2/25/12

Μέρα και Νύχτα

Day and Night, M.C.Escher (1938)

Η "κανονική διαίρεση του επιπέδου" ( regular division of the plane) είναι ένα θέμα το οποίο επανέρχεται τακτικά στη ζωγραφική του M.C.Escher. Πρόκειται για ένα είδος "ποσοτικοποίησης του χώρου-χρόνου του καμβά" που ο ζωγράφος επιτυγχάνει όχι χρησιμοποιώντας συντεταγμένες ή διανύσματα αλλά πραγματικά αντικείμενα, όπως ανθρώπους, ψάρια, σαύρες και πουλιά. Ο Escher είχε μια βαθύτερη γνώση των μαθηματικών και της γεωμετρίας, καθώς στη ζωγραφική του αναζήτησε μαθηματικές συμμετρίες και αναπαραστάσεις, το σχεδιασμό "αεικίνητων μηχανών" και τη φυσική αναπαράσταση οπτικών παραδόξων. 

Ένας από τους πίνακες στον οποίον εφαρμόζει την τεχνική του είναι ο προηγούμενος "Μέρα και Νύχτα." Χαρακτηριστικές είναι οι συμπληρωματικές μορφές που μοιάζουν να βγαίνουν η μία μέσα από την άλλη. Η αντίθεση τονίζεται με την εναλλαγή του άσπρου και μαύρου χρώματος: Οι λευκές πάπιες μοιάζουν να βγαίνουν μέσα από τις μαύρες προς την αντίθετη κατεύθυνση, γεμίζοντας με το σχήμα τους τον πίνακα. Επίσης, τα σχήματα χάνουν την ανεξάρτητη πραγματική τους υπόσταση, καθώς οι πάπιες μοιάζουν να γεννιούνται από τα άσπρα και μαύρα τετράγωνα του δαπέδου, ώσπου, παραμορφώμενες διαδοχικά, γίνονται ένα με αυτό. Η αντίθεση είναι συμμετρική στις δύο άκρες του πίνακα: Στη μια πλευρά το ποτάμι, το κάστρο, ο ανεμόμυλος, οι βάρκες και τα υπόλοιπα κτίσματα είναι λευκά, ενώ στην άλλη άκρη του πίνακα τα ίδια σχήματα είναι μαύρα. Αυτή η αντίθεση που επιτυγχάνει ο Escher με την τεχνοτροπία του δημιουργεί μια απώλεια της κοινής αίσθησης της πραγματικότητας και φέρνει το θεατή σε επαφή με ένα βαθύτερο επίπεδο ταύτισης. 

Ο ίδιος, σχετικά με τον πίνακα και την τεχνική του, μας λέει:

"Πολύ πριν ανακαλύψω στην Alhambra μια οικειότητα με τους Μαυριτανούς στην κανονική διαίρεση του επιπέδου, είχα αναγνωρίσει αυτό το ενδιαφέρον σε μένα. Στην αρχή δεν είχα καμμιά ιδέα για αυτήν τη δυνατότητα κατασκευής των σχημάτων μου. Δεν γνώριζα κανέναν "βασικό κανόνα" και προσπάθησα, χωρίς σχεδόν να ξέρω τι έκανα, να ταιριάξω μεταξύ τους συμπληρωματικά σχήματα στα οποία προσπαθούσα να δώσω τη μορφή ζώων... Η εμπειρία μου δίδαξε ότι οι μορφές των πουλιών και των ψαριών είναι οι πιο υποσχόμενες για το παιχνίδι της κανονικής διαίρεσης του επιπέδου. Η μορφή ενός πουλιού που πετά έχει ακριβώς τη σωστή γωνία, καθώς οι προεξοχές και τα περιθώρια που αφήνει δεν είναι ούτε πολύ έντονα ούτε πολύ αμυδρά. Επιπλέον, έχει ένα χαρακτηριστικό σχήμα, από πάνω και από κάτω, από μπροστά και από το πλάι... Αυτή η τόσο συναρπαστική προοπτική της διαίρεσης του επιπέδου... Η δυναμική ισορροπία ανάμεσσα στα σχήματα... οδήγησε στη δημιουργία πολλών αντιγράφων. Εκεί είναι που η αναπαράσταση των αντιθέτων κάθε είδους προκύπτει. Γιατί δεν οδηγείται άραγε κάποιος με τρόπο φυσικό σε ένα θέμα όπως το Μέρα και Νύχτα από τη διπλή λειτουργία των μαύρων και λευκών μοτίβων; Είναι νύχτα όταν το λευκό, ως αντικείμενο, εμφανίζεται πάνω στο μαύρο υπόβαθρο, και μέρα όταν οι μαύρες μορφές εμφανίζονται πάνω στο λευκό."



2/14/12

Περιστρεφόμενο Σύμπαν



Μια από τις πιο συναρπαστικές και σχετικά πρόσφατες ανακαλύψεις στο χώρο της κοσμολογίας είναι η διαστολή του σύμπαντος. Δηλαδή, ότι το σύμπαν όχι μόνο επεκτείνεται αλλά ότι αυτή η επέκταση γίνεται με ένα επιταχυνόμενο ρυθμό. Αν η διαστολή του σύμπαντος γινόταν με σταθερή ταχύτητα, αυτό απλά θα σήμαινε ότι από τη στιγμή του λεγόμενου Big Bang μέχρι σήμερα το σύμπαν θα είχε συνεχίσει να επεκτείνεται λόγω της ίδιας της αδράνειάς του, όπως για παράδειγμα τα υπολείμματα ενός μπαλονιού που σκάει (αγνοώντας τη βαρυτική έλξη). Όμως, το γεγονός ότι η διαστολή του σύμπαντος γίνεται με επιταχυνόμενο ρυθμό υπονοεί μια δύναμη η οποία κάνει τα επιμέρους τμήματα του σύμπαντος να απομακρύνονται μεταξύ τους με έναν ολοένα και αυξανόμενο ρυθμό. Αυτό το γεγονός είναι πράγματι παράξενο. Πρώτον, γιατί αυτή η δύναμη μοιάζει εξωτική, καθώς έχει τα χαρακτηριστικά «αντιβαρύτητας.» Δεύτερον, γιατί η διαστολή αυξάνει όλο και περισσότερο καθώς απομακρυνόμαστε από την αρχή, που σημαίνει ότι αυτή η δύναμη θα έχει έναν μη τοπικό χαρακτήρα καθώς μοιάζει να είναι πανταχού παρούσα.

Αυτού του είδους η συμπαντική διαστολή αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις άλυτους γρίφους της σύγχρονης φυσικής και έχει συσχετιστεί με τη λεγόμενη «σκοτεινή» ενέργεια (ή ενέργεια κενού), ότι και αν σημαίνει ο όρος. Μαθηματικά περιγράφεται μέσα από τις εξισώσεις πεδίου της γενικής σχετικότητας του Einstein, και συμβολίζεται με το γράμμα Λ. Ο ίδιος ο Einstein στην αρχή απέρριψε το Λ από τις λύσεις του θεωρώντας ένα στατικό σύμπαν, θεώρηση που αργότερα χαρακτήρισε ως ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματά του.

Μια ακόμη μακροσκοπική παρατήρηση σχετικά με το σύμπαν είναι η ομοιογένειά του. Με άλλα λόγια το σύμπαν μοιάζει το ίδιο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν το κοιτάξουμε, σε κοσμολογική κλίμακα. Αυτή η ομοιογένεια ερμηνεύεται μέσω της επιταχυνόμενης διαστολής που συνέβηκε σε ένα στάδιο στην ιστορία του σύμπαντος μετά το Big Bang, και πριν το σύμπαν κρυώσει όταν δημιουργήθηκαν οι διάφοροι γαλαξίες, ήλιοι και πλανήτες. Πώς είναι όμως δυνατό το σύμπαν να διαστέλλεται με επιταχυνόμενο ρυθμό αν δεν υπάρχει κάποιο «κέντρο αντιβαρύτητας,» αντίστοιχο με την έννοια ενός βαρυτικού κέντρου. Γιατί αν δεν υπάρχει ένα τέτοιο κέντρο, τότε το κάθε σημείο του σύμπαντος θα πρέπει ακαριαία να γνωρίσει με τι ρυθμό θα πρέπει να διασταλεί.

Έτσι δημιουργήθηκε η έννοια ενός περιστρεφόμενου σύμπαντος. Ο πρώτος που μαθηματικοποίησε ένα τέτοιο μοντέλο ήταν ο Kurt Gödel (1949), λύνοντας τις εξισώσεις πεδίου της γενικής σχετικότητας του Einstein με ανάλογο τρόπο (θεωρώντας μια ομογενή κατανομή περιστρεφόμενης ύλης και μια μη μηδενική κοσμολογική σταθερή). Η λύση του Gödel έχει απορριφθεί λόγω της παρατηρηθείσας ομοιογένειας που επικρατεί μέσα στο ορατό σύμπαν. Μήπως όμως αυτή η παρατηρούμενη ομοιογένεια είναι τελικά αποτέλεσμα της συμπαντικής περιστροφής; Ίσως ναι, ίσως όχι. Το γεγονός είναι πάντως ότι η έννοια της περιστροφής απλοποιεί πολύ τα πράγματα, καθώς αν η επιταχυνόμενη διαστολή του σύμπαντος οφείλεται σε μια φυγόκεντρη δύναμη, λόγω της περιστροφής του, τότε δεν χρειάζεται καμία «σκοτεινή ενέργεια» για την ερμηνεία αυτής της διαστολής. Επιπλέον, δίνει ένα κεντρικό σημείο αναφοράς, έναν άξονα περιστροφής, παρότι ακόμα κι αν αυτός υπάρχει είναι προς το παρόν δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο να βρεθεί.

Το περιστρεφόμενο σύμπαν του Gödel περιέχει εκτός από την έννοια του απόλυτου χώρου- χρόνου και ένα ακόμα παράδοξο: τις κλειστές χρονοειδείς καμπύλες. Αυτές είναι κοσμικές γραμμές στο χώρο-χρόνο τέτοιες ώστε ένα αντικείμενο που τις ακολουθεί να επιστρέφει πίσω στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε. Επειδή αυτές οι γραμμές δεν είναι μόνο χωρικές αλλά και χρονικές, είναι σαν να γυρνάει κάποιος πίσω στο παρελθόν του. Παρά τα παράδοξα που εγείρονται, όπως το γνωστό παράδοξο του παππού (grandfather paradox) έχουν προταθεί διάφοροι τρόποι «παράκαμψης» από αυτά τα παράδοξα χωρίς να επέρχεται παραβίαση της αιτιότητας. Επίσης, βασισμένες στις κλειστές χρονοειδείς γραμμές είναι και οι σκουληκότρυπες καθώς και ο κύλινδρος του Tippler:

Ο κύλινδρος του Tippler είναι μια υποθετική κατασκευή μεγάλης πυκνότητας και απείρου μήκους, που περιστρέφεται γύρω από τον επιμήκη άξονα. Αυτό το υποθετικό αντικείμενο θεωρείται ότι μπορεί να επιτρέψει το ταξίδι στο χρόνο και για αυτό έχει ονομαστεί χρονομηχανή του Tippler, καθώς αυτός ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε τη συγκεκριμένη χρησιμότητα αυτού του αντικειμένου (1974). Ο Stephen Hawking πάντως σε κείμενό του (1992) πιστεύει ότι κλειστές χρονοειδείς γραμμές δεν μπορούν να δημιουργηθούν, και έτσι ο κύλινδρος του Tippler δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ταξίδι στο χρόνο. Ίσως βέβαια τελικά να αποδειχθεί ότι, κάτω από κάποιες συνθήκες, μπορεί.

Η δυνατότητα ύπαρξης σκουληκότρυπων στη γενική σχετικότητα αποδείχθηκε πρώτα από τους Kip Thorne και Mike Morris (1988), ενώ στη συνέχεια θεωρήθηκαν και άλλα είδη τέτοιων κατασκευών. Το χαρακτηριστικό ενός τέτοιου αντικειμένου είναι ότι συνδέει δύο απόμακρα, κατά τ’ άλλα, σημεία στο σύμπαν αποκαθιστώντας μια γρήγορη μεταξύ τους επικοινωνία. Επίσης συνδέει δυο διαφορετικά σημεία στο χρόνο, έτσι ώστε θεωρητικά μια σκουληκότρυπα θα μπορούσε να αποτελέσει μια χρονομηχανή. Παρά τον πολλά υποσχόμενο χαρακτήρα τους, οι σκουληκότρυπες αποτελούν προς το παρόν άκρως εξωτικά αντικείμενα, καθώς τα ποσά ενέργειας που απαιτούνται για να «ανοίξουν» και να παραμείνουν ανοιχτές είναι τεράστια, κάνοντας την οποιαδήποτε ελπίδα για επαλήθευση της δυνατότητας ενός ταξιδιού στο χρόνο πολύ μακρινή. Εντούτοις, θα μπορούσαν να υπάρχουν έτοιμες σκουληκότρυπες στο σύμπαν από τη δημιουργία του. Σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει βέβαια πρώτα να ανακαλυφθούν.

Η πιθανότητα ενός περιστρεφόμενου σύμπαντος θέτει και άλλα ερωτήματα όπως αυτό που σχετίζεται με την αρχή του Mach: Ενώ η κίνηση με σταθερή ταχύτητα είναι σχετική, η κίνηση με επιτάχυνση (όπως στην περίπτωση της περιστροφής) είναι απόλυτη. Αυτό σημαίνει ότι ένας επιταχυνόμενος παρατηρητής ξέρει ότι επιταχύνεται μετρώντας με τα όργανά του τις μη αδρανειακές δυνάμεις που αναπτύσσονται πάνω του. Κατά αυτόν τον τρόπο δημιουργείται η έννοια ενός απόλυτου χώρου και χρόνου, κάτι που παρότι θα έβρισκε σύμφωνο τον Νεύτωνα, θα έκανε τον Mach να εξοργιστεί: «Απόλυτος χώρος και χρόνος ως προς τι; Ως προς το κέντρο περιστροφής του σύμπαντος; Αφού κάτι τέτοιο δεν υπάρχει,» θα μονολογούσε. Ή μήπως τελικά υπάρχει; Μήπως στην αρχή του χρόνου (και του χρόνου) υπάρχει ένα «κεντρικό σημείο,» ίσως μια υπερ- γιγάντια μαύρη τρύπα, από την οποία το σύμπαν ξεκίνησε, το κρατάει σε συνοχή, ενώ αυτό περιστρέφεται; Ή τίποτε από αυτά δεν ισχύει και το σύμπαν απλώς διαστέλλεται και συστέλλεται κατά περιόδους; Επίσης, εκτός από την ύπαρξη κάποιου κέντρου μέσα στο σύμπαν, και επομένως ενός απόλυτου συστήματος αναφοράς, τίθεται και το ζήτημα των κλειστών χρονοειδών καμπυλών. Αυτές θα επέτρεπαν τα ταξίδια στο χρόνο, με όλα τα λογικά παράδοξα τα οποία συνεπάγονται. Γιατί οι τρόποι που αυτήν τη στιγμή διαθέτουμε για να ξεπεραστούν αυτά τα παράδοξα, όπως για παράδειγμα η ερμηνεία των πολλών κόσμων του Everett, δημιουργούν περισσότερα παράδοξα από εκείνα που ήθελαν να λύσουν.



Περαιτέρω


Επίσης (από την Wikipedia)


2/7/12

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΑ ΜΙΜΙΔΙΑ: ΕΠΑΓΩΓΗ ΑΝΤΙ ΜΙΜΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Η έννοια του «μιμιδίου»

Ενώ τα γονίδια είναι λίγο- πολύ γνωστά, ελάχιστα είναι γνωστά τα μιμίδια. Ο όρος αυτός, που εισήχθηκε από τον Richard Dawkins το 1976 στο Εγωιστικό Γονίδιο, ορίζεται στο λεξικό της Οξφόρδης ως «ένα πολιτισμικό στοιχείο που θεωρείται ότι μπορεί να διαδοθεί με μη γενετικά μέσα, ιδιαίτερα τη μίμηση.» Υποψήφια μιμίδια περιλαμβάνουν: μια λέξη, πρόταση, σκέψη, πεποίθηση, μελωδία, επιστημονική θεωρία, εξίσωση, έναν φιλοσοφικό γρίφο, ένα θρησκευτικό τελετουργικό, μια πολιτική ιδεολογία, γεωργική πρακτική, μόδα, έναν χορό, ένα ποίημα, μια συνταγή για ένα γεύμα, μοντέλα αυτοκινήτων, τους υπολογιστές και τα κινητά τηλέφωνα. Προερχόμενο από την ελληνική λέξη μίμηση (και τη γαλλική λέξη même ή «το ίδιο»), ένα μιμίδιο υποτίθεται ότι αντιγράφεται από μυαλό σε μυαλό με τρόπο ανάλογο με ένα γονίδιο από σώμα σε σώμα.

Αναλογίες ανάμεσα στα μιμίδια και στα γονίδια

Τα μιμίδια υπόκεινται στη φυσική επιλογή με τη Δαρβινιστική έννοια. Η διαδικασία της φυσικής επιλογής απαιτεί τα στοιχεία της να είναι μονάδες κληρονομούμενης πληροφορίας που ελέγχουν την ύλη που κωδικοποιεί αυτήν την πληροφορία, και για την οποία υπάρχει με το χρόνο μια προτίμηση η οποία ξεπερνά κατά πολύ το ρυθμό της εγγενούς αλλαγής: «Η πληροφορία μπορεί να πολλαπλασιαστεί και να επεξεργαστεί από τη φυσική επιλογή μόνο αν η τελευταία επηρεάζει την πληροφορία κατά ένα μεγαλύτερο ποσοστό από τις ανταγωνιστικές διαδικασίες όπως η γενετική μετάλλαξη και απόκλιση» (Williams 1992). Η ύλη που κωδικοποιεί την πληροφορία που επιλέγεται μπορεί να είναι το DNA ή RNA, όπως με τα γονίδια και τις πρωτεΐνες, τα ηλεκτροχημικά νευρικά δίκτυα ή τις γραπτές γλώσσες, όπως με τα μιμίδια, ή τα μη βιολογικά ηλεκτρικά κυκλώματα, όπως με τους ιούς των υπολογιστών.

Οι μονάδες της φυσικής επιλογής πρέπει να έχουν γονιμότητα. Αυτές ή οι φορείς τους πρέπει «να είναι γόνιμες και να πολλαπλασιάζονται,» διαφορετικά θα υπάρχει μικρή μορφολογική ή συμπεριφοριστική αλλαγή στην επιλογή των μονάδων εξαιτίας της έλλειψης διαφορικών στοιχείων. Οι κληρονομήσιμες αλλαγές πρέπει να αντιγραφούν με υψηλή πιστότητα, έτσι ώστε να μοιάζουν μεταξύ τους περισσότερο απ’ ό,τι οι ανεξάρτητες μορφές. Μόνο τότε μπορούν να επιλέγονται επανειλημμένα ως ευνοϊκές ή να διαγράφονται ως αχρείαστες από τη φυσική επιλογή. Οι παραλλαγές της αντιγραφής πρέπει να είναι σχετικά μακρόβιες. Πρέπει να επιζήσουν τουλάχιστον αρκετά ώστε να παραγάγουν περισσότερα αντίγραφα από τις άλλες μορφές προκειμένου να συμβάλλουν σε διαφορική καταλληλότητα ή σε αναπαραγωγική επιτυχία.

Τέλος, τα στοιχεία της φυσικής επιλογής πρέπει να ανταγωνίζονται για την επιβίωσή τους πάνω σε σπάνιες πρώτες ύλες που τα διατηρούν σε ένα δεδομένο περιβάλλον (π.χ. τα κύτταρα, οι οργανισμοί, το μυαλό, η μνήμη των υπολογιστών, κλπ.), αλλιώς δεν θα υπάρχει πίεση για επιλογή.

Το εγωιστικό γονίδιο και το αλτρουιστικό μιμίδιο

Τα γονίδιά μας είναι, θα λέγαμε, μονάδες αναπαραγωγής του εαυτού μας. Με αυτήν την έννοια, είμαστε γενετικά εξοπλισμένοι με όλες τις σχετικές πληροφορίες για τον επιτυχή ανταγωνισμό, με άλλους τους άλλους μας, με σκοπό την επιβίωση και τη διαιώνιση των δικών μας γονιδίων. Κατ’ αναλογία, τα μιμίδια θα ανταγωνίζονται και αυτά μεταξύ τους για επικράτηση. Πολλές φορές, η επιτυχία της επικράτησης καθορίζεται όχι από την ισχύ και τη βία αλλά χάρη στη «διπλωματία.» Έτσι, η επιτυχημένη μετάδοση ενός μιμιδίου εξασφαλίζεται μέσα από διαδικασίες «πολιτισμένες» και όχι «κτηνώδεις.»

Υπάρχει επίσης μια νέα θεώρηση σχετικά με την αυταπάρνηση και τη φιλικότητα. Οι ευχάριστοι τύποι που είναι διαθέσιμοι και χρήσιμοι στους άλλους έχουν περισσότερες πιθανότητες να τους επηρεάσουν. Είναι «πηγές μιμιδίων.» Άνθρωποι εσωστρεφείς είναι «καταβόθρες μιμιδίων» που άλλα μιμίδια και οι φορείς τους αποφεύγουν. Οι πηγές μιμιδίων σκορπίζουν «μιμίδια αλτρουισμού» και άλλα καλά μιμίδια (π.χ. ανοχή) καθώς και κακά μιμίδια (π.χ. πίστη) που στηρίζονται πάνω στο αλτρουιστικό μιμίδιο. Τα κακά μιμίδια που στηρίζονται στο μιμίδιο του αλτρουισμού λέγεται ότι χρησιμοποιούν το «τέχνασμα της αυταπάρνησης» για να πετύχουν το σκοπό τους στα ανυποψίαστα μυαλά. Τα κακά θρησκευτικά μιμίδια ασπάζονται το αλτρουιστικό μιμίδιο και εισχωρούν σε μυαλά για να σχηματίζουν ένα μολυσματικό μιμιδιακό σύμπλεγμα (Dawkins 1993, Lynch 1996, Dennett 1997).

Οι Πλατωνικές ιδέες και τα μιμίδια

Ένα ενδιαφέρον θέμα είναι μια σύγκριση ανάμεσα στα μιμίδια και στις Πλατωνικές ιδέες. Για τον Πλάτωνα, οι ιδέες αποτελούσαν τις αναλλοίωτες παγκοσμιότητες του κόσμου, πάνω στις οποίες παράγονταν τα καθημερινά υλικά, ατελή, αντικείμενα. Για τους σύγχρονους μιμητιστές, οι ιδέες είναι μιμίδια, τα οποία είτε παράγονται από το μυαλό μέσα σε ένα δεδομένο πολιτισμικό περιβάλλον είτε προϋπάρχουν στο μυαλό ως αρχετυπικοί και διαχρονικοί μορφικοί σχηματισμοί. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση, τα μιμίδια είναι «αυτό- προσαρμοζόμενα,» δηλαδή ανθεκτικά κι ευέλικτα στις αλλαγές.

Παρότι οι πραγματικές κατασκευές σπανίως περιλαμβάνουν τέλεια τετράγωνα, τέτοιες (φαινοτυπικές) ατέλειες τείνουν να ακυρώνονται μακροπρόθεσμα επειδή ο υποκείμενος (γενοτυπικός) κώδικας είναι ακριβώς «αυτό- προσαρμοζόμενος:» αυτό που περνά στην αναμετάδοση είναι η ουσία του αντικειμένου, ενώ κάθε πραγματικό αντικείμενο είναι μια ατελής προσέγγιση.» Ο Πλάτωνας θα χαμογελούσε. «Κατ’ εμέ,» θεωρεί ο Dawkins, «η σχεδόν γενετική κληρονομιά της γλώσσας και των θρησκευτικών και παραδοσιακών εθίμων διδάσκει το ίδιο μάθημα.»

Όπως τα Πλατωνικά στερεά, έτσι κι άλλες μη μαθηματικές αλλά διαφορετικής φύσης δομές, όπως η γλώσσα, με τη μορφή ενός εξελιγμένου τρόπου μετάδοσης πληροφορίας, φαίνεται να διαθέτουν ένα αρχετυπικό περιεχόμενο, το οποίο ξετυλίγεται κατά την, προφορική και γραπτή, χρήση της γλώσσας, η οποία μοιάζει να βασίζεται και να καθοδηγείται, σε κάποιο βαθμό, από αυτό το περιεχόμενο.

Το έργο του ανθρώπου που μαθαίνει τη γλώσσα δεν είναι να μιμηθεί και να συνεπάγει. Είναι να χρησιμοποιήσει την επιφανειακή μορφή των προτάσεων για να εξετάσει τη δυνατότητα εφαρμογής προϋπαρχουσών και παρατηρησιακά «αόρατων» συντακτικών δομών, όπως η μεταβατική φραστική δομή και οι ενσωματωμένες σχέσεις αντικειμένου- υποκειμένου (Chomsky 1986).

Μίμηση και δημιουργικότητα

Από την άποψη της μιμιτικής δεν υπάρχει αληθινή μίμηση χωρίς αναπαραγωγή, και αντιστρόφως. Το σημείο κλειδί για τη μίμηση δεν είναι ότι προκαλεί ή αποσπά ή παράγει ή αναπαράγει τις πληροφορίες. Μάλλον, τόσο προκαλεί την αναπαραγωγή όσο και παρέχει τις πληροφορίες για την αναπαραγωγή της. Η διαδικασία της μίμησης προκαλεί την αναπαραγωγή συμπεριλαμβάνοντας, ως μέρος της πληροφορίας που παρέχει, οδηγίες για την αντιγραφή της πληροφορίας. Αυτό συνεπάγεται ότι η πληροφορία που μεταφέρεται από έναν αναπαραγωγό (replicator) περιέχει πάντα τις οδηγίες για την αντιγραφή αυτών των οδηγιών. Το σχέδιο δόμησης ενσωματώνει τον οικοδόμο.

Είμαστε ολοένα και περισσότερο μάρτυρες μιας γρήγορης και παγκόσμιας εξάπλωσης ανώνυμων ηλεκτρονικών μηνυμάτων που οι περισσότεροι από εμάς θα προτιμούσαμε να μην υπάρχουν αλλά που δεν μπορούμε να τα αποφύγουμε. Αυτό ενισχύει κατά πολύ το συναίσθημα ότι αυτά τα μηνύματα είναι αυθαίρετα, ενεργά, επιθετικά και ζωντανά. Πιστεύω ότι αυτό το συναίσθημα είναι μια παραίσθηση. Οι ιδέες δεν αναπαράγονται ούτε αντιγράφονται στο μυαλό. Δεν φωλιάζουν ούτε αποικίζουν τα μυαλά, και γενικά δεν διαδίδονται από μυαλό σε μυαλό με τη μίμηση. Είναι τα μυαλά που παράγουν και δημιουργούν τις ιδέες. Τα μυαλά κτίζουν ορισμένες επικοινωνίσιμες πτυχές των ιδεών που παράγονται, και αυτές οι πτυχές ενεργοποιούν ή ανασύρουν ιδέες σε άλλα μυαλά μέσω της επαγωγής και όχι της μίμησης.

Εντούτοις, το μεγαλύτερο μέρος της υψηλής πιστότητας επικοινωνίας προκύπτει μέσω της επαγωγής παρά της μίμησης. Θεωρείστε την απλή πρόταση που εκφράζεται από τη δήλωση, «οι γάτες κυνηγούν τα πουλιά.» Όταν διαβάζετε την δήλωση δεν έχετε την πρόταση να επαναλαμβάνεται στο μυαλό σας. Αυτό συμβαίνει ακόμα κι αν το περιεχόμενο στο οποίο η δήλωση εκφράζεται είναι όσο πιο φτωχό γίνεται. Η αποκωδικοποίηση της συντακτικής δομής μιας έκφρασης δεν είναι το τέλος μιας συνηθισμένης διαδικασίας επικοινωνίας, αλλά μόνο η αρχή. Με το πού αποκωδικοποιηθούν συντακτικά, τα σημασιολογικά στοιχεία μιας πρότασης ανακτώνται με τρόπους που «αυτόματα» ενεργοποιούνε ένα πλούσιο σύνολο εννοιολογικών δομών. Αυτές οι δομές εν μέρει είναι έμφυτες και εν μέρει ενισχύονται μέσω της προσωπικής εμπειρίας και της προϋπάρχουσας μαρτυρίας τους από άλλες δομές.

Mιμιδιακή έκρηξη

Για την ψυχολόγο Susan Blackmore (1999), ο ανθρώπινος εγκέφαλος, η γλώσσα και ο εαυτός εξελίχθηκαν επειδή έδωσαν πρώτιστα πλεονέκτημα στα μιμίδια και όχι στα γονίδια. Ο εγκέφαλος μεγάλωσε προκειμένου να λειτουργήσει ως μια ολοένα καλύτερη μηχανή αντιγραφής για τα μιμίδια. Εξελίχθηκε σαν ένας γενετικός τηλέτυπος κτισμένος και ελεγχόμενος από τα μιμίδια. Ομοίως, η γλώσσα επιλέχτηκε για τη μετάδοση των μιμιδίων. Η γλώσσα εξελίχθηκε σαν μια γενετική τηλεφωνική γραμμή που κτίστηκε για την επικοινωνία των μιμιδίων. Ο εαυτός, επίσης, δημιουργήθηκε από τα μιμίδια και για την αντιγραφή τους. Το «Εγώ,» με την ψευδαίσθησή του περί ελεύθερης βούλησης, είναι στην πραγματικότητα ένα οχυρό των μιμιδίων για την άμυνά τους ενάντια στην εκτόπισή τους από μάζες ατρόμητων ανταγωνιστών που εισβάλλουν από το γειτονικό κοινωνικό περιβάλλον.

Όπως τα γονίδια, τα μιμίδια μπορούν να περάσουν υποθετικά «κάθετα» από το γονέα στο παιδί: για παράδειγμα, στη θρησκευτική πρακτική της περιτομής. Τα μιμίδια μπορούν επίσης να αντιγραφούν «οριζόντια» από πρόσωπο σε πρόσωπο- μεταξύ ομοίων ή από τους ηγέτες στους ακόλουθους- όπως η έννοια του μιμιδίου καθαυτού. Στο εξελικτικό μας παρελθόν, όταν η επικρατούσα μετάδοση ήταν κατά πολύ κάθετη, ενώ η οριζόντια ήταν περιορισμένη σε μερικά πολιτισμικά κατασκευάσματα, η επικράτηση των μιμιδίων εξαρτιόταν σχεδόν αποκλειστικά από την καταλληλότητα του πληθυσμού που τα φιλοξενούσε. Με τη γλώσσα, οι υπολογιστικές δυνατότητες της οριζόντιας μετάδοσης εκτινάχθηκαν.

Μόλις η νέα, ταχύτερη εξέλιξη των μιμιδίων ξεκίνησε, δεν ήταν πλέον υποταγμένη στον παλαιότερο, αργό ρυθμό της γενετικής εξέλιξης, ή καν δεσμευμένη από εκείνη. Τα μιμίδια θα μπορούσαν ακόμη και να εξοντώσουν τους φορείς τους αν τους δινόταν ο χρόνος και τα μέσα για να μεταδοθούν σε νέα θύματα πριν από την καταστροφή του φορέα, όπως στις ιστορικά γνωστές περιπτώσεις των θρησκευτικών ή πολιτικών μαρτυρίων. Με το διαδίκτυο και την παγκοσμιοποίηση της μετάδοσης πληροφορίας, ο εξελικτικός ρυθμός της μιμιδιακής μεταβολής φαίνεται να βρίσκεται άλλη μια φορά στα πρόθυρα της εκθετικής αύξησης, με απρόβλεπτες εξελικτικές συνέπειες. Τώρα υπάρχει ακόμα λιγότερη πίεση στα μιμίδια να εγγυηθούν τη φυσική επιβίωση των εγκεφάλων, καθώς ολοένα και μεγαλύτερη μιμιδιακή δραστηριότητα μεταφέρεται από τη βιόσφαιρα στον κυβερνοχώρο.

Προς μια επιστήμη της μιμητικής

Στο The Extended Phenotype ο Dawkins φάνηκε να υποχωρεί από την ισχυρή υπεράσπιση μιας επιστήμης της μιμητικής σχετικά με το μυαλό και τον πολιτισμό: «η κύρια αξία της βρίσκεται όχι τόσο στο να καταλάβουμε τον ανθρώπινο πολιτισμό όσο στο να ακονίσουμε την αντίληψη σχετικά με τη γενετική φυσική επιλογή» (1982). Σε ένα πρόσφατο δοκίμιο, ο ίδιος (1999) αποδίδει στον Dennett (1995) και στην Blackmore (1999) ένα μεγάλο μέρος της ανανεωμένης πίστης του στη «δυνατότητα ότι το μιμίδιο θα μπορούσε μια μέρα να αναπτυχθεί σε μια κατάλληλη υπόθεση του ανθρώπινου μυαλού»- δυνατότητα που φαίνεται τώρα προσιτή.

Μια γενική θεωρία της εξέλιξης των αντιγράφων υπό τη φυσική επιλογή απαιτεί: γονιμότητα και διαφοροποίηση, κληρονομικότητα και υψηλή πιστότητα, μακροζωία και προσαρμοστικότητα, ανταγωνιστικότητα για τους πόρους που ενισχύουν την επιβίωση. Όποτε όλοι αυτοί οι αλληλένδετοι παράγοντες είναι παρόντες, σε οποιοδήποτε περιβάλλον όπου οι νόμοι της αιτιότητας και της θερμοδυναμικής ισχύουν, διαφορετικές σειρές των αυτο- αντιγραφόμενων μορφών μπορούν να εξελιχθούν από μια ή μερικές αρχικές μορφές. Καθώς οι νέες μορφές εξελίσσονται, έτσι γίνεται και με τα περιβάλλοντα στα οποία οι μορφές συνεχώς προστίθενται και προσαρμόζονται. Η πολιτισμική εξέλιξη των ιδεών (μιμίδια), συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών που προκαλούνται από τις ιδέες σχετικά με τα γνωστικά και κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία οι ιδέες προσαρμόζονται, φαίνεται ότι αποτελεί τη σωστή εικόνα.

Αν και η σχέση των μιμιδίων με τα γονίδια είναι μια σχέση αναλογίας, είναι μια μεταφορά όπως ήταν η αναλογία των Rutherford-Bohr του ατόμου με το ηλιακό σύστημα στην αρχή του περασμένου αιώνα. Η ίδια η αναλογία μιμιδίων-γονιδίων έχει σκοπό να λειτουργήσει σαν ένα ερευνητικό πρόγραμμα που θα οδηγήσει ενδεχομένως σε μια επιστήμη της «μιμητικής,» όπως η αναλογία ατόμου- ηλιακού συστήματος χρησιμοποιήθηκε από αρκετούς επιστήμονες ως υπόθεση εργασίας για να βοηθήσει στην ενοποίηση των φυσικών διαδικασιών στο μικροσκοπικό (π.χ. ηλεκτρομαγνητισμός) και στο μακροσκοπικό (π.χ. βαρύτητα) επίπεδο. Το πρώτο στάδιο της μιμητικής, τότε, είναι να διευκρινιστεί αν και πώς η αναλογία ανάμεσα στα μιμίδια και στα γονίδια στέκει κάτω από έναν επαληθεύσιμο έλεγχο. Αν η αναλογία μπορεί να είναι πληροφορικά συνεχής, τότε πρέπει να είναι σε θέση να προβλέψει αξιόπιστα τις σημαντικές και εκπληκτικές επιστημονικές ανακαλύψεις σχετικά με συγκεκριμένες αιτιακές δομές. Σε αντίθετη περίπτωση, όπως με το πλανητικό μοντέλο του ατόμου, θα πρέπει τελικά να απορριφθεί ως επιστημονική έρευνα. Ακόμα και έτσι, η αναλογία μπορεί να διατηρηθεί ως παιδαγωγική συσκευή, η οποία θα μπορούσε να εισάγει τους αμύητους σε ένα πεδίο που θα έχει αναπτυχθεί, εν μέρει, από τις αποτυχημένες προσπάθειες να κατασταθεί η αναλογία πληροφορική.