1/16/13

Σύσταση της Διάνοιας

Οι «νόμοι της Σκέψης» αποτελούν εργασία του George Boole πάνω στην άλγεβρα και στη λογική. Η μαθηματικοποίηση, γενικότερα ποσοτικοποίηση, του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί όχι απλά η φύση αλλά, περισσότερο, η ίδια η σκέψη μας, οδηγεί σε μια βαθύτερη και ακριβέστερη κατανόηση του κόσμου και του εαυτού μας. Όπως ο ίδιος ο Boole επισημαίνει, τα μαθηματικά δεν είναι απαραίτητα η γλώσσα της αλήθειας την οποία χρησιμοποιεί η φύση για να εκπληρώσει τις λειτουργίες της και να πετύχει τους σκοπούς της. Πρώτα απ’ όλα είναι μια ανθρώπινη εφεύρεση. Αλλά η αρμονία και η αντικειμενικότητα που βρίσκονται πίσω από τη γλώσσα των μαθηματικών ίσως αποκαλύπτουν μια βαθύτερη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, η οποία βασίζεται σε μια αναλογία του εσωτερικού ανθρώπινου διανοητικού κόσμου με τα εξωτερικά πραγματικά φαινόμενα. Αυτή η σχέση αποκαθίσταται με τις διαδικασίες της ανθρώπινης διάνοιας και με τη μέθοδο της λογικής επαγωγής. Ακόμα, δηλαδή, και αν η αλήθεια του κόσμου βρίσκεται πέρα από τη σφαίρα της ανθρώπινης αντίληψης, η λογική προσεγγίζει αυτήν την αλήθεια, καθιστώντας την για τον άνθρωπο ολοένα και πιο οικεία. Με αυτόν τον τρόπο ερχόμαστε πιο κοντά σε έννοιες όπως «μονάδα,» «Θεός,» «αγαθό,» «ομορφιά,» «ιδανικό,» ακόμα κι αν αυτές οι έννοιες είναι αναγκαιότητες της ανθρώπινης σκέψης και όχι αναλλοίωτες, αρχετυπικές «ιδέες» μέσα στον κόσμο. Έτσι, ο άνθρωπος, σιγά- σιγά, ανακαλύπτοντας και ερμηνεύοντας τον κόσμο ο οποίος τον περιβάλλει αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η σκέψη του λειτουργεί, ανέρχεται στα σκαλοπάτια της εξέλιξης, περνώντας από το στάδιο των ενστίκτων, των δεισιδαιμονιών και της μεταφυσικής, στη συναίσθηση, στον ορθολογισμό και στην επιστήμη, χωρίς ωστόσο να χάσει απαραίτητα τη «μαγεία» που κρύβει μέσα της η βαθύτερη και πολλές φορές ιδιόμορφη λειτουργία της ίδιας του της σκέψης.

Στη συνέχεια, ο Boole αναλύει την έννοια του συστήματος, σύμφωνα με την οποία ένα σύστημα μπορεί να λειτουργεί απρόσκοπτα, όταν δεν υφίστανται πάνω του «εξωτερικές» παρεμβολές, και σύμφωνα με μία θεωρούμενη εγγενή ηθική τάξη:

«Αυτό που εννοώ ως σύσταση ενός συστήματος είναι το σύνολο των αιτιών και τάσεων που παράγουν τον παρατηρούμενο χαρακτήρα του, όταν λειτουργεί, χωρίς παρεμβολές, κάτω από τις συνθήκες στις οποίες το σύστημα θεωρείται ότι προσαρμόζεται. Η κρίση μας σχετικά με τη συγκεκριμένη προσαρμογή πρέπει να θεμελιωθεί με μια μελέτη πάνω στις συνθήκες στις οποίες το σύστημα επιτυγχάνει την πιο απρόσκοπτη δράση, παράγει τα πιο αρμονικά αποτελέσματα, ή ικανοποιεί με κάποιον άλλο τρόπο το φαινόμενο σχέδιο κατασκευής του. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες γνωρίζουμε σαφώς τα αίτια από τα οποία εξαρτάται η λειτουργία του συστήματος, καθώς και τις συνθήκες και τον τελικό σκοπό του. Αυτό είναι το πιο τέλειο είδος γνώσης σχετικά με το θέμα υπό εξέταση. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες γνωρίζουμε ελλιπώς ή εν μέρει τις αιτίες, αλλά είμαστε σε θέση, ωστόσο, να καθορίσουμε σε κάποιο βαθμό τους νόμους της δράσης τους, και, πέραν τούτου, να ανακαλύψουμε τις γενικές τάσεις, και να συμπεράνουμε τον τελικό σκοπό.

Έτσι, πιστεύω ότι σωστά συμπεράναμε ότι υπάρχει μια ηθική τάξη στη φύση μας, όχι επειδή μπορούμε να κατανοήσουμε τα ειδικά μέσα με τα οποία λειτουργεί, όπως συνδέουμε ένα όργανο με τη λειτουργία της όρασης, ούτε γιατί οι άνθρωποι συμφωνούν στη θέσπιση παγκόσμιων κανόνων δεοντολογίας· αλλά επειδή καθώς, σε κάποια μορφή, το συναίσθημα της ηθικής αποδοχής ή απόρριψης εκδηλώνεται παντού, τείνει, οπουδήποτε υπάρχει ανθρώπινη πρόοδος, οπουδήποτε η κοινωνία δεν είναι στάσιμη ή παρακμάζουσα, να συνοδεύει ορισμένες κατηγορίες δράσης, ομόφωνα, και κατά τρόπο που δείχνει τόσο τη μονιμότητα όσο και τη νομιμότητα. Πάντα και παντού η εκδήλωση της τάξης αποτελεί τεκμήριο, πράγματι, μη μετρήσιμο, αλλά πραγματικό, σε ό,τι αφορά την εκπλήρωση ενός σκοπού ή την εύρεση ενός τέλους, και την ύπαρξη μιας βάσης για την αιτιότητα.»

Κάποιοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι η νοημοσύνη στον άνθρωπο είναι ένα προϊόν τυχαίας εξέλιξης. Αυτοί, βέβαια, που διαφωνούν, ισχυρίζονται ότι η πιθανότητα μιας τέτοιας συμπτωματικής εκδήλωσης είναι απειροελάχιστη. Τείνουν, μάλιστα, να θεωρήσουν ότι μόνο μια πρωταρχική υπέρτατη διάνοια θα μπορούσε να δημιουργήσει το φυσικό κόσμο, και, κατά συνέπεια, την ανθρώπινη νοημοσύνη. Ο Boole, ωστόσο, προτιμά να ακολουθήσει μια ενδιάμεση οδό. Ούτε η σύμπτωση, σύμφωνα με αυτόν, μπορεί να οδηγήσει στην ανθρώπινη διάνοια, ούτε η ύπαρξη μιας υπέρτατης διάνοιας μπορεί να εξηγήσει τις ιδιαιτερότητες και τη μοναδικότητα της ανθρώπινης σκέψης. Για αυτό, όπως επισημαίνει, η αναζήτηση της αλήθειας από τον άνθρωπο, ενώ αυτός παρασύρεται από την παρατήρηση του εξωτερικού κόσμου, θα πρέπει παράλληλα να συνοδεύεται από τη μελέτη της ίδιας της εσωτερικής του φύσης και πραγματικότητας:

«Η ιδιαίτερη ερώτηση σχετικά με τη σύσταση της διάνοιας έχει, αναντίρρητα, προσελκύσει ευρηματικές ερμηνείες σε κάθε εποχή. Γιατί όχι μόνο απευθύνεται στην επιθυμία της γνώσης για την οποία οι μεγαλύτεροι δάσκαλοι της αρχαίας σκέψης πίστευαν ότι είναι έμφυτη στο είδος μας, αλλά επιπλέον προσθέτει στο προηγούμενο κίνητρο την ώθηση του ανθρώπινου και προσωπικού ενδιαφέροντος. Μια πραγματική αφοσίωση στην αλήθεια είναι, πράγματι, σπάνια υποκειμενική στους στόχους της, αλλά ενώ περιπλανάται στα πεδία της εξωτερικής παρατήρησης, δεν ξεχνά τη μελέτη των ίδιων των λειτουργιών μας. Ακόμη και στις πιο υλιστικές περιόδους, ένα μέρος της σκέψης ήταν στραμμένο στον εσωτερικό κόσμο, και η επιθυμία να κατανοήσουμε αυτό από το οποίο όλα τα υπόλοιπα γίνονται κατανοητά απλά υπήρξε συγκεχυμένη προκειμένου να ανανεωθεί.»

Με αυτόν τον τρόπο θεμελιώνεται η πειραματική βάση της σύγχρονης επιστήμης και τεκμηριώνεται η φύση της επιστημονικής αλήθειας. Η γνώση του ανθρώπου για τον κόσμο, σύμφωνα με τον Boole, στηρίζεται στα θεμελιώδη γεγονότα της επιστημονικής αλήθειας, και της ανθρώπινης διάνοιας γενικότερα, ότι είμαστε να θέση να συνάγουμε από τα επιμέρους γεγονότα της εμπειρίας τα γενικά συμπεράσματα της επιστήμης επειδή έχουμε την έμφυτη ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε την τάξη:

«Συνεπώς η αναγκαιότητα μιας πειραματικής βάσης για όλη τη θετική γνώση, σε σχέση με την ύπαρξη και τον ιδιόμορφο χαρακτήρα αυτού του συστήματος διανοητικών νόμων, αρχών και λειτουργιών, στις οποίες στράφηκε η προσοχή, τείνει να ρίξει φως σε ορισμένες σημαντικές ερωτήσεις από τις οποίες ο κόσμος της υποθετικής σκέψης είναι ακόμη σε μεγάλο βαθμό χωρισμένος. Πώς, από τα συγκεκριμένα γεγονότα που παρουσιάζει η εμπειρία, καταλήγουμε στις γενικές προτάσεις της επιστήμης; Ποια είναι η φύση αυτών των προτάσεων; Πρόκειται απλά για συλλογές της εμπειρίας, ή το μυαλό παρέχει κάποια δική του συνδετική αρχή; Με λίγα λόγια, ποια είναι η φύση της επιστημονικής αλήθειας, και ποιες είναι οι βάσεις της πεποίθησης με την οποία ισχυρίζεται ότι μπορεί να αποκτηθεί;

Όταν από ένα μεγάλο αριθμό παρατηρήσεων του πλανήτη Άρη ο Κέπλερ συμπέρανε ότι η τροχιά του είναι έλλειψη, το συμπέρασμα ήταν μεγαλύτερο από τις υποθέσεις του, ή από όλες τις υποθέσεις που η απλή παρατήρηση θα μπορούσε να προσφέρει… Ποιο άλλο στοιχείο, επομένως, είναι απαραίτητο να δώσει μια εγκυρότητα με προοπτική σε τέτοιες γενικεύσεις; Είναι η εγγενής δυνατότητα της φύσης μας να εκτιμούμε την τάξη, και η επακόλουθη υπόθεση, όποια κι αν είναι η προέλευσή της, ότι τα φαινόμενα της φύσης είναι συνδεδεμένα με μια αρχή τάξης. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, οι γενικές αλήθειες της φυσικής επιστήμης δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτηθούν… Η ασφάλεια της ισχύος της γνώσης συνίσταται σε αυτό, ότι οσοδήποτε κι αν τέτοια συμπεράσματα αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα τη σύσταση της φύσης, η πίστη μας στην αλήθεια τους λαμβάνει απεριόριστη επιβεβαίωση, και σύντομα δεν ξεχωρίζει από τη βεβαιότητα.

Σύγχρονοι γνωστοί συγγραφείς έχουν διαβεβαιώσει ότι όλη η συλλογιστική προχωράει ανάμεσα από ιδιαίτερες αλήθειες. Αναφέρουν ως παράδειγμα ότι το συμπέρασμα που προκύπτει από μια ιδιότητα των μελών ενός συνόλου δεν είναι αρκετό για να καταλήξει κάποιος στο γενικό συμπέρασμα που βεβαιώνει ότι όλα τα μέλη του συνόλου κατέχουν την ιδιότητα από κοινού… Τώρα είτε αυτό ισχύει ή όχι, αυτή η αρχή της τάξης ή αναλογίας με βάση την οποία διεξάγεται ο συλλογισμός πρέπει να δηλωθεί ή να γίνει κατανοητή σαν μια γενική αλήθεια, για να δώσει εγκυρότητα στο τελικό συμπέρασμα. Με αυτήν τη μορφή, τουλάχιστον, η αναγκαιότητα γενικών προτάσεων ως η βάση της επαγωγής επιβεβαιώνεται.»

Το γεγονός ότι ένα συμπέρασμα μπορεί να είναι μεγαλύτερο από τις αντίστοιχες υποθέσεις, θυμίζει την περίπτωση ενός συνόλου που είναι μεγαλύτερο από τα μέρη τα οποία το απαρτίζουν. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι αυτό το σύνολο περιέχει εκτός από τα μέρη που το αποτελούν και την επιπλέον ενέργεια της σύνδεσης μεταξύ αυτών των τμημάτων, όπως τουλάχιστον την κάνει ο άνθρωπος. Ωστόσο, πολλοί έχουν αμφισβητήσει το ενδεχόμενο οι κανόνες της επαγωγής να αρκούν από μόνοι τους να συλλάβουν, πέρα από τις αιτιακές σχέσεις των μερών, την έννοια ενός συνόλου. Σε αυτήν την περίπτωση, σύμφωνα, με τους ίδιους, η ανθρώπινη σκέψη βασίζεται σε αναλλοίωτες και προϋπάρχουσες μορφές, ή αρχέτυπα, που καθοδηγούν τη σκέψη προς τη συνειδητοποίηση αναπόφευκτων, αιώνιων «αληθειών.» Από την άλλη μεριά, βρίσκονται εκείνοι που λένε ότι και τα λεγόμενα αρχέτυπα είναι προϊόντα μεμονωμένα της σκέψης, μορφές δηλαδή που προκύπτουν από τη διαδικασία της επαγωγής και οι οποίες, ως εκ τούτου, είναι καταδικασμένες να είναι ατελείς. Για τον Boole, η αλήθεια βρίσκεται πάλι κάπου στη μέση. Χαρακτηριστικά αναφέρει το παράδειγμα των γεωμετρικών σχημάτων. Ο κύκλος, ως ένα «τέλειο» γεωμετρικό σχήμα, δεν υπάρχει στη φύση. Εντούτοις, εμείς οι άνθρωποι φανταζόμαστε την αντίστοιχη φυσική διαδικασία, την οποία και, κατά κάποιον τρόπο, «τελειοποιούμε» μέσα στη σκέψη μας. Με αυτόν τον τρόπο, καθώς προσεγγίζουμε μια φυσική διαδικασία που από μόνη της δεν είναι «τέλεια,» κτίζουμε την «αλήθεια» και δημιουργούμε χάρη στη σκέψη μας μια έννοια για την τελειότητα, και μια ιδέα πιο ιδανική από τη φύση του φαινομένου που αρχικά θελήσαμε να εξηγήσουμε. Με παρόμοιο τρόπο κτίζουμε και τις φυσικές θεωρίες. Παρατηρούμε φαινόμενα, και, βασισμένοι στις εμπειρίες μας από ανάλογα περιστατικά, θεωρούμε φυσικούς νόμους που να ισχύουν, αν όχι για όλα τα φαινόμενα, για την ευρύτερη κατηγορία των παρόμοιων φαινομένων:

«Αλλά εκτός από τις γενικές προτάσεις που προκύπτουν με επαγωγή από τα σωρευμένα γεγονότα της εμπειρίας, υπάρχουν άλλες που ανήκουν στο χώρο αυτού που ονομάζεται αναγκαία αλήθεια… Η ερώτηση που αφορά τη φύση και την προέλευσή τους είναι πολύ παλιά, και καθώς είναι πιο στενά συνδεδεμένη με την έρευνα σχετικά με τη σύσταση της διάνοιας από κάθε άλλη ερώτηση που υπαινιχθήκαμε, δεν είναι άτοπο να τη θεωρήσουμε εδώ. Ανάμεσα στις γνώμες οι οποίες επικράτησαν σχετικά με το θέμα είναι οι εξής. Έχει θεωρηθεί ότι προτάσεις της κατηγορίας που αναφέραμε υπάρχουν στη σκέψη ανεξάρτητα από την εμπειρία, και ότι οι αντιλήψεις που σχετίζονται με αυτές είναι τα αποτυπώματα αιώνιων αρχετύπων. Με βάση αυτά τα αρχέτυπα, ιδωμένα να διαθέτουν μια πραγματικότητα τέτοια ώστε όλα τα αντικείμενα της αίσθησης να είναι μόνο μια σκιά ή μια αμυδρή εντύπωση, ο Πλάτωνας διακόσμησε τον ιδεατό κόσμο του.

Από την άλλη μεριά, κάποιοι έχουν ισχυριστεί ότι τα θέματα αυτών των προτάσεων είναι αντίγραφα ξεχωριστών αντικειμένων της εμπειρίας· ότι πρόκειται για απλά ονόματα· ότι είναι μεμονωμένα αντικείμενα της εμπειρίας· και ότι οι προτάσεις που σχετίζονται με αυτά, εξαιτίας της ατέλειας αυτών των αντικειμένων, είναι μόνο εν μέρει αληθείς· τέλος, ότι είναι προϊόντα του πνεύματος που σχηματίζονται με την αφαίρεση από την αντίληψη ξεχωριστών πραγμάτων, αλλά σχηματίζονται με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνουν, αυτό που τα μεμονωμένα πράγματα δεν μπορούν ποτέ να γίνουν, θέματα της επιστήμης, δηλαδή θέματα σχετικά με το ποιες ακριβείς και γενικές προτάσεις μπορούν να κατοχυρωθούν.

Τώρα αν η τελευταία από τις παραπάνω απόψεις θεωρηθεί (γιατί δεν προτείνεται να εξετάσουμε ούτε το καθαρά ιδεατό ούτε την καθαρά νομιναλιστική άποψη) και αν διερευνηθεί ποια είναι, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, τα αληθή αντικείμενα της επιστήμης, τα αντικείμενα σε σχέση με τα οποία οι προτάσεις της είναι αληθείς χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο λάθους, γίνεται αντιληπτό ότι μόνο μία απάντηση μπορεί να δοθεί. Ότι ούτε τα μεμονωμένα αντικείμενα της εμπειρίας ούτε οι διανοητικές εικόνες που προκύπτουν, μπορούν να διεκδικήσουν αυτήν την αξίωση.

Φαίνεται σίγουρο ότι ούτε στη φύση ούτε στην τέχνη έχουμε ποτέ συμφωνήσει με το γεωμετρικό ορισμό μιας ευθείας γραμμής, ή ενός τριγώνου, ή ενός κύκλου, παρότι η απόκλιση από αυτά τα σχήματα ίσως να μην μπορεί να εκτιμηθεί από τις αισθήσεις· και μπορεί να θεωρηθεί τουλάχιστον αμφίβολο, αν μπορούμε να σχηματίσουμε μια τέλεια διανοητική εικόνα, ή έννοια, για την οποία να υπάρχει ομόφωνη συμφωνία. Αλλά δεν είναι αμφίβολο ότι τέτοιου είδους απόψεις, όσο κι αν είναι ατελείς, οδηγούν σε κάτι πέρα από αυτές τις ίδιες, σε μια σταδιακή προσέγγιση κατά την οποία κάθε ατέλεια τείνει να εξαφανιστεί. Παρόλο που το τέλειο τρίγωνο, ή τετράγωνο ή κύκλος, δεν υπάρχουν στη φύση, ξεπερνάνε κάθε δύναμη αναπαράστασης από την αντίληψή μας, και αντιπροσωπεύονται στη σκέψη μας, σαν το όριο μιας απροσδιόριστης διαδικασίας αφαίρεσης. Ωστόσο, χάρη σε μια αξιοθαύμαστη λειτουργία της αντίληψης, μπορεί να γίνουν το αντικείμενο προτάσεων που είναι απολύτως αληθείς. Το βασίλειο της λογικής έτσι μας αποκαλύπτεται ως μεγαλύτερο από εκείνο της φαντασίας…

Σε κάποιο βαθμό, οι ίδιες παρατηρήσεις μπορούν να εφαρμοστούν και στις φυσικές επιστήμες. Αυτό που αποκαλείται από αυτές τις επιστήμες ως «θεμελιώδεις έννοιες,» όπως η δύναμη, η πολικότητα, η  κρυστάλλωση, κλπ., δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνομαι, ούτε πνευματικά προϊόντα ανεξάρτητα από την εμπειρία, ούτε απλά αντίγραφα των εξωτερικών πραγμάτων· αλλά ενώ, από τη μία πλευρά, έχουν ένα αναγκαίο προηγούμενο στην εμπειρία, από την άλλη πλευρά χρειάζονται για το σχηματισμό τους τη δράση της δύναμης της αφαίρεσης, υπακούοντας σε κάποια γενική λειτουργία ή προδιάθεση της φύσης μας, η οποία πάντα μας ωθεί προς την έρευνα, και μας καθιστά κατάλληλους για την κατανόηση της τάξης. Έτσι μελετάμε κατά προσέγγιση τις επιπτώσεις της βαρύτητας στις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, με αναφορά στην περιοριστική παραδοχή ότι οι πλανήτες είναι τέλειες σφαίρες ή σφαιροειδή. Καθορίζουμε προσεγγιστικά τη διαδρομή μια ακτίνας φωτός μέσα στην ατμόσφαιρα, με μια διαδικασία αφαίρεσης όλων των επιδράσεων της θερμοκρασίας. Και αυτή είναι η τάξη της διαδικασίας σε όλα τα υψηλότερα επίπεδα της ανθρώπινης γνώσης.»

Αν η λογική μας ενώνει τον εξωτερικό κόσμο με τον εσωτερικό κόσμο της διάνοιας, τότε θα έχει να αντιμετωπίσει δυο σειρές νόμων σε ισχύ: τους «εξωτερικούς,» φυσικούς νόμους, και τους «εσωτερικούς,» λογικούς νόμους του συστήματος της σκέψης. Αν συνδέσουμε τους φυσικούς νόμους με την «αλήθεια,» τότε μπορούμε να συνδέσουμε τους νόμους της σκέψης με κάποια «αναγκαιότητα.» Έτσι, η παρεμβολή των απόλυτων αληθειών του σύμπαντος πάνω στην αναγκαιότητα των ανθρώπινων σκέψεων, μπορεί να προκαλέσει αυτό που ονομάζεται λογικό σφάλμα. Αλλά ενώ η απόλυτη υπαγωγή της ανθρώπινης σκέψης στις αλήθειες του σύμπαντος θα την αποστερούσε από κάθε ελευθερία, η αναγνώριση της ανεξάρτητης αναγκαιότητάς της, παρότι την καθιστά πολλές φορές «σφαλερή,» δεν τις στερεί, εντούτοις, το δικαίωμά της να υπάρχει. Ο Boole θεωρεί ότι η αποκατάσταση αυτής της σύνδεσης ανάμεσα στον κόσμο της ανθρώπινης σκέψης και στο φυσικό κόσμο μπορεί να επιτευχθεί, λογικά, φιλοσοφικά, αλλά και μαθηματικά:

«Αυτό που είναι τώρα αξιοσημείωτο σε σχέση με αυτές τις διαδικασίες της διανόησης είναι η τάση, και η αντίστοιχη ικανότητα, να προχωράμε από τις ατελείς αναπαραστάσεις της αίσθησης και τις διαφορές της υποκειμενικής εμπειρίας στην κατανόηση γενικών, και πιθανώς αμετάβλητων αληθειών. Όπου αυτή η τάση και αντίληψη ενώνονται, κάθε σειρά συνδεδεμένων περιστατικών στη φύση μπορεί να προσφέρει τη νύξη για μια τάξη πιο ακριβή από εκείνη την οποία εκδηλώνουν άμεσα. Γιατί μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση και ευκαιρία για την άσκηση εκείνων των δυνάμεων των οποίων ο σκοπός είναι η κατανόηση των γενικών αληθειών, οι οποίες πράγματι γίνονται φανερές, αλλά ποτέ με τέλεια πιστότητα, σε έναν κόσμο μεταβλητών φαινομένων.

Αν, επομένως, οι νόμοι της έγκυρης συλλογιστικής ίσχυαν γενικά, θα υπήρχε ένας πολύ στενός παραλληλισμός μεταξύ των λειτουργιών της διανόησης και της εξωτερικής φύσης. Η υπαγωγή σε νόμους μαθηματικούς στη μορφή και στην έκφρασή τους, ακόμα και η απόλυτη υπαγωγή, θα έδινε και στις δύο σειρές έναν κοινό χαρακτήρα. Η κυριαρχία της αναγκαιότητας πάνω στον πνευματικό και στο φυσικό κόσμο θα ήταν παρόμοια πλήρης και παγκόσμια… Αλλά ενώ η παρατήρηση της εξωτερικής φύσης μαρτυρεί με ατράνταχτα στοιχεία το γεγονός, ότι η ομοιομορφία της λειτουργίας και η σταθερή υπαγωγή σε εφαρμοσμένους νόμους επικρατεί σε ολόκληρο το βασίλειό της, αντίθετα, και η παραμικρή προσοχή στις διαδικασίες του διανοητικού κόσμου μάς αποκαλύπτει μια άλλη διάσταση των πραγμάτων. Οι μαθηματικοί νόμοι της συλλογιστικής είναι, κανονικά, οι νόμοι της σωστής συλλογιστικής μόνο, και η πραγματική υπέρβασή τους είναι ένα μονίμως επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Το λάθος, το οποίο δεν έχει καμία θέση στο φυσικό σύστημα, καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος εδώ. Πρέπει να το δεχθούμε αυτό ως ένα από εκείνα τα ύστατα γεγονότα, η καταγωγή του οποίου βρίσκεται πέρα από το χώρο της επιστήμης για να προσδιοριστεί.

Καθώς η διάκριση που τονίστηκε είναι πραγματική, παραμένει ανεπηρέαστη από οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα των απόψεών μας σχετικά με άλλους τομείς της πνευματικής σύστασης. Αν θεωρούμε το πνεύμα ελεύθερο, και αυτή είναι προφανώς η άποψη σύμφωνα με το γενικό πνεύμα αυτών των εικασιών, η ελευθερία του πρέπει να ιδωθεί σε αντιπαράθεση με το βασίλειο της αναγκαιότητας, και όχι σύμφωνα με την ύπαρξη μιας δίκαιης υπεροχής της αλήθειας. Η νόμοι της ορθής επαγωγής μπορεί να παραβιάζονται, αλλά δεν υπάρχουν λιγότερο με αυτήν την έννοια. Εξίσου παραμένουν ανεπηρέαστοι στο χαρακτήρα και στην αυθεντία τους αν η υπόθεση της αναγκαιότητας στην ακραία της μορφή υιοθετηθεί.

Έστω ότι οι νόμοι της ορθής συλλογιστικής… αποτελούν μόνο ένα μέρος του συστήματος των νόμων από τους οποίους η πραγματική διαδικασία της συλλογιστικής, είτε σωστά ή λάθος, διέπεται. Έστω ότι αν αυτό το σύστημα μας ήταν γνωστό στην πληρότητά του, θα έπρεπε να αντιληφθούμε ότι η όλη πνευματική διαδικασία θα ήταν αναγκαία, ακόμη και στο βαθμό που οι κινήσεις του ανόργανου κόσμου είναι απαραίτητες. Και έστω τέλος, ως συνέπεια αυτής της υπόθεσης, ότι τα φαινόμενα της λανθασμένης συλλογιστικής, όπου και αν εμφανίζονται, οφείλονται στην παρεμβολή άλλων νόμων με εκείνους των οποίων η σωστή συλλογιστική είναι το προϊόν. Δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αυτή η περίσταση θα έδινε στους εν λόγω νόμους έναν χαρακτήρα διάκρισης και υπεροχής. Δεν θα μπορούσαν παρά να υποδεικνύουν έναν τελικό σκοπό, ο οποίος δεν εκπληρώνεται πάντα, να διαθέτει μία αυθεντία εγγενή και ορθή, αλλά χωρίς να απαιτεί πάντα την υπαγωγή σε αυτόν.

Τώρα μια απλή θεώρηση μπορεί να δείξει ότι δεν υπάρχει τίποτε ανάλογο με αυτό στον κόσμο των φυσικών νόμων. Το βασίλειο της ανόργανης φύσης δεν επιδέχεται ούτε προτιμήσεις ούτε διακρίσεις. Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε κανένα μέρος των νόμων της από τα υπόλοιπα… Αντίθετα, όλοι οι νόμοι της φαίνεται να είναι συντονισμένοι, και όσο μεγαλύτερη είναι η οικειότητά μας μαζί τους, τόσο περισσότερο αναγκαία φαίνεται η συντονισμένη τους δράση για την αρμονία, και, στο βαθμό της κατανόησής μας, για το γενικό σχέδιο του συστήματος… Μία εξήγηση μόνο αυτών των γεγονότων μπορεί να δοθεί, δηλαδή, ότι η διάκριση ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος, υπάρχει στη διαδικασία της διάνοιας, αλλά όχι στο χώρο μιας φυσικής αναγκαιότητας. Καθώς προχωράμε από τα χαμηλότερα επίπεδα της ανόργανης ύπαρξης προς τον υψηλότερο βαθμό της συνειδητής σκέψης, αυτή η αντίθεση σταδιακά μας αποκαλύπτεται.

Και πάλι, αυτές οι τελεολογικές προσαρμογές με τις οποίες, χωρίς τον οργανικό τύπο να θυσιάζεται, τα είδη προσαρμόζονται σε νέες συνθήκες ή περιβάλλοντα,- επιτυγχάνονται, πάραυτα, όχι χάρη στη προφανή μοιραία δύναμη των εξωτερικών συνθηκών, αλλά χάρη σε μια παρορμητική εσωτερική ενέργεια. Η ζωή σε όλες τις μορφές της μπορεί έτσι να αντιπαρατεθεί με την παθητική στερεοτυπία της ανόργανης φύσης. Αλλά στο μέτρο που η τελειότητα των τύπων με τους οποίους εκδηλώνεται υλικά έχει σε κάποιο βαθμό ιδανικό χαρακτήρα, στο μέτρο που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την ύψιστη ελλοχεύουσα μεγαλειότητα των μορφών και των προσαρμογών, η αντίθεση φαίνεται λιγότερο εδώ σε σχέση με εκείνη που υπάρχει ανάμεσα στις διανοητικές διεργασίες και σε εκείνες του καθαρά υλικού κόσμου. Γιατί ο καθορισμένος και τεχνικός χαρακτήρας των μαθηματικών νόμων από τους οποίους και οι δυο διέπονται, φέρνει στο προσκήνιο τη θεμελιώδη διαφορά στο είδος της αυθεντίας, το οποίο με την ισχύ τους εξασκούν αντίστοιχα.»

Ποιοι είναι άραγε αυτοί οι «άλλοι» νόμοι, οι οποίοι μπορεί να συγκρουστούν με τους νόμους της αναγκαιότητας της ανθρώπινης συλλογιστικής και να την αναγκάσουν να θεωρήσει πως υπέπεσε σε κάποιο λογικό ή ηθικό σφάλμα; Ίσως πρόκειται για τους φυσικούς ή μαθηματικούς νόμους του σύμπαντος, διαχρονικές και αναλλοίωτες αλήθειες στις οποίες ο άνθρωπος τόσο πνευματικά όσο και σωματικά θα πρέπει να υπόκειται. Θα πρόκειται δηλαδή για μια προσωπική πάλη του ανθρώπου απέναντι στις βουλές της φύσης, και ενάντια προς τις όποιες δικές του επιθυμίες ή φιλοδοξίες. Αλλά το πιο ενδιαφέρον εδώ είναι η προοπτική ότι αυτοί οι απόλυτοι νόμοι δεν προέρχονται αποκλειστικά «από έξω,» αλλά ότι μπορεί κάλλιστα να προκύψουν από ένα διαφορετικό, δεύτερο επίπεδο λειτουργίας της ίδιας της σκέψης μας. Ίσως δηλαδή πρόκειται για μία ηθική διάσταση της ανθρώπινης σκέψης, ανεξάρτητη, ως ένα βαθμό, από τη λογική, η οποία αντιπαραβάλλει τις δικές της αξίες απέναντι στα όποια ορθά συμπεράσματα της λογικής. Έτσι, όχι μόνο ανοίγεται μπροστά μας η βαθύτερη προοπτική της πλήρους αρμονίας μας με τον κόσμο και με τους φυσικούς νόμους, αλλά επιπλέον δημιουργείται κι ένα είδος ευθύνης εκπλήρωσης αυτών των νόμων, σ' ένα ηθικό επίπεδο, ως μια υποχρέωσή μας απέναντι στην ίδια μας τη φύση που τους παρήγαγε.

Αυτή η ηθική διάσταση της ανθρώπινης σκέψης μαρτυρείται και στα τελεολογικά ερωτήματα του ανθρώπου, σχετικά με την ύπαρξη, τον προορισμό, αλλά και τον ορισμό του «ορθού βίου.» Συνδυάζεται ακόμα με τη διάνοια του ανθρώπου σε ό,τι αφορά ορισμούς εννοιών όπως η «μονάδα,» το «σύμπαν,» «η δυάδα,» ενώ στην περίπτωση της τελευταίας έννοιας η ηθική κρίση επανέρχεται δριμεία για να θεωρήσει την αντίθεση σε ζεύγη πραγμάτων όπως, καλό και κακό, άρρεν και θήλυ, σωστό και λάθος, ομορφιά και ασχήμια, κοκ. Παρακάτω, ο Boole αναφέρεται ενδεικτικά σε αντιλήψεις σχετικά με κάποιες απ’ αυτές τις έννοιες όπως, η μονάδα, το σύμπαν στη λογική, η δυάδα, και το κακό:

«Υπάρχει άλλη μια περίπτωση που συνδέεται με τα γενικά αντικείμενα αυτού του κεφαλαίου, στην οποία η συρραφή των αληθειών ή γεγονότων, που αντλούνται από διαφορετικές πηγές, προτείνει μια διδακτική διαδικασία προβληματισμού. Συνίσταται στη σύγκριση των νόμων της σκέψης, στην επιστημονική τους αναπαράσταση, με τις πραγματικές μορφές τις οποίες η φυσική υπόθεση στα πρώτα στάδια, και η μεταφυσική εικασία σε όλα τα στάδια, έτειναν να θεωρούν. Υπάρχουν δύο παραδείγματα αυτής της παρατήρησης, στα οποία, ειδικά, θα ήθελα εδώ να στρέψω την προσοχή. Έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει επιστημονική σχέση ανάμεσα στις αντιλήψεις της μονάδας στους αριθμούς και στο σύμπαν στη λογική. Καταλαμβάνουν στα αντίστοιχα συστήματά τους την ίδια σχετική θέση, και υπόκεινται στους ίδιους τυπικούς νόμους.

Τώρα για το Ελληνικό πνεύμα οι όροι «σύμπαν» και «μονάδα» φαίνεται ότι θεωρούνταν σχεδόν ταυτόσημοι. Η ερμηνεία της φύσης αυτής της ενότητας της οποίας ολόκληρη η ύπαρξη θεωρούταν μια εκδήλωση, ήταν ο πρώτος στόχος της φιλοσοφίας… Ο Παρμενίδης δήλωσε απλά ότι όλα τα υπάρχοντα πράγματα ήταν ένα; Ο Μέλισσος δήλωσε ότι το σύμπαν ήταν άπειρο, ανεπίδεκτο αλλαγής ή κίνησης, ένα, όμοιο με τον εαυτό του, και ότι η κίνηση δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση. Με μια σκέψη η οποία, στο ανακριτικό πνεύμα του Αριστοτέλη, φαινόταν νηφάλια συγκρινόμενη με την βιασύνη των προηγούμενων εικασιών, ο Αναξαγόρας από τις Κλαζομενές, ακολουθώντας, ίσως, τα βήματα του συμπολίτη του Ερμοτίμου, αναζήτησε στη διάνοια την αιτία του κόσμου και της τάξης. Η πανθεϊστική τάση που διαπερνούσε πολλές από αυτές τις εικασίες είναι έκδηλη στη γλώσσα του Ξενοφάνη, του ιδρυτή της Ελεατικής σχολής, ο οποίος μελετώντας την έκταση του ουρανού δήλωσε ότι η μονάδα ήταν ο θεός. Ίσως υπάρχουν λίγες, αν όχι καμία, μορφές στις οποίες η μονάδα μπορεί να γίνει αντιληπτή, αριθμητικά αφηρημένα ή λογικά, πραγματιστικά ως μια παθητική ουσία, ή ως μια κεντρική και ζωντανή αρχή, που να μην υπάρχουν στις εφαρμογές αυτών των αρχαίων διδασκαλιών. Είναι αλήθεια περίεργο αλλά ενδεικτικό, ότι ενώ η φύση σε όλες τις πτυχές του ουρανού πρέπει να φαινόταν σαν σκηνή ανεξήγητης αταξίας, ενώ η κοινή πεποίθηση είχε να κάνει με την πολλαπλότητα των θεών της,- η σύλληψη μιας πρωταρχικής μονάδας, αν και μόνο σε μια πρωτόγονη, υλική μορφή, θα πρέπει να είχε βαθύτερες ρίζες· επιβιώνοντας μέσα από τις απογοητεύσεις της περίσκεψης και μέσα από την αέναη αναζήτηση!

Σε εξίσου στενή σχέση με εκείνο το νόμο της σκέψης που εκφράζεται με μια εξίσωση δευτέρου βαθμού, και που έχει ονομαστεί σε αυτήν την πραγματεία νόμος της δυαδικότητας, βρίσκεται η τάση της αρχαίας σκέψης προς εκείνες τις φόρμες των φιλοσοφικών υποθέσεων που είναι γνωστές ως δυαδικές. Η θεωρία του Εμπεδοκλή, η οποία εξήγησε τις φαινομενικές αντιφάσεις της φύσης ερμηνεύοντάς τες με τις δύο αντίθετες αρχές, της «πάλης» και «φιλίας·» και η θεωρία του Λεύκιππου, η οποία ανέλυσε όλη την ύπαρξη σε δύο στοιχεία,  το «πλείστον» και το «κενό,» είναι αυτής της φύσης. Η γνωστή σύγκριση του σύμπαντος με μια λύρα ή τόξο, η «έκδηλη αρμονία» που προκύπτει από τις δύο καταστάσεις των αντιθέτων, προδίδει την ίδια καταγωγή. Στο σύστημα του Πυθαγόρα, το οποίο είναι ένα συνδυασμός του δυισμού με άλλα στοιχεία ενσωματωμένα από τη μελέτη των αριθμών και των σχέσεών τους, δέκα θεμελιώδεις αντιθέσεις αναγνωρίζονται: το πεπερασμένο και το απεριόριστο, το μονό και το άρτιο, η μονάδα και η πολλαπλότητα, το αριστερό και το δεξιό, το άρρεν και το θήλυ, η κίνηση και η ακινησία, η ευθεία και η καμπύλη, το φως και το σκοτάδι, το καλό και το κακό, το ορθό και το κεκλιμένο. Στο σύστημα του Αλκμαίωντος ο ίδιος βασικός δυισμός γίνεται αποδεκτός, αλλά χωρίς τον καθορισμένο και αριθμητικό περιορισμό με τον οποίο συνδέεται στο Πυθαγόρειο σύστημα. Η μεγάλη ανάπτυξη αυτής της ιδέας συναντιέται, ωστόσο, με το αρχαίο δόγμα των Μανιχαϊστών, το οποίο όχι μόνο αποτέλεσε τη βάση του θρησκευτικού συστήματος της Περσίας, αλλά εξαπλώθηκε ευρέως σε άλλες περιοχές της Ανατολής, και έμεινε αξιομνημόνευτο στην ιστορία της Χριστιανικής εκκλησίας.

Η καταγωγή του δυϊσμού ως εικασία, πριν ακόμα συνδεθεί με την προσωποποίηση της Αρχής του Κακού, αλλά φυσικά ακολουθώντας εκείνα τα δόγματα που είχαν υποθέσει την πρωταρχική μοναδικότητα της φύσης, δηλώνεται από τον Αριστοτέλη:- «Εφόσον έκδηλα υπήρχαν στη φύση πράγματα αντίθετα με το καλό, και όχι μόνο η τάξη και το κάλλος, αλλά επίσης η αναρχία και η ασχήμια· και αφού τα κακά πράγματα προφανώς υπερισχύουν σε αριθμό απέναντι στο καλό, και τα άσχημα πάνω στο κάλλος, κάποιος εισήγαγε εκτενώς την πάλη και τη φιλία ως τις αντίστοιχες αιτίες αυτών των ποικίλλων φαινομένων.» Και στην Ελλάδα, πράγματι, φαίνεται ότι κυρίως ως φιλοσοφική άποψη, ή ως συμπλήρωμα φιλοσοφικών εικασιών, η δυιστική θεωρία κέρδισε έδαφος. Η ηθική εφαρμογή του δόγματος πιο κοντά στο Ελληνικό πνεύμα διατηρείται στη μεγάλη Πλατωνική αντίθεση της «ύπαρξης και μη ύπαρξης,»- στη σύνδεση της πρώτης με οτιδήποτε είναι καλό και αληθές, με τις αιώνιες ιδέες και τον αρχετυπικό κόσμο· και της τελευταίας με το κακό, το λάθος, με τα πρόσκαιρα φαινόμενα του παρόντος.

Οι δύο μορφές υπόθεσης θεωρήθηκαν εδώ από κοινού· ούτε μόνο κατά τη διάρκεια της πρώιμης και της ύστερης Ελληνικής φιλοσοφίας οι τάσεις της παραπάνω σκέψης εκδηλώθηκαν. Σε διάφορες εποχές το ίδιο πνεύμα υιοθετήθηκε. Ιδιαίτερα όπου η ιδιοφυΐα του Πλάτωνα άσκησε την επίδρασή της ήταν αισθητή αυτή η επιρροή. Η ενότητα όλης της ύπαρξης, η αναγνώρισή της με την αλήθεια και την καλοσύνη ως ουσία της· η ψευδαίσθηση, η βαθύτερη απουσία κάθε επιφαινόμενης ύπαρξης· τέτοιες ήταν οι απόψεις,- όπως και οι προδιαθέσεις της σκέψης που κυρίως έτειναν να προωθούν. Εξού και η ισχυρή τάση προς το μυστικισμό ο οποίος, όταν οι καλές μέρες, είτε στο πνευματικό ή στο κοινωνικό πεδίο, τέλειωσαν στην Ελλάδα, άρχισε να επικρατεί στις σχολές της φιλοσοφίας της, και έφθασε στο αποκορύφωμά του με τους Αλεξανδρινούς Πλατωνιστές. Η υποθετικές πραγματείες του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη έδειξαν να ασκούν την ίδια επιρροή, τροποποιημένη κατά πολύ από την επαφή με τα Αριστοτελικά δόγματα, στους σχολαστικούς ερευνητές του Μεσαίωνα. Δεν αποτελεί αντίφαση να πούμε ότι το ύφος της σκέψης που ενθαρρύνθηκε έτσι, ήταν λίγο συνεπές με την πραγματική αφοσίωση σε μια νηφάλια φιλοσοφία.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η αναβίωση των παλαιότερων μορφών υποθέσεων κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα. Οι φίλοι και συνεργάτες του Lorenzo de' Medici, οι αναχωρητές στην Αγγλία γνωστοί ως Πλατωνιστές του Cambridge, μαζί με πολλά ενδιάμεσα πνεύματα διασκορπισμένα στην Ευρώπη, αφιερώθηκαν εκ νέου είτε στο εγχείρημα επίλυσης του αρχαίου προβλήματος, De Uno Vero, Bono, ή στο να αποδείξουν πως όλα αυτά τα ερωτήματα είναι άσκοπα και μάταια. Τα λογικά στοιχεία που αποτελούν το θεμέλιο όλων αυτών των εικασιών, και από τα οποία φαίνεται να δανείζονται τουλάχιστον τη μορφή τους, θα ήταν εύκολο να τα ανιχνεύσουμε στο περίγραμμα πιο σύγχρονων συστημάτων- πιο ειδικά στη σχέση του δόγματος της απόλυτης μοναδικότητας με τη διάκριση ανάμεσα στο εγώ και στο μη- εγώ ως τύπο της φύσης, που αποτελεί τη βάση της φιλοσοφίας του Χέγκελ.»

Καθώς λοιπόν οι «αλήθειες» της «απόλυτης σκέψης» συγκρούονται με τις ανάγκες της εμπειρικής λογικής, αποκαλύπτονται οι βαθύτερες δομές της σύστασης της διάνοιας. Από τη μία πλευρά, η ανάγκη θεώρησης αληθειών οδηγεί στην έννοια της «μονάδας» και, από την άλλη πλευρά, η σχετικότητα των κανόνων της λογικής αντιπαραβάλλεται με το θεμελιώδες δίπολο της δυαδικότητας. Ίσως, επομένως, το τριαδικό δόγμα να έρχεται ως φυσική συνέπεια της ένωσης της μονάδας και της δυάδας, όπου στην κορυφή του στέκεται η μοναδικότητα ενός «απόλυτου όντος,» του Θεού, ενώ στη βάση του βρίσκεται ο δυαδικός ανθρώπινος κόσμος του «καλού» και του «κακού.» Ωστόσο, το δόγμα της τριαδικότητας είναι μόνο ένας τρόπος κατανόησης κι ερμηνείας του κόσμου που μας περιβάλλει. Κάποιος άλλος θα μπορούσε να πει, όπως άλλωστε κάποιοι αρχαίοι σοφοί είχαν ήδη υποθέσει, ότι αυτό που πραγματικά υπάρχει είναι η μονάδα, ενώ ο υλικός, καθημερινός μας κόσμος προκύπτει ως μια προβολή αυτής της μονάδας, και ότι, κατά βάση, αποτελεί ψευδαίσθηση. Κάποιος άλλος θα έλεγε ότι εξίσου το καλό και το κακό αποτελούν πραγματικότητες, και ότι η δομή του κόσμου είναι θεμελιωδώς δυαδική.

Ακόμα και αν η ανθρώπινη σκέψη έχει την τάση να χωρίζει τα πράγματα με τέτοιον τρόπο ώστε να αναγνωρίζει σε αυτά αντιθέσεις για σύγκριση, από την άλλη μεριά, επιδιώκει την ενοποίηση, έτσι ώστε να είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει τον κόσμο στην ολότητά του. Οι ανθρώπινοι συλλογισμοί προχωράνε από τα επιμέρους προς το όλο, ανασυνθέτοντας έτσι την ολότητα του κόσμου. Παράλληλα όμως, υπάρχει μια προϋπάρχουσα θεώρηση του όλου, σαν ένα είδος αλήθειας μέσα στον κόσμο, την οποία ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται, ίσως με το δικό του προσωπικό τρόπο, και κτίζει με βάση αυτήν κάθε λογικό συνειρμό του. Ίσως μια τέτοια προσπάθεια να είναι βεβιασμένη, και αναπόφευκτα να μας οδηγεί σε λάθη και άτοπα. Αποκαλύπτει, ωστόσο, μια πιθανή βαθύτερη σύνδεση του ανθρώπου με τον κόσμο, της ανθρώπινης διάνοιας με τη σύσταση της φύσης, έτσι ώστε μέσω αυτής της αρχής της αναλογίας να προχωράμε τμηματικά και σταδιακά προς την ανασύνθεση της ενότητας του κόσμου:

«Οι προσπάθειες των υποθετικών σκέψεων να φθάσουν στην κορφή της αλήθειας, από την οποία μπορούν να ερευνήσουν όλο το πλαίσιο και τη σύνδεση των πραγμάτων με τη σειρά της επαγωγικής σκέψης, έχουν διαφέρει λιγότερο στις μορφές της θεωρίας την οποία παρήγαγαν από ό,τι στη φύση των ερμηνειών που αποδόθηκαν σε αυτές τις μορφές. Και εδώ έγκειται το πραγματικό ερώτημα σχετικά με την επίδραση των φιλοσοφικών συστημάτων πάνω στην ανυπαρξία και στη ζωή. Γιατί παρότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να συμφωνήσουν σχετικά με την απαρχή όλων των μορφών και των συνθηκών σε μια πρωταρχική μοναδικότητα, οι αντιλήψεις τους είναι διαφορετικές σε ό,τι αφορά αυτήν τη μοναδικότητα, και ποια είναι τα είδη της σχέσης, εκτός από εκείνο της απλής αιτιότητας, που κρατά τα πράγματα μαζί. Εδώ μπορεί επίσης να γίνει αισθητή η αδυναμία της απλής λογικής, η ανεπάρκεια της βαθύτερης γνώσης των νόμων της αντίληψης, να επιλύσει αυτά τα προβλήματα που βρίσκονται πιο κοντά στην καρδιά μας, καθώς τα χρόνια που περνούν αφαιρούν από τη ζωή μας τις ψευδαισθήσεις της Χρυσής Αυγής της.

Αν θεωρήσουμε τον εξαιρετικά αυθαίρετο χαρακτήρα της ανθρώπινης γνώμης, δεν αναμένεται, ούτε ισχυριζόμαστε εδώ, ότι οι παραπάνω μορφές είναι οι μόνες οι οποίες αντιπροσωπεύουν λύσεις των υποθέσεων σχετικά με το πρόβλημα της ύπαρξης. Κάτω από συγκεκριμένες επιδράσεις άλλες μορφές δογμάτων έχουν προκύψει, όχι σπάνια, καλύπτοντας εκείνα που παρουσιάστηκαν παραπάνω. Αλλά η ευρεία επικράτηση των συγκεκριμένων θεωριών που θεωρήσαμε, μαζί με την εμφανή αναλογία τους με τους εκπεφρασμένους νόμους της σκέψης, δίκαια μπορούν να εκληφθούν ότι υποδεικνύουν μια σύνδεση μεταξύ των δύο συστημάτων. Όπως όλες οι άλλες πνευματικές πράξεις και διαδικασίες χαρακτηρίζονται από τις σφαλερές παραδοξότητές τους, έτσι και η λειτουργία του νόμου της σκέψης που ονομάστηκε σε αυτήν την εργασία νόμος της δυαδικότητας μπορεί να έχει τη δική του ιδιόμορφη τάση για λάθη, εξωθώντας την απλή επιδίωξη της συμφωνίας στην αντίθεση, διαμορφώνοντας έτσι έναν κόσμο που βλέπουμε αναγκαστικά να αποτελείται από μέρη συμπληρωματικά μεταξύ τους, σχηματίζοντας την αντίληψη ενός κόσμου θεμελιωδώς χωρισμένου από αντίθετες δυνάμεις. Αυτή, με κάποιες γενικές αλλά βιαστικές επαγωγές για τα φαινόμενα, μπορεί να είναι η προέλευση του δυϊσμού,- ανεξάρτητα από το ερώτημα αν ο δυϊσμός είναι σε οποιαδήποτε μορφή μια πραγματική θεωρία ή όχι. Εδώ, ωστόσο, είναι μεγαλύτερης σημασίας να εξετάσουμε λεπτομερώς την επιρροή αυτών των αρχαίων μορφών εικασίας, όπως αναβιώνουν σήμερα, στην πρόοδο της πραγματικής γνώσης· και επί αυτού επιθυμώ, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στην προηγούμενη ενότητα, να προσθέσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Μπορεί η πρόοδος της φυσικής γνώσης να τείνει προς την αναγνώριση μιας κεντρικής ενότητας στη φύση. Στα πλαίσια μιας τέτοιας ενότητας που να αποτελείται από την αμοιβαία σχέση των τμημάτων ενός συστήματος μπορεί να υπάρχει μικρή αμφιβολία, όπως οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν υποθέσει βάσιμα, για μια πιο στενή σχέση των φυσικών δυνάμεων, από την απλή ιδέα ενός συστήματος που θα μας οδηγούσε σε μια εικασία. Επιπλέον, μπορεί να ισχύει ότι στους κόλπους αυτής της υποτιθέμενης ενότητας υπάρχουν ορισμένες γενικές διαδικασίες διαίρεσης και επανένωσης, οι πηγές, κάτω από την Υπέρτατη Θέληση, ενός μεγάλου μέρους της ποικιλότητας της φύσης. Οι περιπτώσεις των φύλλων και της πολικότητας έχουν αναφερθεί υπέρ μιας τέτοιας άποψης. Ως υπόθεση, θα τολμούσα να προσθέσω, ότι δεν είναι πολύ απίθανο ότι, κατά παρόμοιο τρόπο, η σύσταση των πραγμάτων μπορεί να αντιστοιχεί σε εκείνη της εσώτερης σκέψης. Αλλά αυτή η αντιστοιχία, αν ποτέ αποδειχθεί ότι ισχύει, θα είναι η τελευταία συναγωγή της ανθρώπινης γνώσης, όχι ως η πρώτη αρχή της επιστημονικής έρευνας. Η φυσική σειρά της ανακάλυψης είναι από τα επιμέρους προς το παγκόσμιο, και μπορεί με βεβαιότητα να υποστηριχτεί ότι δεν έχουμε ακόμα προχωρήσει αρκετά σε αυτήν την πορεία ώστε να μπορέσουμε να καθορίσουμε ποιες είναι οι τελικές μορφές στις οποίες όλες οι επιμέρους διαφορές της φύσης συγκλίνουν, και από τις οποίες θα λάβουν την εξήγησή τους.»

Η συνύπαρξη της ανθρώπινης διάνοιας με τη φυσική πραγματικότητα δεν αναιρούν η μία την άλλη. Μάλιστα, ως ένα βαθμό, σύμφωνα με τον Boole, τα δυο συστήματα είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους. Για παράδειγμα, θα ήταν σφάλμα να θεωρήσουμε ένα απόλυτο «καλό,» κι ένα σχετικό «κακό» ως προϊόν ατέλειας της ανθρώπινης διάνοιας, καθώς, όπως ο ίδιος τονίζει, εξίσου το καλό και το κακό αποτελούν ένα ζεύγος αντίθεσης που δημιουργείται από την ηθική διάσταση της ανθρώπινης σκέψης, ενώ, πιθανότατα, δεν υφίστανται ως αντίθετες πραγματικότητες στη φύση. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, η ερμηνεία που δίνουμε στο φυσικά φαινόμενα θα αντιστοιχεί σε κάποια πραγματικά αντικείμενα της φύσης. Έτσι λοιπόν, ακόμα κι αν έχουμε μια αδυναμία, λόγω, πιθανότατα, κάποιων τάξεων μεγέθους να αντιληφθούμε σε όλο το εύρος και βάθος τον κόσμο, μπορούμε να θέσουμε τα διαλεκτικά κι επιστημονικά θεμέλια κατανόησης και γνώσης, σχετικά με τα χαρακτηριστικά εννοιών όπως, το «άπειρο,» το «σύμπαν» και η «αιωνιότητα:»

«Αν αυτή η αντιστοιχία ανάμεσα στις μορφές της σκέψης και στην πραγματική σύσταση της φύσης αποδεικνυόταν να υπάρχει, οποιοδήποτε είδος σύνδεσης ή σχέσης κι αν μπορούσε να υποτεθεί ότι υφίσταται μεταξύ των δύο συστημάτων, δεν θα επηρέαζε σε κανένα βαθμό το ζήτημα της αμοιβαίας ανεξαρτησίας τους. Δεν θα οδηγούσε με καμία έννοια στη συνέπεια ότι το ένα σύστημα είναι απλό προϊόν του άλλου. Μια υπερβολικά μεγάλη εξάρτηση από μεταφυσικές εικασίες φαίνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχει παράξει μια τάση προς αυτό το είδος ψευδαίσθησης. Έτσι, από τις πολλές προσπάθειες που έχουν γίνει για την εξήγηση της ύπαρξης του κακού, έχει αναζητηθεί να αποδοθεί σε αυτό το γεγονός ένας απλά σχετικός χαρακτήρας,- να θεμελιωθεί πάνω σε ένα είδος λογικής αντίθεσης με το εξίσου σχετικό στοιχείο του καλού. Αρκεί να πω ότι η υπόθεση είναι άσκοπη.

Αν η μελέτη των νόμων της σκέψης δεν μας βοηθά ούτε να προσδιορίσουμε την πραγματική σύσταση των πραγμάτων ούτε να εξηγήσουμε τα γεγονότα που συνδέονται με αυτήν τη σύσταση, ακόμα λιγότερο μας επιτρέπει να υπερβούμε τις παρούσες συνθήκες της ύπαρξής μας, ή να επικυρώσουμε την αξίωση που επιβεβαιώνει τη δυνατότητα μιας διαισθητικής γνώσης του απείρου και του απεριόριστου,- είτε αυτή η γνώση αναζητηθεί στο πεδίο της φύσης, ή πέρα από αυτό. Δεν μπορούμε ποτέ να πούμε ότι κατανοούμε αυτό που αναπαρίσταται στην σκέψη ως το προϊόν μιας αέναης διαδικασίας αφαίρεσης. Μια πρόοδος επ' άπειρον είναι αδύνατη στις πεπερασμένες δυνάμεις. Αλλά παρόλο που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το άπειρο, μπορεί να υπάρχουν επιστημονικές βάσεις ώστε να πιστέψουμε ότι η ανθρώπινη φύση έχει φτιαχτεί σε κάποια σχέση με το άπειρο. Δεν μπορούμε να εκφράσουμε τους νόμους της σκέψης απόλυτα, ή να καταρτίσουμε με την πιο γενική έννοια τις μεθόδους των οποίων αποτελούν τις βάσεις, χωρίς τουλάχιστον να αναλογιστούμε τις συνέπειες των στοιχείων που η κοινή γλώσσα εκφράζει με τους όρους «Σύμπαν» και «Αιωνιότητα.»»

Όπως είδαμε, η λογική επαγωγή, ως διαδικασία της διάνοιας, μας επιτρέπει να προχωράμε από τα επιμέρους γεγονότα της καθημερινής εμπειρίας σε γενικά συμπεράσματα που αφορούν την επιστημονική αλήθεια. Αυτή η αλήθεια, αντιστοιχεί σε μια αντικειμενική φυσική πραγματικότητα, την οποία επίσης αντιλαμβανόμαστε ως ένα γενικό πρότυπο πάνω στο οποίο βασίζουμε τους συλλογισμούς μας. Η σύσταση της διάνοιάς μας, δηλαδή, είναι σχετική με την αλήθεια της φυσικής πραγματικότητας, και αυτή η σχέση μπορεί να εκφραστεί μέσα από την αρχή της αναλογίας. Ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι μόνο χαώδης και πιθανοκρατικός. Διαθέτει νομοτέλεια, καταγωγή και κατεύθυνση. Αυτές τις ίδιες ουδέτερες φυσικές έννοιες, εμείς τις αντιλαμβανόμαστε και τις ερμηνεύουμε, αντίστοιχα, ως ηθικούς κανόνες, προορισμό και σκοπό. Με αυτόν τον τρόπο, ενώ η συνείδησή μας φαίνεται να αρέσκεται σε αυτό το παιχνίδι επαφής και κατανόησης της φύσης, παράλληλα, υπάγεται στη σφαίρα του καθήκοντός της, απέναντι στον κόσμο και στον εαυτό της:

«Αποφεύγοντας το περαιτέρω κυνήγι ενός ειρμού σκέψης που σε ορισμένους μπορεί να φανεί υπερβολικά υποθετικός, ας επανεξετάσουμε σύντομα τα θετικά αποτελέσματα στα οποία έχουμε οδηγηθεί. Φάνηκε ότι υπάρχουν στη φύση μας λειτουργίες που μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε από τα ιδιαίτερα γεγονότα της εμπειρίας στις γενικές προτάσεις που αποτελούν τη βάση της επιστήμης· καθώς επίσης και λειτουργίες που χρησιμεύουν να συμπεράνουμε από γενικές προτάσεις που γίνονται δεκτές ως αληθείς τα ιδιαίτερα συμπεράσματα που συνεπάγονται… Η ανθρώπινη φύση, στην ουσία ανεξάρτητα από τις παρατηρούμενες ή έκδηλες τάσεις της, φαίνεται ότι έχει μια σύσταση σχετική με την αλήθεια· και αυτή η σχέση, θεωρούμενη ως θέμα της θεωρητικής γνώσης, είναι τόσο ικανή να μελετηθεί στις λεπτομέρειές της, όσο και άξια να μελετηθεί έτσι, όπως και οι διάφοροι τομείς της φυσικής επιστήμης θεωρούνται με τον ίδιο τόπο. Θα ήθελα να επιστήσω ιδιαίτερα την προσοχή σε αυτήν την άποψη της σύστασης της διάνοιας η οποία την αναπαριστά ως υποκείμενη σε νόμους καθορισμένους στο χαρακτήρα τους, αλλά χωρίς να λειτουργούν με τη δύναμη της αναγκαιότητας· που την αναπαριστά απαλλαγμένη από την κυριαρχία της μοίρας, χωρίς να έχει εγκαταλειφθεί στην αναρχία της τύχης.

Δεν είναι δυνατό να ενστερνιστούμε αυτή την άποψη χωρίς να δεχθούμε τουλάχιστον ως πιθανές τις συνέπειες τις οποίες, σύμφωνα με την αρχή της αναλογίας, φαίνεται να προβάλλει σε σχέση με μία άλλη και υψηλότερη πτυχή της φύσης μας,- την υπαγωγή της στη σφαίρα του καθήκοντος καθώς επίσης και σε εκείνη της γνώσης αμετάβλητων νόμων των οποίων η ισχύς δεν βρίσκεται στη δύναμη,- τη σύστασή της σε σχέση με ένα ιδεατό πρότυπο και έναν τελικό σκοπό. Η εφαρμογή των επιστημονικών μεθόδων στη μελέτη των διανοητικών φαινομένων, διεξαγόμενη με ένα αμερόληπτο εξεταστικό πνεύμα, και χωρίς να παραβλέπει εκείνα τα στοιχεία του λάθους και των παρεμβολών που πρέπει να γίνουν δεκτά ως γεγονότα, παρότι δεν μπορούν να θεωρηθούν νόμοι, στη σύσταση της φύσης μας, φαίνεται να παρουσιάζουν τα υλικά μια καταλληλότερης αναλογίας.»

Τέλος, ο Boole μας κάνει να αναρωτηθούμε τι προσφέρει η μελέτη των νόμων της σκέψης, και της μαθηματικής έκφρασής τους, ειδικότερα. Σίγουρα, η συνειδητοποίηση των θεμελιωδών ερωτημάτων που μας απασχολούν, όπως ο ορισμός του είδους μας, η σχέση μας με τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους, καθώς και οι σκοποί για τους οποίους οι διάφορες λειτουργίες της φύσης σχεδιάστηκαν, μας οδηγεί σε μια αυτογνωσία και σε μια σχέση αρμονίας ανάμεσα στον εαυτό μας, στον κόσμο και στους άλλους ανθρώπους. Με αυτόν τον τρόπο κτίζεται ο πνευματικός μας πολιτισμός. Τα μαθηματικά αποτελούν μια γλώσσα εκλογίκευσης των διαδικασιών της σκέψης μας, τα οποία, μαζί με τη γλώσσα στην ευρύτερη έννοιά της, βοηθούν στην οργάνωση ενός άρτιου και καθορισμένου συστήματος εκπαίδευσης. Τα μαθηματικά αποτελούν, εν ολίγοις, το όργανο «εκλογίκευσης της λογικής μας.» Ωστόσο, όπως ο ίδιος ο Boole πολύ σοφά επισημαίνει, δεν αρκούν τα μαθηματικά για να ανακαλύψουμε και να περιγράψουμε όλα τα φαινόμενα του ανθρώπινου ψυχισμού. Η ηθική διάσταση της ανθρώπινης διάνοιας, σε συνδυασμό με τα συναισθήματα και τις εσώτερες παρορμήσεις, μας ωθεί σε σκέψεις και δράσεις οι οποίες αναζητούν μια ευρύτερη αντίληψη του κόσμου, καθώς και την αποδοχή ανώτερων σκοπών, πρωτόφαντων στη φυσική ιστορία του κόσμου. Αν τα μαθηματικά μας προσφέρουν την ποσοτικοποίηση  και την εκλογίκευση των φυσικών μας λειτουργιών, ένα είδος διαίσθησης ή διόρασης, που ενυπάρχει στο σύστημα της διάνοιάς μας, καλεί να επεκτείνουμε τη διαδικασία αναζήτησης, ερμηνείας και δράσης σε σχέση με τον κόσμο, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα  λογικής με την ευρύτερη έννοια, διευρύνοντας και τελειοποιώντας έτσι το ίδιο το σύστημα της διάνοιάς μας!:

«Αν κάποιος ρωτήσει ποιος είναι ο πρακτικός σκοπός αυτών των ερευνών, μπορούμε να απαντήσουμε ότι υπάρχουν διάφορα αντικείμενα σε σχέση με τα οποία οι ανθρώπινες πράξεις καθορίζονται κυρίως από τις υποθετικές τους απόψεις σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Η εκπαίδευση, με την ευρύτερη έννοια, είναι ένα από αυτά τα αντικείμενα. Τα θεμέλια μιας έρευνας σχετικά με τη φύση και τις μεθόδους της θα βρίσκονται σε κάποια προηγούμενη θεωρία για το τι είναι άνθρωπος, ποιοι είναι οι σκοποί για τους οποίους οι διάφορες λειτουργίες του σχεδιάστηκαν, ποια είναι τα κίνητρα που έχουν τη δύναμη να τις οδηγήσουν σε δράση, και να παράξουν τα πιο τέλεια και πιο σταθερά αποτελέσματα. Μπορεί κάποιος να αμφιβάλλει αν αυτά τα ερωτήματα έχουν ποτέ πλήρως θεωρηθεί, και την ίδια στιγμή κατά τρόπο αμερόληπτο, στις σχέσεις που εδώ προτείναμε. Η ύψιστη καλλιέργεια της αισθητικής από τη μελέτη των καθαρών προτύπων της αρχαιότητας, η μέγιστη συναναστροφή με τα γεγονότα και τις θεωρίες της σύγχρονης φυσικής επιστήμης, ιδωμένα από αυτήν την ευρύτερη προοπτική της φύσης μας, μπορούν να εμφανιστούν μόνο ως μέρη μιας τέλειας σχολής σκέψης.

Οι νόμοι της σκέψης, σε όλες τις διαδικασίες της αντίληψης και της συλλογιστικής, σε όλες εκείνες τις λειτουργίες των οποίων η γλώσσα είναι η έκφραση ή το όργανο, είναι του ίδιου είδους με τους νόμους των αναγνωρισμένων διαδικασιών των μαθηματικών. Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε αυτούς τους νόμους προκειμένου να σκεφτόμαστε με συνέπεια, ή, απλά, να διαθέτουμε ορθή λογική. Οι άνθρωποι επάγουν συμπεράσματα χωρίς καμία συναίσθηση των στοιχείων στα οποία η όλη διαδικασία βασίζεται. Ακόμη λιγότερο είναι επιθυμητό να εξαίρουμε τη λειτουργία της συλλογιστικής πάνω από τη λειτουργία της παρατήρησης, της περισυλλογής και της κρίσης. Αλλά με βάση τον ισχυρισμό ότι η ανθρώπινη σκέψη, στα ύστατα στοιχεία της, αποκαλύπτεται σε μαθηματικές μορφές, έχουμε ένα τεκμήριο ότι οι μαθηματικές επιστήμες καταλαμβάνουν, από τη σύσταση της φύσης μας, μια θεμελιώδη θέση στην ανθρώπινη γνώση, και ότι κανένα σύστημα πνευματικού πολιτισμού δεν μπορεί να είναι πλήρες ή θεμελιώδες, αν τις παραμελεί.

Αλλά η ίδια κατηγορία σκέψεων δείχνει εξίσου το λάθος εκείνων που θεωρούν τη μελέτη των μαθηματικών και των εφαρμογών τους, ως επαρκή βάση είτε της γνώσης ή του τομέα τους. Η σύσταση του φυσικού πλαισίου δεν είναι μόνο μαθηματική. Αν η σκέψη, με την ιδιότητα της κανονικής συλλογιστικής, υπακούει, είτε συνειδητά ή ασυνείδητα, μαθηματικούς νόμους, διεκδικεί μέσω των άλλων ικανοτήτων της αίσθησης και δράσης, μέσω των αντιλήψεών της περί ομορφιάς και ηθικής καταλληλότητας, μέσω των βαθιών πηγών της συναισθήματος και αγάπης, να διατηρεί μια σχέση με μια διαφορετική τάξη πραγμάτων. Υπάρχει επιπλέον ένα εύρος διόρασης, μια δύναμη συμπάθειας απέναντι στην αλήθεια σε όλες τις μορφές και εκδηλώσεις της, που δεν μετριέται με τη δύναμη και τη λεπτομέρεια της διαλεκτικής λειτουργίας. Ακόμη και η αποκάλυψη του υλικού σύμπαντος σε όλο το μέγεθός του, την παγκόσμια τάξη του, και τη διαχρονικότητα των νόμων, δεν είναι απαραίτητα πλήρως κατανοητό από όποιον έχει συλλάβει με την πιο απειροελάχιστη ακρίβεια τα βήματα μιας μείζονος απόδειξης. Και αν ενστερνιστούμε στην έρευνά μας τα ενδιαφέροντα και τις υποχρεώσεις της ζωής, πόσο λίγο οι όποιες ικανότητες ποσοτικοποίησης μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις βαθύτερες ερωτήσεις που αντιπροσωπεύουν!»




1/5/13

Εξέλιξη: Η διαδικασία της ανθρωποποίησης

Ένας αρχαίος κήπος της Εδέμ


Η κάτω γνάθος του KNM-ER 60000 σε συνδυασμό με το κρανίο του KNM-ER 1470 (H. rudolfensis) 

Συναρπαστικά νέα απολιθώματα που ανακαλύφθηκαν ανατολικά της Λίμνης Turkana επιβεβαιώνουν ότι υπήρχαν δύο επιπλέον είδη του γένους μας Homo που ζούσαν μαζί με το άμεσα προγονικό μας είδος, τον Homo erectus, σχεδόν δύο εκατομμύρια χρόνια πριν. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν ένα πρόσωπο, μια εντυπωσιακά πλήρη κάτω γνάθο και μέρος μιας δεύτερης κάτω γνάθου. Ανακαλύφθηκαν μεταξύ του 2007 και 2009 από το Koobi Fora Research Project (KFRP).

KNM-ER 1470

Πριν από τέσσερις δεκαετίες η KFRP ανακάλυψε το αινιγματικό απολίθωμα γνωστό ως KNM-ER 1470 (ή '1470' για συντομία). Αυτό το κρανίο, το οποίο χαρακτηρίζεται από το φανερά μεγάλο μέγεθος εγκέφαλο και την επίπεδη όψη, έγειρε μια μακρά συζήτηση για το πόσα ακριβώς διαφορετικά είδη του πρώιμου Homo ζούσαν παράλληλα με τον Homo erectus κατά την Πλειστόκαινη. Η ασυνήθιστη μορφολογία του 1470 αποδόθηκε από ορισμένους επιστήμονες στη σεξουαλική διμορφία ή σε φυσιολογικές διαφοροποιήσεις στα πλαίσια του ίδιου είδους, ενώ άλλοι ερμήνευσαν το απολίθωμα ως αποδεικτικό στοιχείο ενός ξεχωριστού είδους. 

Αυτό το δίλημμα που έχει κρατήσει για δεκαετίες συντελέστηκε για δύο λόγους. Πρώτον, συγκρίσεις με άλλα απολιθώματα είναι περιορισμένες εξαιτίας του γεγονότος ότι τα απομεινάρια του 1470 δεν περιλαμβάνουν δόντια ή την κάτω γνάθο. Δεύτερον, κανένα άλλο απολιθωμένο κρανίο δεν έχει την επίπεδη και πλατιά όψη του 1470, αφήνοντας αμφιβολίες για το πόσο αντιπροσωπευτικά αυτά τα  χαρακτηριστικά είναι. Τα νέα απολιθώματα απευθύνουν και τα δύο αυτά θέματα.

"Τα τελευταία 40 χρόνια έχουμε ψάξει επίμονα στην τεράστια έκταση των ιζημάτων γύρω από τη λίμνη Turkana για απολιθώματα που να επιβεβαιώνουν τα μοναδικά χαρακτηριστικά της όψης του 1470 και μας δείχνουν πώς τα δόντια και η κάτω γνάθος του θα έμοιαζε," λέει η Meave Leakey, υπεύθυνη του KFRP και συνεργάτιδα του National Geographic. "Τουλάχιστον τώρα έχουμε κάποιες απαντήσεις."

"Συνδυασμένα τα τρία νέα απολιθώματα δίνουν μία πολύ σαφέστερη εικόνα του πώς το 1470 έμοιαζε," λέει ο Fred Spoor, υπεύθυνος των επιστημονικών αναλύσεων. "Ως εκ τούτου, είναι τώρα σαφές ότι δύο είδη του πρώιμου Homo ζούσαν παράλληλα με τον Homo erectus. Τα νέα απολιθώματα θα βοηθήσουν πολύ στην κατανόηση του πώς ο κλάδος της ανθρώπινης εξέλιξης εμφανίστηκε για πρώτη φορά πριν από σχεδόν δύο εκατομμύρια χρόνια." 

Καθώς τα τρία νέα απολιθώματα βρέθηκαν σε μια ακτίνα μόλις 10 km από τη θέση του 1470, χρονολογούνται στα 1,78 - 1,95 εκατομμύρια χρόνια. Το 62000 KNM-ER, που ανακαλύφθηκε από το μέλος της ομάδας Elgite Lokorimudang το 2008, είναι παρόμοιο με το 1470, δείχνοντας ότι το τελευταίο δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Επιπλέον, η καλά διατηρημένη άνω γνάθος του δείγματος έχει σχεδόν όλα τα πίσω δόντια στη θέση τους, γεγονός το οποίο για πρώτη φορά δίνει τη δυνατότητα να συμπεράνουμε τον τύπο της κάτω γνάθου που θα ταίριαζε στο 1470. Ένα παρόμοια καλό ταίριασμα μπορεί να γίνει στα άλλα δύο νέα απολιθώματα, στην κάτω γνάθο του KNM-ER 60000, που βρέθηκε από τον Cyprian Nyete το 2009, και στο τμήμα μιας άλλης κάτω γνάθου, του KNM-ER 62003, που βρέθηκε από τον Robert Moru το 2007. Το KNM-ER 60000 ξεχωρίζει ως η πιο πλήρης κάτω γνάθος από οποιοδήποτε άλλο πρώιμο μέλος του γένους Homo που έχει βρεθεί. 

Οι δύο κύριες υποθέσεις σχετικά με την καταγωγή των σύγχρονων ανθρώπων 

mt-DNA χάρτης μετανάστευσης 

Y-DNA χάρτης μετανάστευσης 

Η 'έξω από την Αφρική' υπόθεση 

Η πρόσφατη αφρικανική καταγωγή των σύγχρονων ανθρώπων, που συχνά ονομάζεται  'έξω από την Αφρική' υπόθεση, είναι το πιο ευρέως αποδεκτό μοντέλο που περιγράφει τη γεωγραφική καταγωγή και τις πρώτες μεταναστεύσεις των ανατομικά σύγχρονων ανθρώπων. Η υπόθεση ότι οι άνθρωποι έχουν μια μοναδική προέλευση (μονογένεση) δημοσιεύθηκε στο  'Descent of Man' (1871) του Κάρολου Δαρβίνου. Η ιδέα ήταν εικοτολογική μέχρι τη δεκαετία του 1980, όταν επιβεβαιώθηκε από μια μελέτη του σύγχρονου μιτοχονδριακού DNA, σε συνδυασμό με στοιχεία που βασίστηκαν στη φυσική ανθρωπολογία αρχαϊκών δειγμάτων. 

Γενετικά στοιχεία και απολιθώματα δείχνουν ότι ο αρχαϊκός Homo sapiens εξελίχτηκε στους σύγχρονους ανατομικά ανθρώπους αποκλειστικά στην Αφρική, 200.000 - 150.000 χρόνια πριν, ότι ένας κλάδος του Homo sapiens άφησε την Αφρική 125,000 - 60.000 χρόνια πριν, και ότι με τον καιρό αυτοί οι άνθρωποι αντικατέστησαν προγενέστερους ανθρώπινους πληθυσμούς, όπως οι Νεάντερταλ και ο Homo erectus. Η ημερομηνία της πρώτης επιτυχημένης 'έξω από την Αφρική' μετανάστευσης (οι πρώτοι μετανάστες με επιζώντες μέχρι σήμερα απογόνους) τοποθετείται κατά προσέγγιση στα 60.000 χρόνια πριν, όπως φαίνεται από τη γενετική, αν και προηγούμενες απόπειρες μετανάστευσης εκτός της Αφρικανικής ηπείρου μπορεί να έγιναν ακόμα και 125.000 χρόνια πριν, σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα εργαλείων από την Αραβία. 

Αν και το μιτοχονδιακό και το Y- χρωμοσωματικό DNA είναι ιδιαίτερα χρήσιμα στην αποκρυπτογράφηση της ανθρώπινης ιστορίας, δεδομένα από τα γονιδιώματα δεκάδων ομάδων σύγχρονων πληθυσμών έχουν επίσης μελετηθεί. Τον Ιούνιο του 2009, ανάλυση γενετικών δεδομένων από το International HapMap Project αποκάλυψε ότι οι σύγχρονοι πληθυσμοί μπορούν να χωριστούν σε μόλις τρεις ομάδες: Αφρικανούς, Ευρασιάτες (περιλαμβάνονται οι ιθαγενείς της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και οι Νοτιοδυτικοί Ασιάτες) και Ανατολικούς Ασιάτες (περιλαμβάνονται οι ιθαγενείς της Ασίας, της Ιαπωνίας, τη Νοτιοανατολικής Ασίας, της Αμερικής και της Ωκεανίας). Η μελέτη συμπέρανε ότι οι περισσότερες διαφορές μπορούν να αποδοθούν στη γενετική παρέκκλιση, με τους σύγχρονους Αφρικανικούς πληθυσμούς να έχουν τη μεγαλύτερη γενετική ποικιλία από τις άλλες δύο ομάδες, με δεύτερη την ομάδα των Ευρασιατών. Η μελέτη πρότεινε ότι η φυσική επιλογή μπορεί να διαμορφώσει το ανθρώπινο γονιδίωμα με πολύ πιο αργό ρυθμό από ό,τι είχε εκτιμηθεί προηγουμένως, με παράγοντες όπως η μετανάστευση εντός και μεταξύ ηπείρων να βαρύνουν περισσότερο. 

Η μιτοχονδριακή Εύα

Η μιτοχονδριακή Εύα αναφέρεται στην πιο πρόσφατη κοινή πρόγονο ((MRCA) των σύγχρονων ανθρώπων. Με άλλα λόγια, ήταν η πιο πρόσφατη γυναίκα από την οποία όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι κατάγονται, από την πλευρά της μητέρας τους, και μέσα από τις μητέρες των μητέρων τους, και ούτω καθεξής, μέχρι το σημείο που όλες οι σειρές συγκλίνουν σε ένα άτομο. Επειδή το μιτοχονδριακό DNA (mtDNA) κληρονομείται από τη μητέρα στους απογόνους χωρίς ανασυνδυασμό, όλο το mtDNA σε κάθε ζωντανό άνθρωπο προέρχεται απευθείας από τους θηλυκούς του προγόνους εξορισμού. Η Μιτοχονδριακή Εύα υπολογίζεται πως έζησε περίπου 200.000 χρόνια πριν, πιθανότατα στην Ανατολική Αφρική, όταν ο Homo sapiens sapiens- ανατομικά σύγχρονοι άνθρωποι- αναπτυσσόταν ως ένας πληθυσμός διακριτός από άλλα τα υπόλοιπα ανθρώπινα παρακλάδια. 

Ο μιτοχονδριακός κλάδος τον οποίο ορίζει η Μιτοχονδριακή Εύα είναι το είδος Homo sapiens sapiens, ή τουλάχιστον ο σημερινός πληθυσμός ή 'χρονοείδος' όπως υφίσταται σήμερα. Δεν αποκλείεται να υπήρξαν παλαιότερες Εύες, για παράδειγμα, να υπήρχε μία που να είναι προγονική και για τους σύγχρονους ανθρώπους και για τους Νεάντερταλ, ή, ακόμη, πιο πίσω, μια 'Εύα' προγονική για όλα τα είδη του γένους Homo και των χιμπαντζήδων του γένους Pan. Σύμφωνα με την ισχύουσα ονοματολογία, η απλοομάδα της μιτοχονδριακής Εύας βρισκόταν μέσα στα όρια της μιτοχονδριακής απλοομάδας L, γιατί αυτή η μακρο-απλοομάδα περιέχει όλες της επιζώσες μιτοχονδριακές σειρές, και θα πρέπει να προηγείται της εμφάνισης του L0. 

Ο Y-χρωμοσωματικός Αδάμ 

Ο Υ-χρωμοσωματικός Αδάμ είναι ο πιο πρόσφατος κοινός πρόγονος (MRCA) από τον οποίο κατάγονται όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι πατρογονικά (από πατέρα, πατέρα του πατέρα, κοκ.). Πρόσφατες μελέτες αναφέρουν ότι ο Υ- Αδάμ έζησε ίσως και 142,000 χρόνια πριν. Παλιότερες μελέτες του έδιναν μια ηλικία πρόσφατη ως και 60.000 χρόνια πριν. Όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι  κατάγονται τόσο από τη μιτοχονδριακή Εύα όσο κι από τον Υ- χρωμοσωματικό Αδάμ, χωρίς να απαιτείται ο Υ-χρωμοσωματικός Αδάμ και η μιτοχονδριακή Εύα να έζησαν την ίδια περίοδο. 

Προκαταρκτικές μελέτες ανέφεραν την Ανατολική και τη Νότια Αφρική ως τις πιθανές πηγές της ανθρώπινης ποικιλομορφίας του Y- χρωμοσώματος. Αυτό επειδή οι αρχέγονες σειρές, οι απλοομάδες Α και Β, επιτυγχάνουν τις υψηλότερες συχνότητες σε αυτές τις περιοχές. Αλλά σύμφωνα με τους Cruciani et al. (2011), η πιο θεμελιώδεις γενεαλογικές σειρές εντοπίζονται στη Δυτική, στη Βορειοδυτική και στην Κεντρική Αφρική. Σε ένα δείγμα 2204 Αφρικανικών Y-χρωμοσωμάτων, 8 χρωμοσώματα ανήκαν είτε στην απλοομάδα A1b ή στην A1a. Η απλοομάδα A1a εντοπίστηκε σε δύο Μαροκινούς Βερβέρους, σε έναν Φούλα (Fulbe) και σ' έναν Τουαρέγκ από τον Νίγηρα. Η απλοομάδα A1b εντοπίστηκε σε τρεις Bakola Πυγμαίους από το Νότιο Καμερούν και σ' έναν Αλγερινό Βερβέρο. Οι ίδιοι ερευνητές δείχνουν ότι το να έζησε ο Υ- χρωμοσωματικός Αδάμ κάπου στην Κεντρική- Βορειοδυτική Αφρική, ταιριάζει πολύ καλά με τα δεδομένα. Το Νοέμβριο του 2012, μια νέα μελέτη από τους Scozzari et al. ενίσχυσε την υπόθεση μιας τέτοιας καταγωγής στο Βορειοδυτικό τέταρτο της Αφρικανικής ηπείρου. Επίσης, ένας αυξανόμενος αριθμός ερευνητών υποπτεύεται ότι η για καιρό παραμελημένη Βόρεια Αφρική ήταν η αρχική κοιτίδα των σύγχρονων ανθρώπων, που βγήκαν για πρώτη φορά έξω από την ήπειρο.

Η πολυγενετική υπόθεση (multiregional hypothesis)


Αυτή η υπόθεση είναι ένα επιστημονικό μοντέλο που παρέχει μια εξήγηση για το μοτίβο της ανθρώπινης εξέλιξης. Θεωρεί ότι οι πρώτοι άνθρωποι ανέκυψαν κατά την Πλειστόκαινη δύο εκατομμύρια χρόνια πριν και ότι έκτοτε η ανθρώπινη εξέλιξη βρίσκεται μέσα στα πλαίσια ενός ενιαίου και συνεχούς ανθρώπινου είδους. Το είδος αυτό περικλείει αρχαϊκές μορφές ανθρώπων όπως ο Homo erectus και οι Νεάντερταλ, καθώς και σύγχρονες μορφές, και εξελίχθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο με τους διάφορους πληθυσμούς των σύγχρονων Homo sapiens sapiens. Η πολυγενετική θεωρία ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος εξελίχθηκε μέσα από έναν συνδυασμό προσαρμογής σε διάφορες περιοχές του κόσμου και ροής γονιδίων μεταξύ των περιοχών αυτών. Οι υποστηρικτές της πολυγενετικής καταγωγής στηρίζονται σε απολιθώματα, σε γενετικά δεδομένα καθώς και στη συνέχεια των αρχαιολογικών πολιτισμών. 

Ο όρος 'πολυγενετική υπόθεση' επινοήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, από τον Milford H. Wolpoff και τους συναδέλφους του, και έχει τις ρίζες του στη θεωρία των Schwalbe (1904), Gorjanović- Kramberger (1906) και Hrdlička (1927) ότι οι Νεάντερταλ ήταν οι άμεσοι πρόγονοι των σύγχρονων ανθρώπων. Αυτό οδήγησε τον Reginald Ruggles Gates να θεωρήσει το 1929 ότι οι Νεάντερταλ ήταν τοπικά προγονικοί για τους σύγχρονους Ευρωπαίους. Ο άνθρωπος της Ιάβας ανακαλύφθηκε το 1891, και οι Klaatsch (1908), Dubois (1922) και Oppenoorth (1932) πρότειναν ότι αυτός ήταν ο πρόγονος για του τοπικούς πληθυσμούς των σύγχρονων Αυστραλιανών αυτοχθόνων, βασιζόμενοι σε συγκριτικά χαρακτηριστικά των κρανίων. Ο Franz Weidenreich δημοσίευσε ένα άρθρο το 1939 προτείνοντας μια ακολουθία από απολιθώματα του ανθρώπου του Πεκίνου ως προγονικά για τους σύγχρονους Κινέζους. Αυτή η θεωρία βασίστηκε σε ομοιότητες ανάμεσα στον Homo soloensis, σε απολιθώματα του H. erectus και στα χαρακτηριστικά των σύγχρονων Κινέζων, όπως το επίπεδο πρόσωπο και οι πλατιοί οδοντικοί κοπτήρες. Το 1940 ο Weidenreich επέκτεινε τη θεωρία ανάμεσα στους Νεάντερταλ και στους σύγχρονους Ευρωπαίους και το 1943 ανάμεσα στον άνθρωπο της Ιάβας και στους σύγχρονους Αυστραλούς αυτόχθονες, βλέποντας τη συνέχιση της τοπικής συνέχειας αρχαϊκών μορφολογικών χαρακτηριστικών στις αντίστοιχες σύγχρονες φυλές, μαζί με μια σημαντική διαπεριφερειακή γονιδιακή ροή. Ενώ ο Weidenreich χρησιμοποίησε τον όρο 'πολυκεντρική' αντί για 'πολυγενετική' για να περιγράψει το μοντέλο του για την εξέλιξη, το έργο του άσκησε μεγάλη επιρροή στον Wolpoff. Άλλες θεωρίες, όπως εκείνη του Carleton Coon, υιοθέτησαν τροποποιημένες μορφές της θεωρίας του Weidenreich για την καταγωγή των ανθρώπινων ρατσών.

Γενετικά στοιχεία

Παρούσα γνώση για τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφορετικών ειδών του γένους Homo

Προφανώς η πολυγενετική υπόθεση έχει οριστεί σε λάθος βάση. Οι Νεάντερταλ δεν είναι οι πρόγονοι των σύγχρονων Ευρωπαίων, ούτε ο Ασιατικός H. erectus γέννησε τους σύγχρονους Κινέζους, τουλάχιστον όχι άμεσα και απευθείας. Από την άλλη πλευρά, η μονογενετική, 'έξω από την Αφρική,' υπόθεση δεν μπορεί να εξηγήσει τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών που εμφανίζονται μέσω διασταυρώσεων ή μέσω γενετικής απομόνωσης. Ως συνήθως, η απάντηση θα πρέπει να βρίσκεται κάπου στη μέση, ενώ η τρέχουσα μεθοδολογία και τεχνολογία της γενετικής θα πρέπει να βελτιωθεί δραματικά στο μέλλον, προκειμένου να καταλήξουμε σε πάγια και αδιαφιλονίκητα συμπεράσματα. 

Το 2005, μια ανάλυση και αναθεώρηση των γενετικών σειρών 25 χρωμοσωματικών περιοχών, η οποία έγινε από τον Alan Templeton, έδειξε στοιχεία για περισσότερες από 34 εμφανίσεις ροής γονιδίων μεταξύ Αφρικής και Ευρασίας. Από αυτά τα περιστατικά, 19 σχετίζονται με συνεχή γονιδιακή ανταλλαγή τουλάχιστον τα 1,46 εκατομμύρια χρόνια. Μόνο 5 εμφανίσεις συνδέονται με μια πρόσφατη επέκταση από την Αφρική προς την Ευρασία. 3 εμφανίσεις μάλιστα συνδέονται με μια αρχική επέκταση του Homo erectus έξω από την Αφρική περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια πριν, 7 εμφανίσεις συνδέονται με μια ενδιάμεση επέκταση έξω από την Αφρική σε μια ημερομηνία που είναι συνεπής με την επέκταση της λίθινης Acheulean (πριν από περίπου 600.000 - 700.000 χρόνια), ενώ μερικές άλλες εμφανίσεις συνδέονται με μια πιο πρόσφατη επέκταση από την Ευρασία πίσω προς στην Αφρική. (1 ακόμα εμφάνιση φαίνεται να ανάγεται σε μια πρώιμη μετανάστευση του Homo habilis έξω από την Αφρική). Κατόπιν τούτων, ο Templeton απέρριψε την υπόθεση μιας πρόσφατης Αφρικανικής αντικατάστασης με μεγαλύτερη από 99% βεβαιότητα: 

"Μια ανάλυση 25 περιοχών του DNA αποκαλύπτει μια έξω από την Αφρική επέκταση πριν από 1.9 εκατομμύρια χρόνια. Γονιδιακή ροή καθιερώθηκε μεταξύ Αφρικανικών και Ευρασιατικών πληθυσμών περίπου πριν 1.5 εκατομμύρια χρόνια, χωρίς κάποια ανιχνεύσιμη διακοπή έκτοτε. Μια δεύτερη επέκταση έξω από την Αφρική εμφανίζεται πριν από περίπου 700.000 χρόνια, και περιλαμβάνει διασταύρωση τουλάχιστον με κάποιους Ευρασιατικούς πληθυσμούς. Μια τρίτη έξω από την Αφρική επέκταση εμφανίζεται πριν από περίπου 100.000 χρόνια, και επίσης χαρακτηρίζεται  από ζευγάρωμα, ενώ η υπόθεση μιας ολοκληρωτικής αντικατάστασης ουσιαστικά απορρίπτεται απερίφραστα. (p<10>

Από το 2006, η εξαγωγή DNA κατευθείαν από κάποια αρχαϊκά δείγματα ανθρώπων έγινε εφικτή. Οι πρώτες αναλύσεις ήταν πάνω στους Νεάντερταλ, και ανέφεραν ότι η συνεισφορά των Νεάντερταλ στη σύγχρονη ανθρώπινη γενετική ποικιλομορφία δεν ήταν περισσότερο από 20%, με πιο πιθανή τιμή 0%. Μέχρι το 2010, ωστόσο, λεπτομερής ανάλυση του DNA δειγμάτων Νεάντερταλ ανθρώπων από την Ευρώπη ανέφερε ότι η συμβολή ήταν μη μηδενική, με τους Νεάντερταλ να έχουν συνεισφέρει περίπου 1-4% στο DNA των σύγχρονων ανθρώπων εκτός των Νοτιοαφρικανών.

Στα τέλη του 2010 δε, βρέθηκε ένας ακόμα, μη Νεάντερταλ, αρχαϊκός άνθρωπος, οι λεγόμενοι Denisova από τη Νότια Σιβηρία, οι οποίοι βρέθηκαν να μοιράζονται 4-6% περισσότερο DNA με τους σύγχρονους κατοίκους της Μελανησίας, απ' ό,τι με οποιονδήποτε άλλο πληθυσμό. Τον Αύγουστο του 2011, τα αλληλόμορφα HLA των Denisovan και Νεάντερταλ έδειξαν γενετικά μοτίβα που υποδεικνύουν καταγωγή από αυτούς τους αρχαϊκούς πληθυσμούς, με εξαίρεση πάλι τους Αφρικανούς. Η καταγωγή από αυτά τα αρχαϊκά αλληλόμορφα στη θέση HLA-A ήταν περισσότερο από 50% για τους σύγχρονους Ευρωπαίους, 70% για τους Ασιάτες και 95% για τους Παπούα της Νέας Γουινέας. 

Σύμφωνα με τα αυτά τα δεδομένα, φαίνεται πιθανότερο ότι οι πρώτοι H. erectus εξελίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό παράλληλα στην Αφρική και στην Ευρασία. Ο H. georgicus, από τη Γεωργία, ο άνθρωπος της Ιάβας, στην Ινδονησία, και ο H. erectus ergaster, από την Αφρική, χρονολογούνται περίπου την ίδια εποχή (1.8Mya). Ακόμη κι αν η Αφρική έχει χρονικό προβάδισμα, αυτό είναι τόσο μικρό ώστε δεν μπορεί να εξηγήσει τις ανατομικές διαφορές που διαπιστώνονται στα προαναφερθέντα είδη. Κατά πάσα πιθανότητα ορισμένα από τα είδη αυτά (ή όλα) προήλθαν από τον παλαιότερο H. habilis, παρόλο που ο ίδιος φαίνεται να αποτελεί μια γενική περιγραφή διαφορετικών ειδών 'Αυστραλοπιθήκων,' που πιθανότατα είχαν ήδη εξαπλωθεί σε όλο τον Παλιό Κόσμο. Τόσο ο  H. habilis όσο και ο H. ergaster εξαφανίζονται από το Αφρικανικό αρχείο απολιθωμάτων πριν από 1.4Mya, μαζί με τα είδη του γένους του Παράνθρωπου (Paranthropus). Κάποια στιγμή αργότερα, γύρω στο 1Mya, ο H. erectus βρίσκεται εξαπλωμένος σε όλο τον Παλιό Κόσμο (ο 1.2My παλιός H. antecessor, από την Ισπανία, συμπληρώνει κατά κάποιον τρόπο αυτό το κενό). Ίσως τότε, πριν 1.4 εκατομμύρια χρόνια, ο άνθρωπος βγήκε από την Αφρική για να εξαπλωθεί στην Ευρασία ως Homo Erectus. Οπότε από αυτό το στάδιο και μετά τα θεμελιώδη ανατομικά και μορφολογικά γνωρίσματα των διαφόρων φυλών ανθρώπων θα πρέπει να έχουν ήδη σχηματιστεί. To αν ο σύγχρονος άνθρωπος κατάγεται κατευθείαν από αυτόν τον αρχαϊκό H. Erectus ή από τον ενδιάμεσο H. heidelbergensis και σε ποιον βαθμό, δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί. Αλλά αυτό το συνεχόμενο πήγαινε- έλα μεταξύ Αφρικής και Ευρασίας συμπληρώνει σταθερά τα κενά της ανθρώπινης εξέλιξης. Όσο περισσότερο η τεχνολογία εξελίσσεται, τόσο περισσότερες γενετικές συγγένειες ανάμεσα στα πρώιμα ανθρώπινα είδη θα αποκαλύπτονται. Η γενετική απομόνωση και η αντικατάσταση, ακόμα και αν ισχύουν σε κάποιο βαθμό, δεν μπορούν να εξηγήσουν γεγονότα εξελικτικής επιτάχυνσης, που οδήγησαν σ' ένα πρώιμο στάδιο την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Η διασταύρωση μεταξύ των ειδών του ανθρώπου αν και δεν αποτελεί αναγκαία είναι εντούτοις ικανή συνθήκη, η οποία θα μπορούσε να φέρει στο προσκήνιο νέες ενδιαφέρουσες γενετικές και εξελικτικές προοπτικές. 

Εξέλιξη και δημιουργισμός 

Στην 'Καταγωγή του ανθρώπου' (Descent of Man), ο Δαρβίνος υπέθεσε ότι οι άνθρωποι κατάγονται από τους πιθήκους, οι οποίοι είχαν ακόμα μικρούς εγκεφάλους αλλά περπατούσαν όρθιοι, ελευθερώνοντας έτσι τα χέρια τους για χρήσεις που ευνοούσαν τη νοημοσύνη. Επιπλέον, πίστευε ότι αυτοί οι πίθηκοι ήταν στην Αφρική:

"Σε κάθε ευρεία περιοχή του κόσμου τα ζωντανά θηλαστικά συνδέονται στενά με τα εξαφανισμένα είδη της ίδιας περιοχής. Είναι επομένως πιθανό ότι η Αφρική αρχικά κατοικούταν από πιθήκους που θα έμοιαζαν με το γορίλα και με το χιμπατζή. Και καθώς αυτά τα δύο είδη είναι τώρα οι κοντινότεροι συγγενείς του ανθρώπου, είναι κάπως πιο πιθανό ότι οι πρώτοι πρόγονοί μας ζούσαν στην Αφρικανική ήπειρο παρά κάπου αλλού. Αλλά είναι ανώφελο να κάνουμε υποθέσεις πάνω σε αυτό το θέμα, γιατί ένας πίθηκος σχεδόν του ίδιου μεγέθους με τον άνθρωπο, ο Δρυοπίθηκος του Lartet, που έμοιαζε πολύ με τον ανθρωπόμορφο Hylobates, υπήρξε στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της Ανώτερης Μειόκαινης περιόδου. Και όντως σε μια τόσο μακρινή περίοδο η γη σίγουρα γνώρισε τόσο μεγάλες επαναστάσεις, και θα υπήρχε αρκετός χρόνος για μετανάστευση σε μεγάλη κλίμακα."

Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου έγκειται στην ευρύτατα διαδεδομένη αντίληψη ότι όλη η ζωή είναι συνδεδεμένη και κατάγεται από έναν κοινό πρόγονο: τα πτηνά και οι μπανάνες, τα ψάρια και τα λουλούδια- όλα συνδέονται. Η γενική θεωρία του Δαρβίνου υποθέτει την ανάπτυξη της ζωής από την ανόργανη κατάσταση, και υπογραμμίζει μια καθαρά νατουραλιστική (μη κατευθυνόμενη) "καταγωγή με τροποποίηση." Δηλαδή, ότι τα πολύπλοκα πλάσματα εξελίσσονται από πιο απλούς προγόνους με τρόπο φυσικό και σε βάθος χρόνου. Εν ολίγοις, καθώς τυχαίες γενετικές μεταλλάξεις πραγματοποιούνται στο γενετικό κώδικα ενός οργανισμού, οι ευεργετικές μεταλλάξεις διατηρούνται, επειδή βοηθούν την επιβίωση- μια διαδικασία γνωστή ως "φυσική επιλογή." Αυτές οι ευεργετικές μεταλλάξεις περνούν στην επόμενη γενιά. Με την πάροδο του χρόνου, οι ευεργετικές μεταλλάξεις συσσωρεύονται και το αποτέλεσμα είναι ένα εντελώς διαφορετικός οργανισμός. 

Μεταλλάξεις 

Το ότι τυχαίες μεταλλάξεις εγκαθιδρύονται στο γονιδίωμα ενός οργανισμού με κριτήριο τη φυσική επιλογή, είναι μια υπόθεση η οποία έχει πειραματικά επιβεβαιωθεί. Ένα απλό παράδειγμα είναι βακτήρια τα οποία καταφέρνουν να επιβιώσουν μέσα από μια ομάδα ομοίων τους απέναντι σε κάποιο αντιβιοτικό επειδή αυτά τα βακτήρια έτυχε να φέρουν μια μετάλλαξη που εξουδετερώνει το φάρμακο. Ωστόσο, ενώ αυτή η διαδικασία εξασφαλίζει την επιβίωση δεν οδηγεί στη δημιουργία ενός νέου είδους. Το ουσιαστικό πάντως πρόβλημα με τις μεταλλάξεις ως μηχανισμός για τη δημιουργία νέων ειδών είναι η θεώρηση ότι αυτές μπορούν να παράγουν κατά κάποιο τρόπο νέα πληροφορία. Στην πραγματικότητα οι φυσικές διαδικασίες δεν είναι αναστρέψιμες, σύμφωνα με το δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής. Εντροπία σημαίνει απώλεια πληροφορίας. Προσπαθούμε πάντα να επανακτήσουμε αυτές τις πληροφορίες, υποθέτοντας μικρά, 'απειροστά' αναστρέψιμα βήματα προς τα πίσω σε κάποια αρχική ή θεμελιώδη κατάσταση του συστήματος, αλλά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ πραγματικά. Αυτό που κάνουμε είναι να θεωρήσουμε μια γενική κατάσταση σύμφωνα με την οποία θα εξελιχθεί το σύστημα. Στη συνέχεια παρακολουθούμε βήμα- βήμα τη διαδικασία. Αλλά τα απειροελάχιστα βήματα δεν μπορούν ποτέ να μας οδηγήσουν σε κάτι περισσότερο από διακυμάνσεις μέσα στα πλαίσια του ίδιου είδους. Επιπλέον, η δημιουργία νέας πληροφορίας θα οδηγούσε σε παραβίαση της αρχής διατήρησης της ενέργειας. Προκειμένου να έχουμε ένα νέο είδος χρειαζόμαστε ουσιαστικά μια ολιστική εξέταση της διαδικασίας. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε μια σημαντική αλλαγή όχι σε κάποιο μεμονωμένο μέρος του οργανισμού, αλλά στο σύνολό του. Διαφορετικά θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της δημιουργίας 'νέας πληροφορίας.' 

Τελικά, οι μεταλλάξεις αντιπροσωπεύουν έναν τυχαίο ανασυνδυασμό του γονιδιώματος αντί για στοχευμένα εξελικτικά γνωρίσματα. Αυτά τα γνωρίσματα φαίνεται ότι επέρχονται από τις φυσικές ιδιότητες της ύλης. Επιπλέον, το υψηλό ποσοστό μετάλλαξης που πράγματι συμβαίνει κατά τη διάρκεια της ζωής ενός οργανισμού δείχνει ότι δεν μπορεί να είναι υπεύθυνο για οποιονδήποτε βιολογικό μετασχηματισμό των ειδών. Αν ήταν αυτές οι μεταλλάξεις σημαντικές, θα αρκούσαν μία-δύο για να παράξουν ένα νέο είδος. Φαίνεται λοιπόν ότι οι μεταλλάξεις απλώς ακολουθούν πρότυπα ανασυνδυασμού πληροφορίας (χωρίς κάποιο ενεργειακό κέρδος ή απώλεια), τα οποία δεν οδηγούν σε νέα είδη αλλά σε παραλλαγές μέσα στα πλαίσια του ίδιου πάντα είδους. Γιατί αυτό άραγε; Η απάντηση είναι επειδή έχουμε ήδη φτάσει σ' ένα στάδιο εξέλιξης μακριά από την οντογένεση. Δεν έχουμε νέα είδη που δημιουργούνται, αλλά υπάρχοντα είδη που διατηρούνται. Και αυτή η κατάσταση επιβίωσης επιτυγχάνεται με τη διατήρηση της πληροφορίας. Προκειμένου να έχουμε 'νέα πληροφορία,' που θα αποτελούσε ένα 'νέο είδος,' θα χρειαζόμασταν πρώτα ένα συμβάν εξαφάνισης, με άλλα λόγια μια 'νέα δημιουργία.' 

Κατά συνέπεια, αυτό που πραγματικά προέχει είναι οι διεργασίες του γονιδιακού ανασυνδυασμού, που εκφράζονται από μεταλλάξεις αλλά δεν καθοδηγούνται από αυτόν. Το σχέδιο σύμφωνα με το οποίο ξεδιπλώνεται η εξέλιξη του γονιδιώματος θα μπορούσε να θεωρηθεί είτε ως ντετερμινιστικό ή ως πιθανοκρατικό. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα άλυτο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, μια εντελώς τυχαία διαδικασία μεταλλάξεων ή αλληλεπιδράσεων μεταξύ βιολογικών μορίων είναι άκρως αμφίβολο ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγκεκριμένες, οργανωμένες μορφές ζωής. Από την άλλη πλευρά, το να υποθέσουμε ότι η ζωή όπως την ξέρουμε ήδη υπήρχε σαν μια τέλεια μορφή από αρχή του σύμπαντος είναι μια υπόθεση που μας αφήνει λίγο χώρο να αναπνεύσουμε. Γι' αυτό και πρέπει να παραδεχτούμε ότι όποια κι αν είναι η αιτία, η εξέλιξη είναι η διαδικασία η οποία μπορεί να μας πει το μάθημα της φυσικής ιστορίας μας. 

Φυσική επιλογή 

Η έννοια της φυσικής επιλογής προηγείται της γενετικής, της γνώσης δηλαδή του μηχανισμού της κληρονομικότητας για όλες τις μορφές ζωής. Με σύγχρονους όρους, η επιλογή δρα στο φαινότυπο ενός οργανισμού, στα παρατηρήσιμα χαρακτηριστικά, αλλά είναι η γενετική σύσταση, ή γενότυπος, του οργανισμού που κληρονομείται. Ο φαινότυπος είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμού του γενότυπου και του περιβάλλοντος στο οποίο ζει ο οργανισμός. Αυτή είναι η σύνδεση μεταξύ της φυσικής επιλογής και της γενετικής, όπως περιγράφεται από τη σύγχρονη εξελικτική θεωρία. Παρά το γεγονός ότι μια πλήρης θεωρία της εξέλιξης απαιτεί επίσης μια εξήγηση του πώς η γενετική παραλλαγή προκύπτει αρχικά (π.χ. μέσω των μεταλλάξεων και της σεξουαλικής αναπαραγωγής) και περιλαμβάνει άλλους εξελικτικούς μηχανισμούς (όπως η γενετική παρέκκλιση και η ροή γονιδίων), η φυσική επιλογή φαίνεται να είναι ο πιο σημαντικός μηχανισμός για τη δημιουργία σύνθετων προσαρμογών στη φύση. 

Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε εδώ είναι ότι η φυσική επιλογή είναι μια ντετερμινιστική προσέγγιση στην διαδικασία της εξέλιξης. Είτε κάποιος έχει το απαραίτητο χαρακτηριστικό και θα επιβιώσει ή δεν το έχει και θα πεθάνει. Ακόμα και αν αυτός επιζήσει, οι απόγονοί του δεν θα επικρατήσουν, έτσι η γενεαλογία του θα χαθεί. Η φυσική επιλογή δεν μας λέει πώς κάποιος μπορεί να επιβιώσει και να εξασφαλίσει την επιβίωση των απογόνων του. Προτείνει μόνο ποιος μπορεί να είναι ο μηχανισμός της γενετική επικράτησης. Αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι στην πραγματικότητα δεν επιβιώνει μόνο ο 'καταλληλότερος.' Οι περισσότεροι από εμάς είμαστε 'αδύναμοι,' σε σχέση με κάποιο κοινώς αποδεκτό πρότυπο 'ισχύος,' αλλά, με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο, όλοι έχουμε 'ίσες πιθανότητες' επιβίωσης. Για παράδειγμα, ένας καλλιτέχνης, που θεωρείται γενικά ένα 'ευαίσθητο' πρόσωπο, μπορεί να απολαμβάνει την ίδια προτίμηση και αποδοχή με την 'ισχυρή' προσωπικότητα ενός πολιτικού ή στρατιωτικού. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι να θεωρήσουμε τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν την εξέλιξη σε πολύ διαφορετικά μονοπάτια από εκείνα που θα πρότειναν βιολογικά παράγοντες, αλλά να αναγνωρίσουμε διεργασίες στα γονίδια μας, και στο πλαίσιο της φυσικής επιλογής, που να είναι τυχαίες αρκετά ώστε να μπορούν να οδηγήσουν την εξέλιξη προς έναν υψηλό βαθμό διαφοροποίησης με αυστηρά βιολογικά κριτήρια. 

Στο άλλο άκρο της εξέλιξης, βρίσκεται ο δημιουργισμός. Πρόκειται για τη θρησκευτική πίστη ότι η ανθρωπότητα, η ζωή, η γη και το σύμπαν είναι η δημιουργία μια υπερφυσικής οντότητας. Καθώς η επιστήμη αναπτυσσόταν από το 18ο αιώνα και μετά, διάφορες απόψεις υπήρξαν που είχαν ως στόχο να συμβιβάσουν την επιστήμη με την αφήγηση της Δημιουργίας. Έτσι εκείνοι που πίστευαν ότι τα διάφορα είδη δημιουργήθηκαν ξεχωριστά (όπως ο Philip Gosse το 1847) ονομάζονταν 'δημιουργιστές' στην αλληλογραφία που είχε ο Δαρβίνος με τους ομολόγους του. Στη Δύση, και ειδικά στις ΗΠΑ από  το 1929, ο 'δημιουργισμός' συνδέθηκε με το χριστιανικό φονταμενταλισμό. Σήμερα, η αμερικανική επιστημονική κοινότητα αναγνωρίζει ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις μεταξύ των δημιουργιστών σχετικά με τον τρόπο της Δημιουργίας. Οι πιο κοινές διαφορές αφορούν την εξέλιξη των ζωντανών οργανισμών, την ιδέα της κοινής καταγωγής, τη γεωλογική ιστορία της γης, το σχηματισμό του ηλιακού συστήματος και την καταγωγή του σύμπαντος. Ωστόσο, οι πεποιθήσεις του εξελικτικού δημιουργισμού (θεϊστική εξέλιξη), μια σύγχρονη μορφή του παλιού δημιουργισμού, δέχεται τα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης ενώ παράλληλα διατηρεί κλασικά θρησκευτικά διδάγματα σχετικά με το Θεό και τη δημιουργία.


Αμείωτη πολυπλοκότητα 

Ο Michael Behe, που εισήγαγε τον όρο, ορίζει την αμείωτη πολυπλοκότητα ως εξής: 

"Ως αμείωτη πολυπλοκότητα εννοώ ένα σύστημα που αποτελείται από πολλά καλοσυντονισμένα, αλληλεπιδρώντα μέρη που συνεισφέρουν στη βασική λειτουργία του συστήματος, ενώ η απομάκρυνση ενός από αυτά τα μέρη κάνει το σύστημα ουσιαστικά να παύσει να λειτουργεί. Ένα τέτοιο σύστημα δεν μπορεί άμεσα να παραχθεί (δηλαδή βελτιώνοντας διαρκώς την αρχική του λειτουργία, η οποία εξακολουθεί να βασίζεται στον ίδιο μηχανισμό) με μικρές, διαδοχικές μετατροπές στο αρχικό σύστημα, επειδή κάθε τέτοιο πρωταρχικό σύστημα που θα του λείπει κάποιο μέρος του θα είναι εξορισμού μη λειτουργικό. Ένα αμείωτα πολύπλοκο βιολογικό σύστημα, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, θα είναι μια ισχυρή πρόκληση στην Εξέλιξη του Δαρβίνου." 

Νοήμον σχέδιο 

Η έννοια του νοήμονος σχεδίου αναφέρεται σε μια διεπιστημονική προσπάθεια απόδοσης σχεδίου στη φύση. Αυτή η θεωρία προτείνει ότι συγκεκριμένες ιδιότητες του σύμπαντος και της ζωής εξηγούνται καλύτερα με μια νοήμονη αιτία, απ' ό,τι με μια μη κατευθυνόμενη διαδικασία όπως η φυσική επιλογή. Μέσα από τη μελέτη και ανάλυση των στοιχείων ενός συστήματος, ένας θεωρητικός του νοήμονος σχεδίου είναι σε θέση να καθορίσει κατά πόσο οι διάφορες φυσικές δομές είναι το προϊόν τύχης, φυσικών νόμων, νοήμονος σχεδίου, ή κάποιου συνδυασμού αυτών. Η έρευνα αυτή διεξάγεται με την παρατήρηση των ειδών πληροφορίας που παράγονται όταν επενεργούν νοήμονες πράκτορες. Οι επιστήμονες στη συνέχεια επιδιώκουν να βρουν αντικείμενα που να διαθέτουν τα ίδια είδη πληροφορικών ιδιοτήτων που να έχουν νοήμονη προέλευση. Το νοήμον σχέδιο έχει εφαρμοστεί σε αυτές τις επιστημονικές μεθόδους για την ανίχνευση σχεδίου σε αμείωτης πολυπλοκότητας βιολογικές δομές, στο σύνθετο και καθορισμένης πληροφορίας περιεχόμενο του DNA, στην έμβια φυσική αρχιτεκτονική του σύμπαντος, και στη γεωλογικά ταχεία καταγωγή της βιοποικιλότητας στο αρχείο απολιθωμάτων κατά την Κάμβρια έκρηξη περίπου 530 εκατομμύρια χρόνια πριν. 

Οι δημιουργιστές συχνά ισχυρίζονται ότι αποδέχονται τη μικροεξέλιξη αλλά όχι τη μακροεξέλιξη- με άλλα λόγια ότι τα σκυλιά, λόγου χάρη, μπορούν να εξελιχθούν σε άλλα είδη σκυλιών αλλά δεν γίνονται ποτέ γάτες. Επομένως, η μικροεξέλιξη μπορεί να εμφανιστεί μέσα στα πλαίσια των διάφορων ειδών σκύλου, αλλά όχι  η μακροεξέλιξη. Οι όροι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά το 1927 από το Ρώσο εντομολόγο Yuri Filipchenko στο βιβλίο του 'Variabilität und Variation.' Ωστόσο, παραμένουν σε σχετικά περιορισμένη χρήση σήμερα. Όταν οι επιστήμονες χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους, τους χρησιμοποιούν διαφορετικά από ό,τι οι δημιουργιστές. Όταν οι βιολόγοι διαχωρίσουν τους δύο αυτούς όρους, είναι απλά για λόγους περιγραφικούς. Αντίθετα, για τους δημιουργιστές οι λόγοι είναι οντολογικοί- δηλαδή προσπαθούν να περιγράψουν δύο θεμελιωδώς διαφορετικές διαδικασίες. Η ουσία της μικροεξέλιξης, για τους δημιουργιστές, είναι διαφορετική από εκείνη της μακροεξέλιξης. Για την επιστήμη ωστόσο, η μακροεξέλιξη είναι απλά το συσσωρευτικό αποτέλεσμα της μικροεξέλιξης, σε κάποιο βάθος χρόνου.

Το όλο πρόβλημα σχετικά με την αμείωτη πολυπλοκότητα και τον ευφυή σχεδιασμό (νοήμον σχέδιο) χαρακτηρίζεται από την ισχυρή αιτιότητα και υπόκειται σε μια μηχανιστική προσέγγιση της φύσης. Η καλύτερη αναλογία για να το καταδείξουμε αυτό, είναι ένα ρολόι. Αν αφαιρέσουμε ένα από τα μέρη του, το πολύπλοκο αυτό αντικείμενο θα σταματήσει να λειτουργεί. Αλλά τα βιολογικά όντα δεν λειτουργούν όπως τα ρολόγια. Αντίθετα, κάθε κύτταρο σε έναν οργανισμό είναι ένα μικροσκοπικό ρολόι που λειτουργεί από κοινού με όλα τα άλλα κύτταρα. Αλλά κάθε κύτταρο περιέχει την πληροφορία σχετικά με ολόκληρο το σώμα του οργανισμού, έτσι ώστε ακόμη και αν αφαιρέσουμε ένα ή περισσότερα κύτταρα ο οργανισμός εξακολουθεί να λειτουργεί ως σύνολο. Αυτή η ολιστική πτυχή των ζωντανών οργανισμών και της φύσης είναι το σημείο κλειδί. Αν η αμείωτη πολυπλοκότητα ίσχυε, τότε αν κάποιος έχανε ένα πόδι, οι απόγονοί του θα έπρεπε να γεννηθούν κι εκείνοι με ένα πόδι. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, επειδή η πληροφορία σχετικά και με τα δύο πόδια δεν χάνεται ανεξάρτητα από το αν κάποιος χάσει ένα πόδι ή όχι. 

Επιπλέον, πέρα από τον κόσμο των γονιδίων και των βιοχημικών διεργασιών υπάρχει ο κόσμος των ατόμων. Αν η αμείωτη πολυπλοκότητα ήταν σωστή, τα διάφορα αντικείμενα δεν θα μπορούσαν να αναλυθούν στα θεμελιώδη σωματίδια, από τα οποία η ύλη αποτελείται. Αντί για άτομα θα υπήρχαν κάποιες αδιαίρετα θεμελιώδεις 'μορφές,' όπως είχε προταθεί από κάποιους αρχαίους φιλοσόφους. Έτσι, το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στην πολυπλοκότητα, αλλά στην αναγωγιμότητα. Και όλοι γνωρίζουμε ότι η σύγχρονη επιστήμη έχει φτάσει στο σημείο όπου έχουν ανακαλυφθεί τα βασικά συστατικά της ύλης. Στο σημείο αυτό, ακόμη και αν κάποια μέρα αποδειχθεί ότι η ύλη δεν μπορεί να διαιρεθεί από ένα σημείο κι έπειτα (κάτι που είναι άκρως αμφίβολο), στο επίπεδο των κουάρκ και ούτω καθεξής, δεν θα έμενε τίποτα 'πολύπλοκο' για να μιλάμε. 

Σε ό,τι αφορά το νοήμον σχέδιο, το ερώτημα είναι αν οι ιδιότητες και οι νόμοι της φύσης είναι επαρκείς για να εξηγήσουν την κατανομή και την οργάνωση της πληροφορίας με τη μορφή της νοήμονης ζωής. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν βασιστούμε σε ένα γεγονός Δημιουργίας προκειμένου να εξηγήσουμε την καταγωγή τη δική μας και του σύμπαντος, αυτό το γεγονός δεν εξαρτάται αναγκαία από κάποια 'θεία πρόνοια,' επειδή θα μπορούσε εξίσου να εξηγηθεί από τον αυθόρμητο χαρακτήρα των φυσικών διεργασιών. Πληροφορία οποιασδήποτε μορφής θα μπορούσε να παραχθεί από αυτόν τον αυθορμητισμό της φύσης, έτσι ώστε μια 'θεϊκή οντότητα,' μπορεί να αναγνωριστεί με το ίδιο το σύμπαν. Σχετικά δε με την εξέλιξη, πρόκειται ακριβώς για το ξεδίπλωμα αυθόρμητων, τυχαιοκρατικών φυσικών διεργασιών σε βιολογική κλίμακα, που λαμβάνει χώρα σύμφωνα με μια χούφτα ιδιοτήτων της ύλης. Το να αποδώσουμε την ύπαρξη αυτών των ιδιοτήτων σ' έναν 'κοσμικό σχεδιαστή' μας αφήνει με ένα παράδοξο- ότι θα πρέπει στη συνέχεια να εξηγήσουμε πώς ο σχεδιαστής σχεδιάστηκε χωρίς τις ιδιότητες που υποτίθεται ότι είχε πρώτα σχεδιάσει.

Γενεαλογίες 


Ο Δρυοπίθηκος αποτελεί ένα εξαφανισμένο γένος πιθήκων. Απολιθώματα περίπου 20 εκατομμυρίων ετών έχουν βρεθεί στην Αφρική, στην Ασία και στην Ευρώπη. Ο Δρυοπίθηκος είχε μια ημι- όρθια στάση και πιστεύεται γενικά ότι διαφορετικά είδη του θα μπορούσαν να είναι προγονικά των σύγχρονων πιθήκων και των ανθρώπων. Ο 'Ανθύπατος,' (Proconsul), που εκπροσωπείται από μια ομάδα απολιθωμάτων πιθήκων, και που μπορεί να αποτελεί τον πρόγονο του χιμπαντζή, θεωρείται από κάποιους μια υποομάδα του Δρυοπίθηκου. Ο Σιβαπίθηκος (Sivapithecus), απολιθώματα του οποίου βρέθηκαν στην Ινδία, μπορεί να είναι ο πρόγονος του ουρακοτάγκου, ενώ  ο Κενυαπίθηκος (Kenyapithecus), που βρέθηκε στην Κένυα, πιστεύεται ότι μπορεί να είναι ο πρόδρομος των νεότερων Ευρασιατικών Δρυοπιθήκων.  Τα τελευταία είδη του γένους, που βρέθηκαν στην Ευρώπη, μπορεί να συμπληρώνουν το εξελικτικό κενό μέχρι την επόμενη γενιά ανθρωποειδών, που βρίσκονται  αργότερα στην Αφρική, συμπεριλαμβανομένων των Αυστραλοπιθήκων.


10-7 εκατομμύρια χρόνια πριν, ένας μεγάλος αριθμός πιθήκων ευημερούσε σε μια μεγάλης έκτασης διασπορά ειδών που κάλυπτε όλη την Ευρώπη και ένα μεγάλο μέρος της Ασίας. Μετέπειτα η πλειοψηφία τους εξαφανίστηκε, κυρίως λόγω κλιματικών αλλαγών και εκτεταμένης παγοκάλυψης. Επιπλέον γεωλογικές ανακατατάξεις εμφανίστηκαν τότε, καθώς η Ινδία μετακινήθηκε βορειότερα για να συγκρουστεί με την Ασία. Έτσι δημιουργήθηκαν τα Ιμαλάια, προκαλώντας τη μεταβολή των καιρικών συνθηκών. Αυξημένες περιοδικές βροχοπτώσεις στην Ινδία (οι Μουσώνες) απογύμνωσαν από την υγρασία τον αέρα, έτσι ώστε τα αέρια ρεύματα που έφταναν στην Αφρική δεν ήταν πλέον υγρά, αλλά ξηρά. Οι συνθήκες στην Αφρική περίπου 11 με 5 εκατομμύρια χρόνια πριν ήταν πολύ αρνητικές για τη διατήρηση απολιθωμάτων. Υπάρχουν πολύ λίγα ευρήματα από αυτή την περίοδο, και πολύ λίγα στοιχεία από τα οποία κάποιος θα μπορούσε να οικοδομήσει μια ακριβή εικόνα των εξελικτικών γεγονότων. Ωστόσο, ορισμένα ευρήματα υπήρξαν σχετικά πρόσφατα, όπως αυτά του Σαχελάνθρωπου (Sahelanthropus), του Ορρόριν (Orrorin) και του Αρδιπίθηκου (Ardipithecus).


Περίπου 4,4 εκατομμύρια χρόνια πριν, ένα διαφορετικό είδος πρωτεύοντος προέκυψε. Τα πρώτα δίποδα πρωτεύοντα θηλαστικά έχουν ταξινομηθεί από τους παλαιοντολόγους ως ανθρωπίδες, και αυτοί οι πρώτοι ανθρωπίδες δεν είχαν ακόμη αναπτύξει το μεγάλο εγκέφαλο, την δομή των δοντιών και τα σκελετικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν το γένος Homo. Ανταυτού, προηγούνται και μερικές φορές επικαλύπτουν τα πρώτα είδη του γένους μας Homo, και είναι γνωστά ως Αυστραλοπίθηκοι. 


Οι μείζονες Αυστραλοπίθηκοι, μέλη του εξαφανισμένου γένους Παράνθρωπος (Paranthropus), ήταν δίποδοι ανθρωπίδες που πιθανότατα κατάγονται από τους ελάσσονες Αυστραλοπίθηκους. Αυτοί χαρακτηρίζονται από ισχυρή κρανιακή και οδοντική ανατομία, ισχυρές γνάθους, που έμοιαζαν σαν αυτές των σύγχρονων γορίλων, και οι οποίες έδιναν πλεονέκτημα κατά τη μάσηση σκληρών τροφών, χωρίς ωστόσο κάποια άλλα χαρακτηριστικά που υπάρχουν στους σημερινούς γορίλες.


Τα πρώιμα απολιθώματα του Homo erectus από την Αφρική (που μερικές φορές ονομάζεται Homo ergaster) είναι και τα παλαιότερα γνωστά που να δείχνουν τις αναλογίες του σύγχρονου ανθρώπου- όπως μια ανατομία του σώματος με σχετικά μακρύτερα πόδια και κοντύτερα χέρια. Οι ιδιότητες αυτές θεωρούνται προσαρμογές για μια ζωή στο έδαφος, δείχνοντας την ικανότητα του βαδίσματος σε ενδεχομένως μεγάλες αποστάσεις, με την ταυτόχρονη απώλεια των προηγούμενων προσαρμογών για την αναρρίχηση στα δέντρα.  Σε σύγκριση με προηγούμενα απολιθώματα ανθρώπου (Homo habilis), χαρακτηριστική είναι η διευρυμένη εγκεφαλική κοιλότητα, σε σχέση με το μέγεθος του προσώπου. Τα πρώτα λίθινα εργαλεία συνδέονται με τον προγενέστερο Homo habilis. Η εμφάνιση του Homo erectus στο αρχείο απολιθωμάτων συνδέεται με τα πρώτα λίθινα 'τσεκούρια' (handaxes). Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι πρόκειται για το πρώτο ανθρώπινο είδος που φρόντιζε τα γέρικα και αδύναμα μέλη του, καθώς και ότι σε κάποιο μελλοντικό στάδιο ανακάλυψε τη φωτιά.

Σημείωση: Στο παρακάτω διάγραμμα ο H. sapiens συμπεριλαμβάνεται, ως απόγονος είτε του Ευρασιατικού H. erectus ή του Αφρικανικού H. ergaster (ή ίσως ως υβρίδιο των δύο). Στην πραγματικότητα, 2-1,8 εκατομμύρια χρόνια πριν μπορεί να υπήρξαν μέχρι και τρία είδη πρώιμου ανθρώπου στην Ανατολική Αφρική (H. habilis, H. Ergaster και H. Rudolfensis), ή ακόμη περισσότερα αν συμπεριλάβουμε τον Δυτικο-ευρασιατικό H. georgicus και τον Ασιατιακό Άνθρωπο της Ιάβας, οι οποίοι, λίγο- πολύ, είναι σύγχρονοι των πρώτων ειδών του γένους μας Homo. 


Το ‘δέντρο της ζωής’ 

Ενώ η ύπαρξη του δέντρου της ζωής  δεν αμφισβητείται γενικά από την εξελικτική βιολογία, το μέγεθος και το ιδιαίτερο σχήμα του- ο αριθμός των κλάδων που αντιπροσωπεύουν διαφορετικά γένη και είδη, καθώς και οι συνδέσεις μεταξύ τους- είναι αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των ερευνητών, ενώ υπάρχει ο επιπλέον περιορισμός ενός αρχείου απολιθωμάτων που προσφέρει μόνο μια κατακερματισμένη άποψη του παρελθόντος. Οι συζητήσεις αυτές μερικές φορές γίνονται αντιληπτές ως αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη, αλλά αυτό δεν ισχύει σε καμία περίπτωση. Οι διαφωνίες έχουν να κάνουν με τις ακριβείς εξελικτικές σχέσεις- ουσιαστικά, 'αν και πώς σχετίζεται κάποιο είδος ή γένος με τα υπόλοιπα.' 

Το πρώτο σκίτσο του Δαρβίνου (1837) 

Από τη στιγμή που ο Δαρβίνος δημοσίευσε την 'Καταγωγή των ειδών,' είχε προβληματιστεί πάνω στην εξέλιξη για περισσότερο από 22 χρόνια. Η έννοια της 'ειδογένεσης' (speciation) ήταν γι' αυτόν κάτι περισσότερο από ένα σύμπλεγμα γραμμών που χωρίζονται- αντίθετα ήταν μια μεταφορά ενός πλήρως αναπτυσσόμενου 'Δέντρου.' Η παρακάτω εικόνα είναι ένα σχεδιάγραμμα από την πρώτη έκδοση της Καταγωγής. Αντί για έναν χάρτη διακλαδώσεων, ο Δαρβίνος έχει προσθέσει τώρα το χρόνο ως έναν άξονα του χάρτη, ώστε οι πρώιμες μορφές ζωής να ξεκινούν στο κάτω μέρος και μετακινούνται στο χρόνο προς την κορυφή, διακλαδιζόμενες καθώς ανεβαίνουν. Κάθε οριζόντια γραμμή αντιπροσωπεύει "χιλιάδες γενιές. Αλλά θα ήταν καλύτερα η καθεμιά να αντιπροσωπεύει δέκα χιλιάδες γενιές." Το διάγραμμα έχει επίσης επεκταθεί με τη φιλοδοξία να συμπεριλάβει εξαφανίσεις ειδών και εξελικτικά αδιέξοδα. Το όλο διάγραμμα ωστόσο δεν μοιάζει με δέντρο. Μοιάζει περισσότερο με τα πεπλεγμένα καλάμια των ποταμιών. 


Στο κείμενό του, όμως, ο Δαρβίνος μιλά συγκεκριμένα σχετικά με την έννοια του δέντρου της ζωής: "Οι συγγένειες όλων των όντων της ίδιας κατηγορίας έχουν μερικές φορές αναπαρασταθεί μ' ένα μεγάλο δέντρο. Πιστεύω ότι αυτή η παρομοίωση λέει σε μεγάλο βαθμό την αλήθεια." Παρακάτω ακολουθεί ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα αποσπάσματα:

"Από την πρώτη ανάπτυξη του δέντρου, πολλά κλαριά έχουν φθαρεί και πέσει. Και αυτά τα χαμένα κλαριά μπορούν να αναπαραστήσουν εκείνες τις τάξεις, οικογένειες και γένη που δεν έχουν πια ζωντανούς εκπροσώπους, και που μας είναι γνωστές μόνο από απολιθώματα. Και όπως βλέπουμε εδώ κι εκεί ένα λεπτό κλαρί να φυτρώνει χαμηλά κάτω στο δέντρο, και το οποίο ευνοήθηκε για κάποιο λόγο και είναι ακόμα ζωντανό στην κορυφή, έτσι μερικές φορές βλέπουμε ένα ζώο όπως τα Ornithorhynchus και Lepidosiren, που σε κάποιο μικρό βαθμό συνδέει με συγγένεια δύο μεγάλους κλάδους της ζωής, και που προφανώς έχει επιβιώσει απέναντι στον έντονο ανταγωνισμό. Όπως τα μπουμπούκια δίνουν τη θέση τους σε φρέσκα βλαστάρια, και αυτά, αν είναι σθεναρά, επεκτείνονται και καταλαμβάνουν τη θέση ασθενέστερων κλάδων, έτσι πιστεύω ότι γίνεται και με τις γενιές στο δέντρο της ζωής, που καλύπτει με τα νεκρά και σπασμένα κλαριά του το φλοιό της γης, και καλύπτει την επιφάνεια με τις αειθαλείς και όμορφες διακλαδώσεις του."

Από τα προηγούμενα πάντως διαγράμματα και από το κείμενο φαίνεται ότι ο Δαρβίνος ήταν πολύ προσεκτικός ούτε να υπονοήσει ούτε να αρνηθεί έναν παγκόσμιο κοινό πρόγονο. Το δέντρο της ζωής αναφέρεται σε "όλα τα πλάσματα της ίδια τάξης" και όχι σε όλη τη ζωή. Μπορεί να υπάρχει ένα δέντρο ή πολλά. Ο Δαρβίνος δεν ήξερε και προτίμησε να μην δώσει απάντηση. Ήθελε ο αναγνώστης να καταλάβει ότι το δέντρο της ζωής είναι μια μεταφορά. Σε μια πρόταση το ονομάζει 'αναπαράσταση' και σε μια άλλη 'αναλογία.'

Ο ‘θάμνος’ της ζωής


Το πρόβλημα με το αλληγορικό δέντρο της ζωής του Δαρβίνου είναι ότι προέρχεται από ένα μικρό υποσύνολο ζωντανών πλασμάτων που του ήταν διαθέσιμα για τις παρατηρήσεις του. Για τα ζώα, τα φυτά, τους μύκητες, και άλλα μακροσκοπικά πλάσματα, το δέντρο της ζωής είναι μια πολύ καλή απεικόνιση της ακολουθίας των γενετικών αποκλίσεων και εξαφανίσεων ειδών που συνθέτουν τις αντίστοιχες εξελικτικές ιστορίες. Αλλά η ζωή πηγαίνει πολύ πίσω πριν από τα πρώτα ζώα, φυτά και μύκητες. Τα παλαιότερα απολιθώματα γνωστά την εποχή του Δαρβίνου προέρχονταν από την Κάμβρια εποχή, έτσι ώστε ο Δαρβίνος είχε πρόσβαση μόνον στο τελευταίο έκτο της ιστορίας της ζωής. 

Όταν εξετάζουμε τα μακρινότερα και μικρότερα  'ξαδέλφια' μας στο δέντρο της ζωής, εκείνα για τα οποία χρειαζόμαστε μικροσκόπια, παρατηρούμε ότι δεν αναπαράγονται όπως εμείς. Τα βακτήρια  ελεύθερα ανταλλάσσουν συμπλέγματα γονιδίων μεταξύ τους. Οι επιστήμονες το λένε αυτό σεξουαλική μετάδοση, αλλά δεν έχει τίποτε να κάνει με τη σεξουαλική αναπαραγωγή, στα βασίλεια των ζώων και των φυτών. Σε αντίθεση δε με τα θηλαστικά, τα οποία μπορούν να μεταδώσουν τα γονίδιά τους μόνο στην επόμενη γενιά και μέσω της σεξουαλικής συνεύρεσης, τα βακτήρια υπόκεινται σε μια πανσπερμία ανάμειξης DNA. Ορισμένοι βιολόγοι μάλιστα αμφισβητούν και το κατά πόσο θα πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο 'είδος' στην περιγραφή των βακτηρίων. 

Ως αποτέλεσμα, το δέντρο της ζωής για τους μικροοργανισμούς, όπως τα βακτήρια και τα αρχαία (archeans), είναι ένα δίκτυο διασταυρούμενων μονοπατιών. Στις πιο ακραίες περιπτώσεις, όχι μόνο οι μικροοργανισμοί ανταλλάσσουν πακέτα DNA, αλλά ένας οργανισμός μπορεί να αποικηθεί από έναν άλλο και καταλήγει να ζει σε μια μορφή συμβίωσης με τον ξενιστή του. Τα πρώιμα μικρόβια που κατάπιαν χλωροπλάστες και μιτοχόνδρια έγιναν τα πρώτα βακτήρια. Εκείνα τα βακτήρια που απέκτησαν πυρήνες και εγκόλπωσαν μιτοχόνδρια έγιναν τα ευκαρυωτικά κύτταρα- αυτά που αποτελούν εμάς, μαζί με τα φυτά, τους μύκητες και τα πρώτιστα.

Ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές αυτής της άποψης της ζωής είναι ο W. Ford Doolittle. Ο χάρτης του της εξέλιξης μοιάζει περισσότερο μ' ένα πεπλεγμένο δίκτυο, παρά μ' ένα δέντρο. Το ονομάζει δίκτυο της ζωής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δίκτυο του Doolittle είναι μια πολύ καλύτερη αναπαράσταση της μονοκυτταρικής εξέλιξης. Αντιπροσωπεύει την τωρινή μας γνώση, υποθέτοντας ότι οι πρόγονοί μας είναι μια "αρχέγονη κοινότητα πρωτόγονων κυττάρων." Το θέμα πάντως είναι ότι ακόμα γνωρίζουμε τόσο λίγα γι' αυτήν την αρχική φάση της ζωής ώστε θεωρώ ότι είναι πρόωρο να θεωρήσουμε μια τέτοια αναπαράσταση ως δεδομένη. 

Ερμηνείες 

Μορφογένεση 


 Ο A.G.Gurwitsch ανέλυσε την εμβρυακή ανάπτυξη της θαλάσσιας βίδρας σαν ένα διανυσματικό πεδίο, ώστε η μεταμόρφωση των κυττάρων σε όργανα να προκαλείται από καθαρά εξωτερικές δυνάμεις 

Η έννοια του μορφογενετικού πεδίου, θεμελιώδης στις αρχές του 20ου αιώνα για τη μελέτη της εμβρυακής ανάπτυξης, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1910 από τον Alexander G. Gurwitsch. Πειραματική υποστήριξη προήλθε από πειράματα του Ross Granville Harrison, ο οποίος μεταφύτευσε μ' επιτυχία τμήματα ενός εμβρύου σαλαμάνδρας σε διαφορετικές θέσεις. Μπόρεσε να αναγνωρίσει 'πεδία' κυττάρων να παράγουν όργανα όπως άκρα, ουρά και βράγχια, δείχνοντας ότι αυτά τα πεδία θα μπορούσαν να κατακερματιστούν ή να συμπληρωθούν από αδιαφοροποίητα κελιά, με αποτέλεσμα μια κανονική και πλήρη τελική δομή. Έτσι θεωρήθηκε ότι ήταν το 'πεδίο' των κυττάρων, αντί για μεμονωμένα κύτταρα, το πρότυπο για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη των διάφορων οργάνων. Η έννοια αυτή του μορφογενετικού πεδίου αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Hans Spemann, και στη συνέχεια από τον Paul Weiss και άλλους. 

Από τη δεκαετία του 1930, ωστόσο, η δουλειά των γενετιστών, ιδιαίτερα του Thomas Hunt Morgan, κατέδειξε τη σημασία των χρωμοσωμάτων και των γονιδίων για τον έλεγχο της ανάπτυξης, και η άνοδος της νέας θεωρίας στην εξελικτική βιολογία υποβάθμισε τη σημασία της υπόθεσης του πεδίου. Ο Morgan ήταν ιδιαίτερα κριτικός απέναντι στα πεδία, καθώς τα γονίδια και τα πεδία έγιναν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, ως η βασική μονάδα της οντογένεσης. Με την ανακάλυψη και χαρτογράφηση των γονιδίων Hox (γονίδια τα οποία ελέγχουν τον κατά άξονα σχηματισμό του οργανισμού), η κυριαρχία των γονιδίων φαινόταν εξασφαλισμένη. 

Όμως στα τέλη του 20ου αιώνα η έννοια του πεδίου επανέκαμψε ως ένα χρήσιμο μέρος της εξελικτικής βιολογίας. Διαπιστώθηκε, για παράδειγμα, ότι διαφορετικές μεταλλάξεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσμορφίες, γεγονός που υποδήλωνε ότι οι μεταλλάξεις επηρεάζουν ένα σύμπλεγμα δομών ως μονάδα, και αυτή η μονάδα θα μπορούσε να αντιστοιχεί στο πεδίο της  εμβρυολογίας των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Scott Gilbert πρότεινε ότι το μορφογενετικό πεδίο είναι μια συμβιβαστική λύση μεταξύ των γονιδίων και της εξέλιξης. Αυτό σημαίνει ότι τα γονίδια επενεργούν σε πεδία, τα οποία στη συνέχεια δρουν πάνω στον αναπτυσσόμενο οργανισμό. Η Jessica Bolker περιγράφει τα μορφογενετικά πεδία όχι απλώς ως αρχικές δομές ή όργανα, αλλά ως δυναμικές οντότητες με τις δικές τους εντοπισμένες διαδικασίες ανάπτυξης, κεντρικής σημασίας για την εξελικτική ανάπτυξη.

Περιέχουν άραγε τα γονίδια μοναδικές πληροφορίες ή χρησιμεύουν μόνο ως αποθήκες εξωτερικών πληροφοριών που προέρχονται από τα μορφογενετικά πεδία; Ένα κύτταρο περιέχει το σύνολο της πληροφορίας του γονιδιώματος. Οπότε ο τρόπος που συμπεριφέρεται ένα κύτταρο εξαρτάται από το περιβάλλον. Αν το μορφογενετικό πεδίο αλλάζει, τότε η έκφραση των γονιδίων πρέπει επίσης να αλλάζει. Το πεδίο μπορεί να παραχθεί αρχικά από βιοχημικές διεργασίες που ελέγχονται από τα γονίδια, αλλά στη συνέχεια επεκτείνεται πέρα από περιορισμένες περιοχές του γονιδιώματος και αλληλεπιδρά με τα υπόλοιπα πεδία. Μονάδες γονιδίων μπορούν να αντιστοιχούν σε μονάδες του αντίστοιχου πεδίου. Με αυτόν τον τρόπο, το ολικό μορφογενετικό πεδίο θα μπορούσε να καλύπτει το σύνολο του γονιδιώματος ενός οργανισμού, προκαλώντας αντίστοιχα αποτελέσματα. Οι μη εντοπισμένες αυτές επιδράσεις θα μπορούσαν να εξηγήσουν και την ειδογένεση. 

Ορισμός του είδους 

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κοινή αποδοχή σχετικά με τον ορισμό του είδους. Παρόλα αυτά, μπορούμε να πούμε ότι δύο είδη είναι διαφορετικά αν δεν είναι δυνατό να ζευγαρώσουν μεταξύ τους, ή τουλάχιστον δεν έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν αυτό. Ωστόσο, είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο η γενετική απόκλιση μπορεί να οδηγήσει σε κάτι περισσότερο από μία ή περισσότερες διακριτές και ξεχωριστές παραλλαγές μέσα στα πλαίσια του ίδιου είδους, παρά σ' ένα νέο είδος. Επιπλέον, η δυνατότητα της γενετικής σύγκλισης σημαίνει ότι δύο ή περισσότερες χωριστές γενιές ενός είδους δεν μπορεί να είναι απεριόριστα ξεκομμένες μεταξύ τους, έτσι ώστε υβριδισμός θα πρέπει να πραγματοποιείται σε κάποιο χρονικό σημείο. Ακόμη και τότε, αφού ο υβριδισμός οδηγεί συνήθως σε στείρους απογόνους, το προκύπτον υβρίδιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα νέο είδος. Ας χρησιμοποιήσουμε εδώ το παράδειγμα του εξελικτικού δέντρου. Ένα νέο κλαρί δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο δέντρο. Πρέπει να βάλουμε το νέο κλαρί στο 'χώμα' προκειμένου να μεγαλώσει σε νέο δέντρο. Με τον ίδιο τρόπο, αλλαγές που λαμβάνουν χώρα μέσα στα πλαίσια ενός είδους πρέπει να έχουν θεμελιώδη χαρακτήρα ώστε να παράγουν ειδογένεση. Δεδομένου ότι οι σύγχρονοι οργανισμοί είναι εξαιρετικά πολύπλοκοι και διαφοροποιημένοι, θα πρέπει να περιμένουμε η ειδογένεση να έχει συμβεί στο μακρινό παρελθόν, κατά το στάδιο των πρώτων απλών οργανισμών. Με άλλα λόγια, η ειδογένεση θα πρέπει να έλαβε χώρα μία φορά στο παρελθόν, όταν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες, μ' έναν πολύ χαμηλότερο βαθμό πολυπλοκότητας. 

H Κάμβρια Έκρηξη

Τριλοβίτης (6cm) από την πρώιμη Κάμβρια περίοδο 

Μια τέτοια περίοδος που υπήρξε στο παρελθόν είναι η λεγόμενη Κάμβρια έκρηξη. Πρόκειται για μια σχετικά γρήγορη εμφάνιση, περίπου 530 εκατομμύρια χρόνια πριν, των περισσότερων κύριων φύλων του ζωικού και του φυτικού βασιλείου, όπως μαρτυρείται στο αρχείο απολιθωμάτων, και η οποία συνοδεύεται από μεγάλη διαφοροποίηση των οργανισμών όπως τα ζώα, το φυτοπλαγκτόν και τα ασβεστούχα μικρόβια (calcimicrobes). Πριν από περίπου 580 εκατομμύρια χρόνια, οι περισσότεροι οργανισμοί ήταν απλοί, αποτελούμενοι από μεμονωμένα κύτταρα οργανωμένα περιστασιακά σε αποικίες. Στα επόμενα 70-80 εκατομμύρια χρόνια, ο ρυθμός επιταχύνεται κατά μία τάξη μεγέθους (όπως ορίζεται από το ρυθμό εξαφάνισης και παραγωγής ειδών) και η ποικιλομορφία της ζωής άρχισε να μοιάζει με τη σημερινή. 

Η Κάμβρια έκρηξη προκάλεσε εκτεταμένη επιστημονική συζήτηση. Η φαινομενικά ταχεία εμφάνιση απολιθωμάτων στο αρχέγονο γεωλογικό υπόστρωμα είχε ήδη παρατηρηθεί από τη δεκαετία του 1840, και το 1859 ο Δαρβίνος το εξετάζει ως μία από τις βασικές αντιρρήσεις που θα μπορούσε να υπάρξει  κατά της θεωρίας της εξέλιξης μέσω της φυσικής επιλογής. Το μακρόχρονο ερώτημα σχετικά με την απότομη εμφάνιση της Κάμβριας πανίδας, επικεντρώνεται σε τρία βασικά σημεία: α) αν όντως υπήρξε μια μαζική διαφοροποίηση σύνθετων οργανισμών μέσα σ' ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα κατά την πρώιμη Κάμβρια εποχή, β) τι θα μπορούσε να προκαλέσει μια τέτοια ραγδαία αλλαγή και γ) τι  συνεπάγεται αυτό σχετικά με την προέλευση και την εξέλιξη της ζωής. Η ερμηνεία είναι δύσκολη λόγω του περιορισμένου αριθμού στοιχείων, και βασίζεται κυρίως σ' ένα ελλιπές αρχείο απολιθωμάτων και χημικές 'υπογραφές' πάνω στους βράχους του Κάμβριου υποστρώματος. 

Η Κάμβρια έκρηξη ίσως να μην ήταν ένα σημαντικό εξελικτικό γεγονός. Μπορεί να αναπαριστά ένα κατώτατο όριο: για παράδειγμα, ένα όριο στη γενετική πολυπλοκότητα που επέτρεψε ένα ευρύτατο φάσμα μορφολογιών. Ό,τι κι αν πυροδότησε την πρώιμη Κάμβρια διαφοροποίηση, άνοιξε ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα προηγουμένως ανύπαρκτων οικολογικών θυλάκων. Όταν αυτοί καταλήφθηκαν, έμεινε περιορισμένος χώρος μια τέτοια ευρεία διαφοροποίηση να παρουσιαστεί ξανά, επειδή καθιερώθηκε ένας ισχυρός ανταγωνισμός στους θύλακες, με τους ήδη εγκατεστημένους φορείς να έχουν συνήθως το πλεονέκτημα. Αν είχε συνεχιστεί να υπάρχει ένα σχετικά ευρύ φάσμα οικολογικών κενών, τότε διάφοροι κλάδοι ειδών θα ήταν σε θέση να συνεχίσουν να διαφοροποιούνται αρκετά ώστε να τα αναγνωρίσουμε ως διαφορετικά φύλα. Αλλά όταν όλα τα εξελικτικά κενά κλείνουν, οι γενιές συνεχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αρχική τους γενετική απόκλιση, καθώς απομένουν περιορισμένες ευκαιρίες για να αλλάξουν τον τρόπο ζωής και τις μορφές τους. 

Η απειρότητα των ‘LUCAs’ (Last Universal Common Ancestor)

Η πλέον κοινώς αποδεκτή θέση της ρίζας του δέντρου της ζωής είναι μεταξύ ενός μονοφυλετικού τομέα των βακτηρίων και ενός κλάδου που σχηματίζεται από τα Αρχαία (Archaea) και τους Ευκαριώτες, σύμφωνα με αυτό που αναφέρεται ως 'παραδοσιακό δέντρο της ζωής,' με βάση διάφορες μοριακές μελέτες που ξεκίνησαν από τον Carl Woese. Μια μικρή μειοψηφία μελετών κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα, δηλαδή ότι η ρίζα βρίσκεται στον τομέα των βακτηρίων, που να είναι θεμελιώδης για έναν κλάδο που συμπεριλαμβάνει τα Αρχαία, τους Ευκαριώτες, μαζί με τα υπόλοιπα βακτήρια, όπως προτάθηκε από τον Thomas Cavalier-Smith. 

Η θεωρία του αποικισμού 

Μία εξήγηση των πολυκύτταρων οργανισμών είναι η αποικιακή θεωρία που πρότεινε ο Haeckel, το 1874. Αυτή η θεωρία υποστηρίζει ότι η συμβίωση πολλών οργανισμών του ίδιου είδους (σε αντίθεση με τη συμβιωτική θεωρία, που προτείνει τη συμβίωση διαφορετικών ειδών) οδήγησε σ' έναν πολυκύτταρο οργανισμό. Το πλεονέκτημα της αποικιακής θεωρίας είναι ότι έχει παρατηρηθεί να συμβαίνει ανεξάρτητα σε 16 διαφορετικά φύλα πρωτίστων. Για παράδειγμα, σε περιόδους έλλειψης τροφής η αμοιβάδα Dictyostelium σχηματίζει αποικίες που κινούνται ως ένα σώμα σε μια νέα θέση. Ορισμένες από αυτές τις αμοιβάδες εμφανίζονται ελαφρώς διαφοροποιημένες στο τέλος της μετακίνησης. Άλλα παραδείγματα αποικιακής οργάνωσης στα πρώτιστα είναι το είδος Volvocaceae, όπως τα Eudorina και Volvox, το τελευταίο από τα οποία αποτελείται από μέχρι και 500-50.000 κύτταρα, εκ των οποίων μόνο ένα μέρος αναπαράγεται. Ωστόσο, συχνά είναι δύσκολο να διαχωριστούν τα αποικιακά πρώτιστα από τους πραγματικά πολυκύτταρους οργανισμούς, καθώς οι δύο σχετικές έννοιες δεν είναι σαφώς διακριτές. 


Το 1998, ο Woese πρότεινε ότι, (1) κανείς οργανισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως LUA (Last Universal Ancestor), και (2) ότι η γενετική κληρονομιά όλων των σύγχρονων οργανισμών προήλθε από την οριζόντια μεταφορά γονιδίων μεταξύ μιας αρχαίας κοινότητας οργανισμών. Το 2010, με βάση την πληθώρα των μοριακών ακολουθιών που είναι πια διαθέσιμη από όλα τα 'βασίλεια' της ζωής, δημοσιεύτηκε μια εκδοχή της πιθανής κοινής καταγωγής. Αυτή η έρευνα ευνόησε την ύπαρξη ενός καθολικού κοινού προγόνου απέναντι σε ένα ευρύ σύνολο εναλλακτικών υποθέσεων που περιλαμβάνουν οριζόντια μεταφορά γονιδίων. Ωστόσο, αυτή η έρευνα ήταν ασαφής όσον αφορά την κοινότητα των οργανισμών ως υπόθεση, δεδομένου ότι ο τελευταίος κοινός πρόγονος δεν απαιτήθηκε να είναι ένας μοναδικός οργανισμός, αλλά θα μπορούσε να είναι ένας πληθυσμός οργανισμών με διαφορετικούς γενότυπους, και οι οποίοι θα μπορούσαν να ζουν σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους. Αυτή η έρευνα ήταν επίσης συνεπής σε ό,τι αφορά πολλαπλούς πληθυσμούς με ανεξάρτητη καταγωγή, οι οποίοι αποκτούν τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν γενετικό υλικό ώστε να αποτελέσουν ένα είδος.

Εξέλιξη συζευγμένης ιεραρχίας 

Σε μια επίσημη διατύπωση, συζευγμένη ιεραρχία υπάρχει σ' ένα σύστημα το οποίο περιέχει έναν ατέρμονο βρόχο. Ο ανάλογος όρος 'παράξενη στροφή' διατυπώθηκε από τον Douglas Hofstadter για να περιγράψει μια διαδικασία κατά την οποία κάποιος κινείται σε διαδοχικές βαθμίδες ή επίπεδα ιεραρχίας (προς τα πάνω ή προς τα κάτω), μόνο για να βρει τον εαυτό του πίσω στο σημείο όπου ξεκίνησε. Η διαδικασία αυτή ορίζεται με την ίδια τη λογική, και αυτό που ονομάζεται αυταναφορά- ένα γεγονός που αποδεικνύεται από την ίδια του την ύπαρξη. Πάντως, η ανυπαρξία ενός επιχειρήματος δεν είναι επιχείρημα για την ανυπαρξία. Αντίθετα, φέρνει στο προσκήνιο ένα απίθανο αντικείμενο. Ακόμη κι αν η κοινή ή τυπική λογική θεωρεί κάποια αντικείμενα ως αδύνατα, φαίνεται να να γνωρίζουμε από την καθημερινή εμπειρία ότι τέτοια αντικείμενα πρέπει να υπάρχουν στ' αλήθεια. 

Οι ατέρμονοι ή άπειροι βρόχοι είναι αυθόρμητα αντικείμενα ή διαδικασίες, που δεν υπακούουν στους βασικούς κανόνες της αιτιότητας. Δεν έχουν σχέση με γεγονότα που μπορούν να μπουν σε με μια σειρά  αιτίας- αποτελέσματος. Κάθε σημείο σε έναν ατέρμονο βρόχο μπορεί να είναι ταυτόχρονα και αρχή και τέλος. Με άλλα λόγια, μια 'παράξενη στροφή' είναι ένας άπειρος αιτιακός βρόχος. Ακόμη καλύτερα, είναι ένας άπειρος μη αιτιακός βρόχος, λόγω της ιδιότητάς του να παράγεται αυθόρμητα. 

Τα αυθόρμητα φαινόμενα στη φύση είναι συνηθισμένα, αν και συνήθως τους αποδίδουμε αιτιακές σχέσεις. Για παράδειγμα, στο πεδίο της βιολογίας η παρθενογένεση είναι ένα φαινόμενο αυθορμητισμού. Στη φυσική, ο αυθορμητισμός κυριαρχεί στο μικροσκοπικό επίπεδο, όπου σωματίδια φαίνεται να ξεπηδούν από το πουθενά με τη μορφή 'εικονικών' ζευγαριών. Το παράξενο είναι ότι αυτοί οι αυθόρμητοι βρόχοι εικονικών ζευγών, μέσω των διαδικασιών της λεγόμενης αυθόρμητης ρήξης της συμμετρίας, χωρίζονται σ' ένα πραγματικό μέρος, το οποίο περνά στην ύπαρξη, και σ' ένα ακόμη 'φανταστικό' μέρος το οποίο 'βυθίζεται' πίσω στο κενό. 

Επιπλέον, αυτοί οι αυθόρμητοι βρόχοι εμφανίζουν την ιδιότητα του ταυτοχρονισμού. Συζευγμένα ζεύγη σωματιδίων, για παράδειγμα, στην κβαντική μηχανική, φαίνεται να μεταφέρουν τις ιδιότητές τους το ένα στο άλλο ακαριαία, ανεξάρτητα από την απόσταση που τα χωρίζει. Αυτό είναι ένα καλά διαπιστωμένο γεγονός που επαναλαμβάνεται συνεχώς κάτω από πειραματικές συνθήκες. Φαίνεται ότι ο ίδιος ο βρόχος, η αποκαλούμενη 'κυματοσυνάρτηση' του συστήματος των συζευγμένων σωματιδίων (ή οποιουδήποτε σωματιδίου ή συστήματος) 'καταρρέει' ταυτόχρονα παντού, ενώ η πληροφορία για κάθε είδος αιτιακής αλληλεπίδρασης μεταφέρεται εκ των υστέρων. 

Ο όρος 'συζευγμένη ιεραρχία' αναφέρεται πρώτιστα στη συνείδηση. Η συνείδηση φαίνεται, αν όχι να παράγει το συζευγμένο σύστημα, να το κάνει να καταρρέει, έτσι ώστε ο πειραματιστής ή παρατηρητής να διαδραματίζει έναν ρόλο θεμελιώδη και εγγενή στην όλη διαδικασία. Ο  παρατηρητής είναι πραγματικά ένα μέρος του συστήματος. Αυτή η διαπίστωση είναι αυτό που κάνει τη συνείδηση και τη νοημοσύνη γενικότερα έναν αναντικατάστατο παράγοντα των φυσικών διεργασιών, αλλά επίσης μια μορφοποιητική αιτία, καθώς είναι ικανή να καθορίσει την τύχη του συστήματος κάνοντάς το να εκφραστεί και να πραγματοποιηθεί σε μια καθορισμένη χρονική στιγμή (και όχι κατά τύχη).

Αν τώρα απαλλαγούμε από τις 'αυταπάτες' ενός ατέρμονου βρόχου- φανταζόμενοι για παράδειγμα ότι 'ανεβαίνουμε' ή ότι 'κατεβαίνουμε' ενώ απλά μετακινούμαστε κατά μήκος μιας κυκλικής διαδρομής- απομένουμε αντιμέτωποι με τη φύση του ταυτοχρονισμού καθαυτού. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε εδώ είναι ότι ένα σύνολο από πράγματα ή γεγονότα που αρχικά λαμβάνουν χώρα, ας πούμε, την ίδια στιγμή και σε διαφορετικούς τόπους, μπορεί να ερμηνευθεί αναδρομικά ότι τα πράγματα συμβαίνουν χωριστά στο χώρο και στο χρόνο. Αυτό συμβαίνει επειδή η αρχική κατάσταση ή φαινόμενο ενεργοποιείται με τη μορφή συνθηκών οι οποίες εκπληρώνονται ή απορρίπτονται σ' ένα μεταγενέστερο στάδιο ως 'πραγματικά' αντικείμενα ή γεγονότα. Στο αρχικό στάδιο ολόκληρη η 'κυματοσυνάρτηση' που περιγράφει κάθε είδος συστήματος 'κυμαίνεται,' ή αλλιώς βρίσκεται σε κατάσταση 'υπέρθεσης,' όπως λέγεται. Κατά τη στιγμή της συνειδητοποίησης, όταν η κυματοσυνάρτηση καταρρέει, το σύνολο των γεγονότων βρίσκεται κατανεμημένο στο χώρο και στο χρόνο. Από αυτό το σημείο κι έπειτα είναι που ο κόσμος της αιτίας και του αποτελέσματος γίνεται πραγματικός. 

Έτσι η συζευγμένη ιεραρχία είναι μια κατάσταση ή συνθήκη, που εκφράζεται στον πραγματικό κόσμο ως ένα σύνολο γεγονότων χρονικά και χωρικά ισοδύναμων σε ένα θεμελιώδες επίπεδο, αλλά  ιεραρχικά διευθετημένων σύμφωνα με μια διαδοχή στο χώρο- χρόνο, κατά το δεύτερο στάδιο της συνειδητής πραγματοποίησης και της αιτιακής απόδοσης χαρακτηριστικών. Αυτή η ταξινόμηση όχι μόνο λαμβάνει χώρα εκ των υστέρων, αλλά είναι επίσης εξαιρετικά υποκειμενική, καθώς βασίζεται όχι μόνο σε φυσικές έννοιες, όπως αυτές του χώρου και του χρόνου, αλλά και σε κοινωνικές ή προσωπικές απόψεις που αφορούν την κοινωνική τάξη και κατάσταση, προσωπικά συμφέροντα και πεποιθήσεις, φυλετικές διακρίσεις, προκαταλήψεις, και ούτω καθεξής. Ας πάρουμε για παράδειγμα την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπου. Σύμφωνα με την επιστημονική ερμηνεία του αρχείου απολιθωμάτων, αυτό συνέβη πριν περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια στην Αφρική. Αλλά σύμφωνα με τη θρησκευτική ερμηνεία της Βίβλου το ίδιο γεγονός μπορεί να συνέβηκε μόλις 10 χιλιάδες χρόνια πριν στην Εδέμ. Αυτό που θέλω απλά να τονίσω εδώ είναι πόσο διαφορετική μπορεί να είναι μια αιτιακή ερμηνεία της ίδιας υποθετικής συνθήκης. Γιατί αν ρωτάγαμε πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά η συνθήκη για τον άνθρωπο στο φυσικό αρχείο του σύμπαντος, κανείς δεν θα είναι έτοιμος να απαντήσει. 

Η διαδικασία της εξέλιξης κατά μια έννοια είναι αυτονόητη. Οι άνθρωποι ή οι δεινόσαυροι δεν υπήρχαν πριν να σχηματιστεί ο πλανήτης μας, ή στην αρχή του σύμπαντος. Όλα τα πλάσματα εξελίχτηκαν από πρωτόγονες μορφές, που με τη σειρά τους ήρθαν στην ύπαρξη χάρη στα πρώτα οργανικά μόρια. Αυτή η ιστορία φτάνει πίσω στην ανόργανη ύλη, στα άτομα, και στα θεμελιώδη σωματίδια. Πηγαίνει ακόμη πιο πίσω στο κενό και στις διακυμάνσεις του. Δεν θα ρωτήσω εδώ ποιος δημιούργησε το κενό ή το σύμπαν, αν ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν ή αν ο Θεός δημιουργήθηκε από το σύμπαν ή το κενό, επειδή αυτό είναι μια ερώτηση που κανείς δεν μπορεί να απαντήσει. Αυτό είναι ακριβώς το ζητούμενο- οι 'αλήθειες' δεν αποδεικνύονται. Αλλά ό,τι κι αν συνέβηκε στην αρχή όταν ο ατέρμονος βρόχος όλων των πιθανοτήτων εμφανίστηκε, ο χρόνος ξεκίνησε να ρέει και μαζί του ο χώρος άρχισε να επεκτείνεται. Η ενέργεια 'ψύχθηκε,' η ύλη σχηματίστηκε, οι νόμοι της φύσης καθιερώθηκαν, και η ύλη σύμφωνα με αυτούς τους νόμους άρχισε να οργανώνεται σε ολοένα και πιο σύνθετες μορφές. 

Αλλά αρκούν οι φυσικοί νόμοι να εξηγήσουν την προέλευση των νοήμονων μορφών ζωής; Σύμφωνα με την ανθρωπική αρχή, η απάντηση είναι καταφατική. Πιο ενδιαφέρον ακόμα είναι το γεγονός ότι η αυτή η αρχή δεν εναντιώνεται στη θρησκεία: αμφότερες παρέχουν μια προκαθορισμένη αιτία, η οποία ουσιαστικά στηρίζεται στο νοήμον σχέδιο για να εξηγήσει την εμφάνιση της νοήμονης ζωής. Φαίνεται ότι αν προσπαθήσουμε να βάλουμε και τις δυο αυτές απόψεις σε μια ορθολογική κλίμακα, η επιστήμη ξεκινά με ένα δόγμα που βασίζεται στην πίστη, και η πίστη ακολουθεί να εξηγήσει τον κόσμο σε ορθολογική βάση. Η στατιστική είναι πρακτική, αλλά δεν φθάνει στο επίπεδο μιας μορφοποιητικής αιτίας. Από την άλλη πλευρά, η πίστη είναι χρήσιμη, αλλά μόνο εκεί που τελειώνει η λογική. Με λίγα λόγια, η αυθόρμητη γένεση ή δημιουργία, που περιλαμβάνει ορισμένες ιδιότητες της αιτιακής μορφοποίησης ή μορφοποιητικής αιτίας, αποκαλύπτοντας τη βασική δομή ενός νοήμονος σχεδίου στη φύση, βασισμένη σε αρχέγονα πρότυπα συμμετρίας (η οποία σπάει και αποκαθίσταται), είναι ό,τι απομένει στη διάθεσή μας.

Με τον όρο νοήμον σχέδιο θα πρέπει με συνέπεια να εννοείται πληροφορία η οποία να διαθέτει τις θεμελιώδεις ιδιότητες της διατήρησης, της μετάδοσης, ακόμα και της μεταμόρφωσης. Αυτή η πληροφορία, ισοδύναμα ενέργεια ή μάζα, εκφράστηκε στο βιολογικό επίπεδο των πρώτων DNA μορίων, τα οποία με άλλα λόγια είναι 'βιολογική, αυταναπαραγόμενη πληροφορία,' η οποία αυτοργανώθηκε σε όλο και πιο πολύπλοκες μορφές, αυτό που σήμερα ονομάζουμε φυτά, άνθρωποι και ζώα. Οι κανόνες αυτής της οργάνωσης είναι μάλλον απλοί: "δοκίμασε και είτε αποδέξου ή απόρριψε." Αυτό λέγεται φυσική επιλογή. Αλλά η τυχαιότητα των βιολογικών διεργασιών, ακόμη και αν έχουν να κάνουν με μετασχηματισμό ή προσαρμογή, μεταλλάξεις όπως λέγονται, δεν είναι το ίδιο με τα μορφοποιητικά πρότυπα καθαυτά. Γι' αυτό και οι μεταλλάξεις δεν οδηγούν από μόνες τους στην ειδογένεση. Προκειμένου να έχουμε νέα είδη και όχι απλά ένα μεταλλαγμένο είδος, χρειαζόμαστε τους μορφοποιητικούς παράγοντες οι οποίοι λαμβάνουν χώρα πολύ νωρίς, ακόμα και πριν, από την εξέλιξη της αιτιακής μορφοποίησης. Για παράδειγμα, μια ομάδα μεταλλαγμένων σκύλων μπορεί να εξελιχθεί σε ένα νέο είδος- αν με κάποιον τρόπο ξεπεράσουν το απαγορευτικό φράγμα της στειρότητας- αλλά θα εξακολουθήσουν να είναι ένα νέο είδος σκύλων (όχι ένα νέο ζώο). Προκειμένου να υπάρξει 'ειδογένεση' σίγουρα χρειαζόμαστε περισσότερη 'ειδοποιό' διαφορά. Ο γονιδιακός ανασυνδυασμός είναι μια ικανή συνθήκη, αλλά αυτό που είναι αναγκαίο είναι ο ανασυνδυασμός της πληροφορίας σε ένα πιο θεμελιώδες επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας, μ' έναν μη τοπικό και ολιστικό τρόπο, το σύνολο του γονιδιώματος. 

Η μη τοπικές διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στο παρασκήνιο του μικρόκοσμου ή στον κόσμο του ασυνείδητου, σχετίζονται, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, με τον ταυτοχρονισμό στη φύση. Η ειδογένεση υπόκειται σε συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες εκφράζονται αυθόρμητα και ακαριαία σε όλο το σώμα ενός εμφανιζόμενου οργανισμού ή μιας μορφής ζωής. Οι συνθήκες αυτές αναφέρονται στα αρχαϊκά γνωρίσματα των οργανισμών, τα οποία κάτω από τη διαδικασία της εξέλιξης δεν θα εμφανιστούν ξανά. Για παράδειγμα, τα φίδια μπορούν να αναπτύξουν νέα ουρά, αλλά οι άνθρωποι δεν αναπτύσσουν νέα άκρα. Τα έντομα παρουσιάζουν ιδιότητες αυθόρμητης γένεσης (παρθενογένεση), αλλά όχι πιο πολύπλοκα ζώα. Δεν θα πρέπει να περιμένουμε ειδογένεση μετά από έναν ορισμένο βαθμό πολυπλοκότητας. 

Γι' αυτό και η έννοια της αμείωτης πολυπλοκότητας είναι αναπόφευκτη. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε ένα 'κοινό πρόγονο' όλης της ζωής ούτε καν στο επίπεδο των 'πρώτιστων:' στα βακτήρια στα Αρχαία και στους Ευκαριώτες, σύμφωνα με το προαναφερθέν σύστημα των τριών 'βασιλείων.' Σε αυτήν την περίπτωση, η 'θεϊστική' αμείωτη πολυπλοκότητα συναντά σ' ένα θεμελιώδες επίπεδο μια επιστημονική 'Αγία Τριάδα' θεμελιωδών οργανισμών από τους οποίους όλοι οι άλλοι προέρχονται. Αυτή η προοπτική έχει τις ρίζες της βαθιά στον αυθορμητισμό της φύσης. Ο αυθορμητισμός είναι στην πραγματικότητα μια αμείωτη, μη αναγώγιμη διαδικασία. Όπως και με τη θεμελιώδη 'τριάδα' του Χριστιανισμού ή με το σύγχρονο βιολογικό μοντέλο, ένα ανάλογο θεμελιώδες ή αμείωτο μοντέλο εμφανίζεται στη σωματιδιακή φυσική. Υπάρχουν 6 δομικά σωματίδια της ύλης (φερμιόνια) και 6 σωματίδια φορείς των δυνάμεων (μποζόνια). Κανένα από αυτά δεν μπορεί να παραχθεί από κανένα άλλο. Κατά συνέπεια, η αμείωτη πολυπλοκότητα δεν είναι απλώς μια θεολογική ρητορική κατά της σύγχρονης βιολογίας, αλλά μοιάζει περισσότερο σαν τον ακρογωνιαίο λίθο της λογικής επαγωγής. 

Έτσι φτάνουμε στην έννοια αυτού που βάπτισα εξέλιξη συζευγμένης ιεραρχίας. Δεν είναι μια γραμμική διαδικασία ζωικών μορφών που ζουν χωριστά και αλληλεπιδρούν τοπικά στο χώρο και το χρόνο. Αντίθετα, είναι συζευγμένες μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα περίπλοκο δίκτυο της ζωής. Αυτό δεν είναι απλά ένας τρόπον του λέγειν. Ακόμη και αν τα μεγέθη του χώρου και του χρόνου σε κάποιες περιπτώσεις είναι μεγάλα, αργά ή γρήγορα η γενετική απομόνωση αίρεται. Αν οι πρώτες μορφές ζωής ήταν απομονωμένες, τα βακτήρια δεν θα έφταναν ποτέ να σχηματίσουν τα πρώτα ευκαρυωτικά κύτταρα. Ζούμε μέσα σε ένα πολύπλοκο και διασυνδεμένο δίκτυο πραγμάτων, πλασμάτων και πληροφορίας. Και ακόμα πιο αξιοσημείωτη είναι η πιθανότητα ότι σ' ένα θεμελιώδες  επίπεδο αιτιακής μορφοποίησης και πραγματικότητας τα ίδια τα εμπόδια που αναγνωρίζουμε να μας κρατάνε χωριστά από οτιδήποτε άλλο καταρρέουν. Αυτό με το οποίο απομένουμε είναι συνθήκες οι οποίες περιμένουν να εκφραστούν στο φυσικό επίπεδο της ειδογένεσης. Αυτός είναι ο τρόπος που ο κόσμος άρχισε να υπάρχει, και εκεί καταλήγουμε κάθε φορά που κάνουμε το ταξίδι στις πηγές της ζωής, της φύσης και του ίδιου του σύμπαντος. Οι συνθήκες δεν είναι απαραίτητα προκαθορισμένες μορφές ζωής, αλλά εκφράζουν και εξηγούν τις ιδιότητες της αιτιακής μορφοποίησης. 

Γι' αυτό και η εξέλιξη είναι ιεραρχική. Υπακούει τους φυσικούς νόμους, εκτυλίσσεται μέσα στο χώρο- χρόνο, κατευθυνόμενη προς μία κατεύθυνση. Όλοι γερνάμε, δεν γινόμαστε νεότεροι. Αλλά αυτό που παραμένει αθάνατο είναι η διαδικασία του μετασχηματισμού της ίδιας της ζωής. Μεταμορφώνεται, παράγει νέα είδη, ακόμα καταστρέφει άλλα. Αλλά αυτός ο κοσμογονικός σχηματισμός νέας ζωής, ή ειδογένεσης, δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Συμβαίνει σε κρίσιμες στιγμές και όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις. Στη φυσική, αυτές οι ιδιαίτερες στιγμές ονομάζονται 'μοναδικότητες' και χαρακτηρίζονται από τις υψηλότερες τιμές πυκνότητας ενέργειας. Υποθέτω ότι η προαναφερθείσα Κάμβρια έκρηξη πληρούσε τις ανάλογες προϋποθέσεις  Υπήρχαν τα αρχαϊκά πρωτόζωα, ικανά να μεταμορφωθούν σε ριζικά νέες μορφές ζωής. Γι' αυτό και μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι η ειδογένεση μπορεί να συμβεί στις μέρες μας, υπό φυσικές συνθήκες. Έτσι η εξέλιξη πρέπει να θεωρείται ως ένας, θερμοδυναμικά καθορισμένος, μονής κατεύθυνσης δρόμος. Σε ό,τι αφορά την εντροπία, είναι σίγουρα ένα μέτρο της πολυπλοκότητας, πιθανότατα το καλύτερο. Η εντροπία αυξάνεται με την αναρχία και μειώνεται με την οργάνωση. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί στον υπολογισμό της ποσότητας πληροφορίας ενός συστήματος. Η πολυπλοκότητα μπορεί σίγουρα να μετρηθεί σε μονάδες εντροπίας. Αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμα και αν η νοήμονη ζωή μειώνει την εντροπία με την αυτοργάνωση, η συνολική εντροπία του σύμπαντος πάντα αυξάνεται. Έτσι, βασικά, η μη αναγωγιμότητα και η μη αναστρεψιμότητα είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Είτε πάμε προς τα 'εμπρός' ή προς τα 'πίσω,' η εντροπία θα αυξηθεί. Αλλά σε ό,τι αφορά την ιεραρχία στις φυσικές διεργασίες, είναι κάτι που έχει να κάνει τόσο με την πολυπλοκότητα όσο και με το χρόνο. Η πολυπλοκότητα αναφέρεται σε ορισμένες δομές απαραίτητες προκειμένου να εντοπιστεί η ζωή, ενώ ο χρόνος μπορεί να έχει να κάνει με τη διευθέτηση αυτών των δομών στο χώρο, καθώς και με ορισμένα εξελικτικά στάδια που καθορίζουν τη διαδικασία και την πρόοδο της ειδογένεσης. 

Ας μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε εδώ τη σημασία της ασυνέχειας, ή την 'κβαντική' φύση της όλης διαδικασίας. Υποθέτω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η εξέλιξη δεν είναι μια συνεχής διαδικασία. Ανεξάρτητα από το πόσα κομμάτια θα συγκεντρώνουμε, πάντα θα υπάρχουν κενά ανάμεσα. Δεν γνωρίζω βέβαια ποιο θα μπορούσε να είναι το ελάχιστο 'μήκος' ενός εξελικτικού χάσματος, αλλά, σε κάθε περίπτωση, αυτά τα κενά μπορεί να είναι τόσο μικρά ώστε να δίνουν την εντύπωση της συνέχειας. Αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Δεν πρόκειται ποτέ να δούμε, για παράδειγμα,  ένα τριαντάφυλλο να ανοίγει, ακόμα κι αν πάρουμε  ένα εκατομμύριο φωτογραφίες κατά τις ενδιάμεσες φάσεις. Με την ίδια έννοια, ίσως να μην μπορέσουμε ποτέ να φανταστούμε έναν Αυστραλοπίθηκο να μεταμορφώνεται σε ένα ανθρώπινο ον, και αυτό όχι από κάποια έλλειψη απολιθωμάτων ή δημιουργικής φαντασίας, αλλά επειδή η ίδια η διαδικασία είναι ασυνεχής. Από μία γενιά απολιθωμάτων στην επόμενη ένα γεγονός εξελικτικής επιτάχυνσης μπορεί να λάβει χώρα, έτσι ώστε η όποια αιτιακή συσχέτιση να καταρρεύσει. Ωστόσο, και οι δύο γενιές θα πρέπει να θεωρούνται ότι ανήκουν στο ίδιο είδος. Το επόμενο 'κβαντικό' βήμα της ανθρωποποίησης του Αυστραλοπιθήκου είναι ακόμα πιο δύσκολο να συλλάβουμε. Αλλά σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπάρχει ένας πρωτόγονος, πιθηκόμορφος πρόγονός μας. Οπότε αυτό που γεμίζει τα κενά είναι το μυαλό μας, το οποίο συνδέει τις 'τελείες' και αποκαθιστά μια συνεχή και συνεκτική ιστορία. 

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε την έννοια της εξέλιξης της συνείδησης. Ή άραγε 'συνείδηση της εξέλιξης;' Το γεγονός ότι η εξέλιξη μπορεί να θεωρηθεί ως μια πιθανοκρατική διαδικασία δεν αποκλείει τον παράγοντα της επιλογής, ειδικά της φυσικής επιλογής. Αλλά σε τι βαθμό η φυσική επιλογή ήταν ένα συνειδητό γεγονός, ή αμοιβαία ένα γεγονός της συνείδησης; Η πληροφορία δεν χάνεται. Αποθηκεύεται, σε ό,τι τώρα μας αφορά, στα γονίδια. Αλλά αυτού του είδους η πληροφορία δεν είναι παθητική. Υπαγορεύει πώς πρέπει τα γονίδια να συμπεριφέρονται και πώς να εκφραστούν. Τα γονίδια δεν είναι μόνο οι βιολογικές αποθήκες πληροφορίας. Είναι εκφράσεις της πληροφορίας σε βιολογικό επίπεδο. Όπως είδαμε, η πληροφορία είναι από τη φύση νοήμονη, επειδή περιέχει όλες τις ιδιότητες που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση, τη μετάδοση και το μετασχηματισμό της. Έτσι η συνείδηση εμπίπτει στη σφαίρα της νοήμονης πληροφορίας, ως μια εξελιγμένη της μορφή. Αλλά πριν  ο ανθρώπινος εγκέφαλος και η σκέψη να εξελιχθεί, η συνείδηση, με τη μορφή ενός συστήματος γενικευμένης και διάχυτης πληροφορίας, δρούσε σε όλα τα επίπεδα της ζωής και της ύπαρξης. Αυτό το δίκτυο των αναμεμειγμένων, ή 'υπερκαλυπτόμενων' καταστάσεων πληροφορίας μπορούν κάλλιστα να προσδιορίσουν τη συνείδηση είτε στ' αρχικά ή στα τελικά εξελικτικά στάδια. Η συνείδηση, όπως και η πληροφορία, αναγνωρίζει και ακόμα αποδίδει χρόνο, ενώ η ίδια είναι άχρονη. Αυτός ο άχρονος χαρακτήρας της συνείδησης πηγαίνει πίσω στα πρώτα στάδια της επέκτασης του σύμπαντος, ακόμα και πιο πριν. Η συνείδηση εμφανίζει τις ίδιες ιδιότητες αυθορμητισμού με τα αρχέγονα γεγονότα που προκάλεσαν την έκρηξη του σύμπαντος αρχικά. Γι' αυτό μπορούμε να πούμε ότι η συνείδηση είναι εγγενής στην φύση, με την ίδια έννοια που η πληροφορία είναι απαραίτητη για την οργάνωση της ύλης. Έτσι ενώ η εξέλιξη οδηγεί σε νέες μορφές πληροφορίας και ζωής, η συνείδηση είναι η πραγμάτωση της ίδιας της διαδικασίας. 

Μπορούμε τώρα να συνοψίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά της εξέλιξης συζευγμένης ιεραρχίας:

  • Η εξέλιξη διαδραματίζεται σε διακριτά βήματα αντί να είναι μια συνεχής διαδικασία. Τα κενά ανάμεσα στις εξελικτικές περιόδους ξεπερνιούνται με γεγονότα εξελικτικής επιτάχυνσης (ή επιβράδυνσης). 
  • Τα σύνορα μεταξύ διαφορετικών ειδών παρότι είναι διακριτά δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα. Διαδικασίες κβαντικής πληροφορίας τρέχουν καθ' όλο το μήκος της ραχοκοκαλιάς της εξέλιξης καθιερώνοντας μη τοπικές συνδέσεις μεταξύ των μορφών ζωής, οι οποίες δεν έχουν σαφή χαρακτηριστικά στην αρχή.
  • Οι εξελικτικές διαδικασίες είναι ιεραρχικές στο χώρο και στο χρόνο, υπόκεινται στη φυσική επιλογή, και κινούνται μη αντιστρεπτά από απλούστερες σε πιο πολύπλοκες μορφές. Ωστόσο, σε ένα αρχικό στάδιο οι πρώτες έμβιες μορφές παρήχθησαν αυθόρμητα και ακαριαία σε πολλά διαφορετικά μέρη. 
  • Υπάρχει ένα κατώτατο όριο αναγωγής κάτω από το οποίο η ζωή ως βιολογική οντότητα δεν ορίζεται. Οι πρώτες ομάδες των πολυκύτταρων οργανισμών δεν μπορούν να αναχθούν σε απλούστερες μορφές χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους ως διακριτά είδη. 
  • Η ειδογένεση συμβαίνει κατά τη διάρκεια εξαιρετικών εξελικτικών γεγονότων όταν συγκεκριμένες συνθήκες πληρούνται και σχετίζεται με τη φυσική καταλληλότητα απέναντι σε ακραία φυσικά φαινόμενα, και με την προϋπόθεση ότι όλοι οι οργανισμοί είναι σε αυτό το στάδιο πρωτόγονοι αρκετά για να μεταποιηθούν σε νέα είδη.
  • Η νοημοσύνη είναι εγγενής στη ζωή με την ίδια έννοια που η πληροφορία ήταν σε θέση να εκφραστεί σε όλες τις σύγχρονες μορφές άψυχης και έμβιας ύλης. Η συνείδηση αντιπροσωπεύει το δίκτυο όλων των ειδών πληροφορίας που διαπερνά το σύμπαν. Με άλλα λόγια η συνείδηση είναι αυτό που εξελίσσεται.

Συμπεράσματα 

Σε αυτήν τη συζήτηση κάναμε ένα ταξίδι στο χρόνο από την εμφάνιση των πρώτων 'ανθρωποειδών' ως το παρόν. Όπως είδαμε, η εξέλιξη δεν είναι μια γραμμική διαδικασία, ούτε και απλή, καθώς χαρακτηρίζεται από κενά στο αρχείο απολιθωμάτων, και από αμφιλεγόμενες ερμηνείες αυτού του αρχείου. Ωστόσο, αυτή η 'ανωμαλία' στην εξελικτική διαδικασία δεν αναιρεί την εξέλιξη, αλλά υποδηλώνει ότι ορισμένες πτυχές της θα πρέπει να επανεξεταστούν, καθώς και ότι ορισμένες θεμελιώδεις υποθέσεις της θα πρέπει να τροποποιηθούν. Αυτές οι υποθέσεις περιλαμβάνουν: την έννοια της ειδογένεσης (την απιθανότητα να έχουμε νέα είδη αποκλειστικά μέσω των μεταλλάξεων και της γενετικής παραλλαγής σε ένα προχωρημένο στάδιο της εξέλιξης), τον 'τελευταίο κοινό πρόγονο' (την παρανόηση ότι οι άνθρωποι και οι πίθηκοι για παράδειγμα εξελίχθηκαν από το ίδιο είδος), το βαθμό της αιτιακής σχέσης ανάμεσα στο φαινότυπο και στο γονότυπο (την απόλυτη άποψη ότι τα φυσικά χαρακτηριστικά μπορεί να αποδοθούν μόνο στην προσαρμογή και στη φυσική επιλογή), την εμφάνιση των σύνθετων μορφών ζωής από διεργασίες εντελώς τυχαίες (παραβλέποντας την ύπαρξη των μη τοπικών διεργασιών της μορφογένεσης στο επίπεδο ολόκληρου του οργανισμού), και ούτω καθεξής. Συνειδητοποιήσαμε επίσης ότι η έννοια της νοήμονης πληροφορίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να περιγραφεί και να εξηγηθεί η εμφάνιση της νοήμονης ζωής σε κάποια φάση εξέλιξης του σύμπαντος. Ακόμη συζητήσαμε, σε αυτό το πλαίσιο, την έννοια και την σημασία της επιλεκτικής παρατήρησης και της ανθρωπικής αρχής (ότι δηλαδή οι ερμηνείες μας είναι σ' ένα μεγάλο βαθμό αναπόφευκτα ανθρωποκεντρικές). Τέλος συμπεράναμε ότι η ζωή και η νοημοσύνη άπτονται σε εγγενείς ιδιότητες της ύλης, και δημιουργούνται αυθόρμητα μέσα από συμμετρικές (στην πραγματικότητα σπασίματος της συμμετρίας) διαδικασίες. Η πληροφορία είναι από τη φύση της νοήμονη, έτσι ώστε η συνείδηση προκύπτει ως το φυσικό αποτέλεσμα σε επίπεδο επεξεργασίας και κατανόησης της πληροφορίας (η συνείδηση στην πραγματικότητα υφίσταται ακόμα και στο ασυνείδητο επίπεδο της πληροφορίας). Κατά συνέπεια, έννοιες όπως ο Θεός, η Δημιουργία, το σύμπαν, Μεγάλη Έκρηξη, ή Κάμβρια έκρηξη είναι όλες ισοδύναμες, εκφράζοντας τις ίδιες θεμελιώδεις, αν και από διαφορετικές σχολές σκέψης και πεποιθήσεων, ιδιότητες αυτού που αποκαλούμε 'θαύμα της ζωής,' όπως όλοι το γνωρίζουμε. 

Εδώ, θα ήθελα να κάνω μία σύνοψη των συμπερασμάτων στα οποία έχουμε καταλήξει: 

  • Οι άνθρωποι δεν εξελίχθηκαν από τους πιθήκους, καθώς (σύμφωνα με το αρχείο απολιθωμάτων) οι σύγχρονοι πίθηκοι εξελίχθηκαν κατά πάσα πιθανότητα μετά τους ανθρώπους. Ωστόσο, σε κάποιο πρώιμο εξελικτικό στάδιο το πρωτόγονο ανθρώπινο είδος θα έμοιαζε σαν τα υπόλοιπα είδη πιθήκων, έτσι ώστε δεν θα ξεχώριζαν μεταξύ τους.
  • Η εξέλιξη δεν είναι απαραίτητα μια συνεχής και σταθερή διαδικασία. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται από εξελικτικά κενά- περιόδους δηλαδή εξελικτικής επιτάχυνσης ή μαζικών εξαφανίσεων.
  • Τα γεγονότα εξελικτικής επιτάχυνσης αναφέρονται σε περιόδους έντονης διαφοροποίησης (αυτό που συχνά αποκαλείται 'ειδογένεση') και θα μπορούσαν να περιγράψουν και να εξηγήσουν την ύπαρξη εξελικτικών κενών. Μπορούν να αποδοθούν σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο 'γονιδιακής έκφρασης' που να πυροδοτείται από βιολογικές και περιβαλλοντικές συγκλίνουσες συνθήκες, ή ακόμα και από περιστατικά υβριδισμού ανάμεσα σε διαφορετικούς κλάδους (του ίδιου πάντα είδους), έτσι ώστε τα παραγόμενα υβρίδια να μπορούν καλύτερα να προσαρμοστούν σε ποικίλα περιβάλλοντα. Οπότε, "η εξέλιξη έρχεται όταν οι συνθήκες ευνοήσουν." Με άλλα λόγια, συμβαίνει όταν ο γενετικός κώδικας 'συζευγνύεται' με τα αντίστοιχα περιβαλλοντικά γεγονότα, και ως εκ τούτου εκφράζεται. 
  • Οι βασικές μορφολογικές παραλλαγές ικανές να παράγουν ένα νέο είδος υπήρξαν (τουλάχιστον) μια φορά στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Κάμβριας έκρηξης, έτσι ώστε όλα τα σύγχρονα είδη κατάγονται από παράλληλες γενιές των αντίστοιχων πρώιμων οργανισμών εκείνης της περιόδου. 
  • Η εξελικτική διαδικασία δεν μπορεί να αναπαρασταθεί μ' ένα 'δέντρο,' αλλά, καλύτερα, από ένα 'δίκτυο,' έτσι ώστε διαφορετικά πρωτόγονα, ή ακόμα και σύγχρονα, είδη μπορεί να αλληλοεπικαλύπτονται με τέτοιον τρόπο ώστε οποιοσδήποτε γραμμικός ορισμός του είδους να θεωρηθεί ξεπερασμένος. 
  • Η δυσκολία (ακόμα και απιθανότητα) να ξεχωρίσουμε τα διάφορα είδη από ένα εξελικτικό στάδιο και πιο πίσω, ενισχύει την υπόθεση της αμείωτης πολυπλοκότητας. Από την άλλη, αυτή η υπόθεση περιορίζεται στο περιεχόμενο της δημιουργίας νέων ειδών και της μη ύπαρξης 'χαμένων κρίκων,' χωρίς να αποτελεί έναν νόμο της φύσης, καθώς οι πολυκύτταροι οργανισμοί μπορούν να εξελιχθούν από απλούστερους, οι απλούστεροι από ακόμα πιο θεμελιώδεις, κοκ. 
  • Οι εξελικτικές ασυνέχειες εξηγούν τη δυσκολία αναγνώρισης (ή απλά την απουσία) 'χαμένων κρίκων.' Ερμηνεύονται σε βιολογικό επίπεδο μέσω της διαδοχικής εμφάνισης γενιών ενός είδους και πηγάζουν από τις θεμελιώδεις κβαντικές ιδιότητες της ύλης. Η πράξη της παρατήρησης των γεγονότων της εξέλιξης είναι πιο σημαντική από την όποια χρονολογική ή μορφολογική διευθέτησή τους. 
  • Ο 'τελευταίος κοινός πρόγονος' είναι περισσότερο ένα περιγραφικό εργαλείο παρά μια αντικειμενική, βιολογική  πραγματικότητα, ένα αποτέλεσμα αέναης αναδρομής, καθώς θα υπάρχει πάντα ένας προηγούμενος 'κοινός πρόγονος' που θα σπρώχνει την όλη διαδικασία ολοένα και πιο πίσω στο χρόνο. 
  • Τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά των τωρινών ομάδων ανθρώπων οφείλονται σε θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των μελών του είδους, γεγονός που δείχνει ότι στο παρελθόν περισσότερα από ένα είδη ανθρώπου υπήρχαν. Ωστόσο, αυτές οι διαφορές μπορεί και να οφείλονται σε κοινωνική προκατάληψη αντί για αποδεδειγμένα επιστημονικά γεγονότα ('ράτσες' ανάλογα με το χρώμα του δέρματος για παράδειγμα). 
  • Η πιθανότητα η νοήμονη ζωή να προέκυψε κατά τύχη είναι πρακτικά μηδενική. Από την άλλη, η υπόθεση του 'νοήμονος σχεδίου' θα υπόκειται σίγουρα στους νόμους της φύσης (γνωστούς ή άγνωστους). 
  • Σύμφωνα με την ανθρωπική αρχή, η πληροφορία για την παραγωγή νοήμονης ζωής σε κάποιο στάδιο εξέλιξης του σύμπαντος υπήρχε, παρότι η τελική της μορφή (ότι θα ήταν τελικά άνθρωπος έναντι κάποιου άλλου είδους) ήταν ζήτημα τυχαίων παραγόντων. 
  • Η συνείδηση συμμετέχει στην όλη διαδικασία ως μια μορφή νοημοσύνης, και επιπλέον αποτελεί το μορφογενετικό παράγοντα της φύσης και του σύμπαντος. 
  • Η θεωρία της εξέλιξης, μέσω των εννοιών της φυσικής επιλογής και της προσαρμογής, εξηγεί μόνο εν μέρει την προέλευση της ζωής και τη φυσική πορεία των ειδών και των ανθρώπων διαμέσου του χρόνου. 
  • Η εξέλιξη συζευγμένης ιεραρχίας δέχεται την αιτιοκρατική άποψη της φύσης μόνο κατά το δεύτερο στάδιο της καθαρής φυσικής επιλογής και προσαρμογής. Σε ένα πρώτο στάδιο τα διάφορα είδη υφίστανται μόνο ως συνθήκες, οι οποίες μπορούν είτε να εκφραστούν ή να ακυρωθούν. Επιπλέον, στο αρχικό στάδιο δεν υπάρχει καμία σαφής διάκριση ανάμεσα στις πρωτοεμφανιζόμενες πρωτόγονες μορφές ζωής. Το αιτιακό στάδιο της φυσικής επιλογής ξεκινάει από αυτήν τη στιγμή κι έπειτα. Ακόμη, η εξέλιξη συζευγμένης ιεραρχίας λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι άνθρωποι μεταποιούν τα πράγματα και τα πλάσματα που παρατηρούν, αποδίδοντάς τους χαρακτηριστικά και μορφή που μπορεί να μην υπήρχαν πριν από το γεγονός της παρατήρησης. Η συνείδηση διαδραματίζει έναν κυρίαρχο ρόλο στην όλη διαδικασία, καθώς, όχι μόνο πηγάζει από το ίδιο πλαίσιο με τις πρώτες οντότητες, αλλά επιπλέον τις μεταμορφώνει, αποτελώντας έτσι η ίδια τον παράγοντα της φυσικής επιλογής.

Περισσότερα: