. κοντά σε μια μαύρη τρύπα).

Η έννοια ενός χρόνου αδράνειας στην ανταλλαγή πληροφορίας (όπως είναι και το φως) κατά την αλληλεπίδραση σωμάτων είναι μια έννοια μάλλον απούσα από τη σύγχρονη βιβλιογραφία. Εξαίρεση αποτελεί ένα site που βρήκα στο internet και το οποίο ασχολείται με τη λεγόμενη relational quantum gravity, το link του οποίου παραθέτω στο τέλος. Επίσης, στο τέλος παραθέτω και ένα link σχετικά με κάποιους δικούς μου υπολογισμούς για το πώς θα μπορούσαμε να υπολογίσουμε την ταχύτητα του φωτός λαμβάνοντας υπόψη και τον χρόνο αδράνειας. Η έννοια του χρόνου αδράνειας ίσως είναι λίγο- πολύ δική μου ανακάλυψη, ωστόσο, έτσι ή αλλιώς, θα μπορούσε να καλύψει ένα μεγάλο κενό στη σύγχρονη φυσική σε ότι αφορά την αρχή της αιτιότητας, χωρίς κάποιος να χρειαστεί να την καταργήσει. Οι μαθηματικές και διανοητικές μου δυνάμεις με εγκαταλείπουν κάπου εδώ. Προσωπικά πιστεύω ότι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ο άνθρωπος θα ξεπεράσει και αυτό το φράγμα που σχετίζεται με την ταχύτητα του φωτός, αφού η φύση δεν έβαλε ποτέ κάποια πινακίδα ταχύτητας μέσα στο σύμπαν ούτε και κάποιον αστυνόμο να μας γράψει αν την υπερβούμε. Τα όποια όρια τα βάζουμε εμείς στους εαυτούς μας!
==================

3/5/11

Κβαντική αθανασία


Υπάρχει ζωή μετά θάνατο; Η λογική λέει πως κάτι τέτοιο θα είναι αδύνατο, αφού με το θάνατο παύουν να υφίστανται οι βιολογικές λειτουργίες, επομένως και όλες οι εγκεφαλικές λειτουργίες που έχουν να κάνουν με τη συνείδηση. Το παράδοξο ωστόσο είναι πως όλοι οι λαοί, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, διέθεταν κάποιες τελετές που να συνδέονται με κάποια μετά θάνατο ζωή. Επίσης, υπάρχουν, ακόμα και στις μέρες μας, δοξασίες οι οποίες έχουν να κάνουν είτε με την κόλαση και τον παράδεισο, είτε με άλλες θεωρίες, όπως η μετενσάρκωση, κοκ. Εκτός αυτού, πέρα από το συλλογικό επίπεδο, έχουν κατά καιρούς αναφερθεί διάφορες προσωπικές ‘εμπειρίες’ σχετικά με κάποια μετά θάνατο ζωή ή έναν ‘άλλο κόσμο,’ όπως η εξωυλική εμπειρία και άλλες παρόμοιες καταστάσεις.

Πρόκειται άραγε για κάποια βαθύτερη και ασυνείδητη γνώση του ανθρώπου σχετικά με κάποια άγνωστη κατάσταση ύπαρξης, γνώση η οποία έχει περάσει μέσα από τους μύθους και τις παραδόσεις των λαών, και η οποία αναδύεται μέσα από τα όνειρα, την ύπνωση, ή άλλες καταστάσεις ‘μειωμένης,’ θα λέγαμε, εγρήγορσης; Ή τελικά πρόκειται για ψευδαισθήσεις; Σε κάθε περίπτωση, θα κρατήσω τον όρο που προανέφερα ‘άγνωστες καταστάσεις ύπαρξης’ και θα συνεχίσω τη συζήτηση σε ένα, ας το πούμε, ποιο ‘σύγχρονο’ περιεχόμενο, μέσα στα πλαίσια, δηλαδή, της σύγχρονης επιστήμης και ειδικότερα της θεωρίας των παράλληλων κόσμων και αυτού που έχει ονομαστεί ‘κβαντική αθανασία.’

Στην κβαντική μηχανική, η κβαντική αυτοκτονία (αν και προσωπικά προτιμώ τον όρο κβαντική αθανασία) είναι ένα νοητικό πείραμα, παραλλαγή εκείνου με τη γάτα του Schrödinger, που προτάθηκε ανεξάρτητα από τους Hans Moravec το 1987 και Bruno Marchal το 1988 και αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Max Tegmark το 1998. Προσπαθεί να κάνει τη διάκριση ανάμεσα στην ερμηνεία της Κοπεγχάγης και την ερμηνεία των πολλών κόσμων του Everett, σχετικά με τον τρόπο κατανόησης του κόσμου μέσα από την κβαντομηχανική. [1] Η διαφορά, με λίγα λόγια, ανάμεσα στις δύο ερμηνείες είναι η εξής: Σύμφωνα με την ερμηνεία της Κοπεγχάγης, το παρατηρούμενο σύστημα βρίσκεται σε μια κατάσταση ‘υπέρθεσης’ όταν δεν παρατηρείται και αποκτά συγκεκριμένη πραγματική υπόσταση μόνο τη στιγμή που θα το παρατηρήσουμε. Από την άλλη μεριά, η ερμηνεία των πολλών κόσμων λέει ότι όλες οι πιθανές καταστάσεις του συστήματος είναι πραγματικές, λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα, αλλά εμείς θα αντιληφθούμε μόνο μία από αυτές τις καταστάσεις να πραγματώνεται εξαιτίας της συγκεκριμένης μας παρατήρησης. Σε ό,τι αφορά το νοητικό πείραμα του Tegmark, ο ίδιος το περιγράφει ως εξής:

Πρόκειται για μια συσκευή συνδεδεμένη με ένα ‘κβαντικό πιστόλι’ έτσι ώστε κάθε φορά που πατιέται η σκανδάλη αυτή μετράει το z- spin ενός σωματιδίου (το spin του μπορεί να είναι είτε ‘πάνω’ ή ‘κάτω’ κατά μήκος ενός άξονα z). Αν το αποτέλεσμα είναι ‘κάτω’ το πιστόλι ρίχνει μια σφαίρα, ενώ αν το αποτέλεσμα είναι ‘πάνω’ κάνει απλά έναν ήχο ‘κλικ’… Ο πειραματιστής τοποθετεί πρώτα ένα σάκο με άμμο μπροστά από το πιστόλι και λέει στο βοηθό του να πατήσει τη σκανδάλη δέκα φορές. Όλοι προβλέπουν ότι θα ακούσει μια τυχαία σειρά από πυροβολισμούς ή ήχους ‘κλικ.’ Τώρα λέει στο βοηθό να επαναλάβει το πείραμα και να βάλει το κεφάλι του μπροστά από ένα βαρέλι. Αυτή τη φορά ο βοηθός θα είναι είτε ζωντανός ή νεκρός μετά το πρώτο πάτημα της σκανδάλης. Σύμφωνα ωστόσο με την ερμηνεία των πολλών κόσμων, η πρόβλεψη είναι ότι θα ακούσει ‘κλικ’ με 100% βεβαιότητα. Περιστασιακά, για να βεβαιωθεί ότι η συσκευή δουλεύει, μπορεί να βγάζει το κεφάλι του από μπροστά οπότε και θα ακούει πού και πού το πιστόλι να εκπυρσοκροτεί. [2]

Η ουσία της παραπάνω περιγραφής είναι ότι σύμφωνα με την ερμηνεία των πολλών κόσμων εφόσον όλα τα ενδεχόμενα συμβαίνουν μαζί ο βοηθός του προηγούμενου παραδείγματος θα βγαίνει συνεχώς ζωντανός σε κάποιον παράλληλο κόσμο έτσι ώστε αυτός ποτέ δε θα ακούσει το πιστόλι να εκπυρσοκροτεί. Το παράδοξο ωστόσο είναι ότι κάποια στιγμή θα δει τον άλλο που συμμετέχει στο πείραμα νεκρό, γιατί και ο άλλος, ο οποίος δεν έχει βάλει τη σκανδάλη στο κεφάλι του, θα δει τον βοηθό του να τα ‘τινάζει’… Η όλη ιστορία θυμίζει εκείνη της ρώσικης ρουλέτας, σε μια κβαντική εκδοχή εδώ. Ο φυσικός Vaidman θεώρησε ότι δεν έχει πλέον νόημα να παίξει κάποιος ένα παιχνίδι κβαντικής ρωσικής ρουλέτας αφού θα υπάρχει τουλάχιστον ένας παράλληλος κόσμος όπου είτε ο ένας ή ο άλλος δεν θα χάνει. Η ουσία δηλαδή είναι ότι κάποιος δεν θα μπορέσει να παρατηρήσει ποτέ τον κόσμο στον οποίο πεθαίνει και αυτό γιατί όλες οι πιθανότητες εκδηλώνονται ταυτόχρονα. Ο Moravec άλλωστε θεώρησε το παράδειγμα όπου κάποιοι επιστήμονες δεν καταφέρνουν ποτέ να θέσουν σε λειτουργία έναν επιταχυντή σωματιδίων επειδή κάθε φορά που προσπαθούν κάτι συμβαίνει και τους σταματάει. Πρότεινε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί αν ο επιταχυντής επρόκειτο να καταστρέψει με μιας τη Γη. [3]

Πέρα από τα όποια παράδοξα προκύπτουν, το κατά πόσο η έννοια της κβαντικής αθανασίας μπορεί να προσφέρει μια σαφέστερη και πληρέστερη κατανόηση σε σχέση με κάποια άγνωστη κατάσταση ύπαρξης, με άλλα λόγια, σχετικά με κάποιου είδους μετά θάνατο ζωή, δεν το γνωρίζω. Πάντως, θα άξιζε, πιστεύω, τον κόπο να σκεφτούμε τι μπορεί να σημαίνει ‘κατάσταση ύπαρξης,’ πόσο ‘υπάρχουμε’ ή πόσο έχουμε συνείδηση της ύπαρξής μας στην παρούσα ζωή, και πόσα άλλα ‘επίπεδα ύπαρξης’ θα μπορούσαν να υπάρχουν, σε ένα συλλογικό ή ακόμα και ατομικό επίπεδο. Επίσης, θεωρώ πως η έννοια της συνείδησης κατέχει ένα σημαντικό ρόλο. Μπορεί, για παράδειγμα, ένας άνθρωπος ή η ψυχή του να συνεχίσει να υπάρχει μετά θάνατο αν έχει απολεστεί η προσωπική συνείδηση; Μπορεί κάτι να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και αν δεν έχει γνώση του ότι υπάρχει; Ή μήπως πρόκειται πλέον για μια αλλαγή κατάστασης συνείδησης; Όπως και να έχει, προσωπικά θεωρώ πως δεν έχει τόση σημασία η ατομική ύπαρξη. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η ‘διατήρηση της ενέργειας,’ η αναπαραγωγή, η διαιώνιση, και οι συλλογικές διαδικασίες μέσα στο σύμπαν. Με αυτήν την έννοια, η όποια ‘μετά θάνατο’ ζωή, η αλλαγή κατάστασης ύπαρξης, θα έχει να κάνει περισσότερο με την συνέχιση της ιστορίας ολόκληρου του σύμπαντος, παρά ενός μεμονωμένου ανθρώπου. Οψόμεθα!
======