20 Ιουν 2013

Νόημα και πληροφορία [Μέρος 2ο]

[Τα ακόλουθα είναι από το βιβλίο «The Search for Meaning» - «The New Spirit in Science and Philosophy,» που δημοσιεύτηκε από τον οίκο Crucible το 1989, και είναι μια συλλογή δοκιμίων από επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, και τα οποία δοκίμια επικεντρώνονται σε ιδέες που προτάθηκαν από τον David Bohm. Η συλλογή εκδόθηκε από τον Paavo Pylkkanen.]

Συζήτηση

Είναι το νόημα η ύπαρξη;


Maraca Wilkins: Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσατε να αποσαφηνίσετε τη δήλωση ότι «το νόημα είναι η ύπαρξη.»

David Bohm: Θυμηθείτε τι είπα για τους υπολογιστές, το DNA, το ηλεκτρόνιο, τις δεξαμενές πληροφορίας που αποτελούν το μέταλλο στους υπεραγωγούς, που καθορίζουν τις ιδιότητες όλης της ύλης. Αν αναλύσετε αυτά που είπα, θα δείτε ότι όλα αυτά τα φαινόμενα παράγονται όταν μια σημασία πληροφορεί την ενέργεια. Έτσι σύμφωνα με αυτήν την εικόνα, η ύλη δεν είναι κάτι το νεκρό. Δεν μοιάζει καθόλου με μπάλες μπιλιάρδου που οι μία σπρώχνει την άλλη τριγύρω. Αντίθετα, η δομή και μορφή της οργανώνονται από ένα ενεργό νόημα, δηλαδή νόημα που δρα μέσα στην ενέργεια. Αυτή η έννοια είναι μια προέκταση της συνηθισμένης έννοιας του νοήματος που ισχύει στον ανθρώπινο κόσμο.

Wilkins: Αντιλαμβάνομαι τον ειρμό της σκέψης σας αλλά πάλι το βρίσκω μπερδεμένο να πούμε ότι το σώμα είναι η σημασία.

Bohm: Η ουσία είναι ότι τελικά δεν υπάρχει διαχωρισμός. Στην αρχή μπορείτε να δείτε ότι η σημασία επηρεάζει την ενέργεια και ότι αυτό επηρεάζει το σώμα· αρχικά τα διαχωρίζουμε. Αλλά τώρα, ας κάνουμε την επόμενη ερώτηση: τι είναι το σώμα; Όταν αναλύουμε το σώμα κατά κάποιον τρόπο εξαφανίζεται. Βλέπετε, για παράδειγμα, ένα ωραίο, στέρεο, τραπέζι, δηλαδή σώμα, αλλά σύμφωνα με τους φυσικούς, τους χημικούς, και ούτω καθεξής, αποτελείται από σωματίδια τα οποία περιφέρονται εδώ κι εκεί. Είναι κυρίως ο άδειος χώρος αλλά λέμε ότι τα σωματίδια είναι το σώμα. Αλλά τι είναι αυτά τα σωματίδια; Τελικά πρέπει να τα αντιμετωπίσετε σύμφωνα με την κβαντομηχανική και τότε θα δείτε ότι δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που συνήθως αποκαλούμε σωματίδια. Αν θέλετε πραγματικά να καταλάβετε τι είδους σωματίδια είναι, θα δείτε ότι είναι σωματίδια που αντιστοιχούν σε πληροφορία. Η διαφορά ανάμεσα σ’ ένα ηλεκτρόνιο και σ’ ένα πρωτόνιο οφείλεται κατά πολύ στο διαφορετικό τρόπο που το καθένα αποκρίνεται στην πληροφορία που βρίσκεται στην κυματοσυνάρτηση.

Wilkins: Ακόμα κι αν το σώμα και η σημασία δεν είναι ξεχωριστά, αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται. Δεν μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν τις δύο πτυχές της ίδιας βάσης, ή ότι η ύπαρξη και το νόημα έχουν την ίδια ουσία;

Bohm: Όχι, πιστεύω ότι αυτό μεταθέτει τη σημασία κάπου πέρα από την ύπαρξη και το νόημα. Είναι δύσκολο να δούμε τι σημασία θα είχε αυτό. Πιστεύω πω είναι καλύτερο να πούμε ότι η ουσία της ύπαρξης είναι το νόημα. Αυτό το έχω ήδη εξηγήσει, τόσο σε σχέση με τον άνθρωπο, όσο και, όπως μόλις είπα, σε σχέση με άψυχα πράγματα, συμπεριλαμβάνοντας ακόμα και τα σωματίδια της φυσικής, όπως τα ηλεκτρόνια. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όπως αλλάζει το νόημα έτσι αλλάζει και η ουσία.

Wilkins: Σε ένα άλλο σημείο της εργασίας σας αναφέρατε απόλυτες απόψεις και το κακό που αυτές προκαλούν στις ανθρώπινες σχέσεις. Αλλά κάποιοι άνθρωποι μπορεί να έχουν την εντύπωση ότι «εδώ ο καθηγητής David Bohm, παίρνει τη δογματική θέση ότι η ύπαρξη είναι νόημα και το νόημα είναι ύπαρξη» (γέλιο). Θέλω να πω ότι προσπαθώ να το καταλάβω αυτό χωρίς να γίνομαι αδέξιος. Διαισθητικά η άποψή σας μοιάζει αρκετά σωστή, γιατί μπορώ να διακρίνω έναν αριθμό συγκεκριμένων παραδειγμάτων ανθρώπινων καταστάσεων όπου αυτό το «η ύπαρξη είναι νόημα» είναι κατάλληλο. Αλλά μήπως θα αντιπροσώπευε καλύτερα τη θέση σας αν λέγατε ότι το να βλέπουμε το νόημα και την ύπαρξη ως ξεχωριστά είναι ένας κατάλληλος τρόπος να βλέπουμε τα πράγματα σε κάποιες περιστάσεις, ενώ το να βλέπουμε το νόημα και την ύπαρξη ως ένα είναι κατάλληλο σε κάποια άλλα περιεχόμενα;

Bohm: Μπορούμε να το πούμε αυτό. Θα ήθελα να τονίσω ότι κανένα από τα πράγματα που λέω δεν αποτελεί ένα τελικό γεγονός σχετικά με την πραγματικότητα.

Wilkins: Οπότε δεν παίρνετε μια απόλυτη θέση παρότι φαίνεται ότι προηγουμένως το κάνατε…

Bohm: Ας το θέσω διαφορετικά: Παίρνω μια θέση η οποία προορίζεται να αναλυθεί, και θέλω να τη διατυπώσω αρκετά ισχυρά ώστε να της δώσετε σημασία (γέλιο).  Αν το έθετα χλιαρά δεν θα δίνατε σημασία και θα ήταν σπατάλη χρόνου.

Wilkins (αστειευόμενος): Δεν πιστεύω ότι αυτό είναι δίκαιο για το ακροατήριο!

Bohm: Όχι, εννοώ ότι όλοι μας έχουμε την τάση να τοποθετούμαστε απόλυτα.

Wilkins: Καταλαβαίνω. Αλλά αναρωτιέμαι αν χρειάζεται να δούμε όλη την ύπαρξη και το νόημα ως ένα. Μου φαίνεται ότι σε κάποια σχετικά παραδείγματά σας δεν είναι σαφές αν ο διαχωρισμός τους είναι χειρότερος από την ενότητά τους. Αλλά υπάρχουν άλλα πλαίσια όπου είναι καθαρά επιθυμητό να τα βλέπουμε ως ένα- για παράδειγμα, αν θεωρήσουμε την επιστημονική γνώση ανεξάρτητη από τις εφαρμογές ή τις επιπτώσεις της, τότε δεν υπάρχει καμία αναγκαία σύνδεση ανάμεσα στο να είναι κάποιος επιστήμονας που παράγει τη γνώση και στο να είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή της.

Από την άλλη πλευρά αν θεωρήσουμε την επιστημονική γνώση ως μία αδιαχώριστη διαδικασία η οποία συμπεριλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται, τότε αποτελεί αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι η κοινωνική υπευθυνότητα της επιστήμης πρέπει να αποτελεί μέρος της επιστημονικής διαδικασίας. Αυτό είναι ένα σημείο πολύ σημαντικό στον κόσμο σήμερα. Ένα άλλο παράδειγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι ένα κείμενο που κάποτε διάβασα σχετικά με έναν ιερέα που του ζητήθηκε να εργαστεί σε φυλακή και του είπαν: «πήγαινε στο κελί με τους φυλακισμένους και κάνε ό,τι μπορείς για αυτούς.» Ο ιερέας συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε έτσι απλά να πάει να τους μιλήσει- απλά πήγε εκεί και είπε ότι σημασία είχε η παρουσία του.

Bohm: Αυτό ήταν το νόημά του εκείνη τη στιγμή.

Wilkins: Έτσι έχουμε μια πρακτική, πραγματική ανθρώπινη κατάσταση όπου η ύπαρξη και το νόημα μοιάζουν να είναι κατά πολύ το ίδιο. Αλλά συμφωνείτε ότι ο διαχωρισμός μπορεί να είναι χρήσιμος κάποιες φορές, ενώ άλλες φορές πρέπει να βλέπουμε την ενότητα;

Bohm: Αυτό που λέτε υπονοείται κατά κάποιον τρόπο σε αυτά που είπα στην εργασία μου, γιατί υπάρχουν τρία στάδια σχετικά με το θέμα. Πρώτα, το νόημα γίνεται η ύπαρξη (και το αντίστροφο). Μέσω αυτής της διαδικασίας, το νόημα και η ύπαρξη φτάνουν να αντικατοπτρίζουν το ένα το άλλο. Αλλά τελικά, το νόημα είναι η ύπαρξη. Σε ό,τι αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο, κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στο νόημα και στην ύπαρξη προκειμένου να εκφράσουμε τη σκέψη μας. Αλλά αυτή η διάκριση δεν υπονοεί μια πραγματική διαφορά, είναι ο τρόπος με τον οποίο καταλαβαίνουμε το τελικά ένα και αδιαίρετο όλο. Στο στάδιο στο οποίο το νόημα και η ύπαρξη αντανακλούν το ένα το άλλο, μπορούν να αντιμετωπιστούν ξεχωριστά. Αλλά στο βαθύτερο στάδιο, το νόημα και η ύπαρξη πρέπει να ιδωθούν ουσιαστικά ως ένα.

Όπως προτείνετε, κάποιος μπορεί να πει ότι το καθένα από αυτά τα στάδια είναι έγκυρο στο δικό του πλαίσιο. Ωστόσο, αν προσκολληθούμε στο ένα ή στο άλλο απόλυτα, θα το πάμε πολύ μακριά. Έτσι, είναι σωστό σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο να διαχωρίσουμε το νόημα και την ύπαρξη. Για παράδειγμα, μπορώ να πω ότι αυτή η καρέκλα έχει ένα συγκεκριμένο νόημα για μένα. Για εσάς ή για κάποιο ον από τον Άρη, μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο. Οπότε σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να διαχωρίσουμε το νόημα από την ύπαρξη, γιατί υπάρχουν πολλά νοήματα που αποδίδονται στην καρέκλα, αλλά η ύπαρξη της καρέκλας δεν επηρεάζεται άμεσα από αυτά.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι συζητάμε το νόημα ή την αλήθεια ενός συγκεκριμένου ανθρώπου και ότι προσπαθούμε να πούμε ότι αυτό που σημαίνει η αλήθεια για αυτό τον άνθρωπο είναι ένα πράγμα ενώ αυτό που ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι αποτελεί ένα άλλο πράγμα. Αυτό σπάνια συμβαίνει. Φανταστείτε, για παράδειγμα, ένα άτομο για το οποίο η αλήθεια είναι ότι το εθνικό συμφέρον έρχεται πρώτο και ότι μπορεί κάποιος να πει ψέματα αν αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να διαφυλάξει το συμφέρον του κράτους, όπως είπε ο Machiavelli. Ή πάρτε ένα άλλο άτομο που θα μπορούσε να πει «όχι, η αλήθεια έρχεται πρώτη και το εθνικό συμφέρον έπεται.» Αυτά τα δύο νοήματα της αλήθειας αναδεικνύουν δυο σαφώς διαφορετικές καταστάσεις της ύπαρξης, όχι διαχωρίσιμες από τη συνολική ύπαρξη των συγκεκριμένων ατόμων.

Wilkins: Οπότε λέτε ότι θεωρητικά μπορούμε να θεωρήσουμε το σώμα και τη σημασία ως τις δύο πτυχές της ίδιας ενιαίας πραγματικότητας, αλλά αυτή η διαφορά υπάρχει μόνο στη σκέψη, ότι διαχωρίζονται μόνο στη σκέψη ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ένα;

Bohm: Ναι. Αυτό εγείρει το ερώτημα ποιος είναι ο ρόλος της σκέψης στην προσπάθεια να περιγράψουμε την ύπαρξη. Μπορούμε να πούμε ότι η σκέψη παρέχει ένα είδος αναλογίας με αυτό που βρίσκεται πέρα από τη σκέψη. Μια αναλογία είναι ουσιαστικά ένας λόγος. Μπορούμε να πούμε ότι καθώς τα πράγματα σχετίζονται με αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα, υπάρχει μια παρόμοια σχέση ή αναλογία στη σκέψη, μια αναλογία που δεν απλά αριθμητική αλλά κυρίως ποιοτική. Για παράδειγμα, το A είναι για το B, ό,τι είναι το C για το D. Οπότε λέμε ότι καθώς συγκεκριμένα πράγματα σχετίζονται στη σκέψη, σχετίζονται με το αντικείμενο της σκέψης. Αυτή είναι η ουσιαστική ιδιότητα της σκέψης. Όταν λέμε ότι κάτι είναι, δεν είναι. Μπορεί να μοιάζει, αλλά δεν είναι το ίδιο, είναι κάτι περισσότερο, είναι επίσης διαφορετικό. Επομένως, ό,τι κι αν είναι η πραγματικότητα, είναι ανεξάντλητη. Όσο κι αν προεκτείνουμε αυτήν την ανάλυση, λέμε ότι είναι πάντα μια αναλογία.

Don Factor: Αλλά τι σημαίνει να χρησιμοποιούμε τη σκέψη για να πούμε ότι το νόημα και η ύπαρξη είναι το ίδιο πράγμα; Βρίσκεται αυτό επίσης σε ένα επίπεδο αναλογίας ή πρόκειται για κάτι άλλο;

Bohm: Υπάρχουν δύο σημεία. Το ένα είναι να πούμε «το νόημα είναι η ύπαρξη» ως μια τυπική σκέψη. Σε αυτήν την περίπτωση λέμε ότι πρέπει να παρέχει κάποια αναλογία. Αλλά τότε πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας από το λόγο της αναλογίας στο λόγο του αντικειμένου, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Η σκέψη θα μας οδηγήσει σε μια σωστή αντίληψη αν είναι μια καλή σκέψη.

Alex Hankey: Αν κάποιος έλεγε αντί «το νόημα είναι η ύπαρξη» ότι «η ύπαρξη είναι το νόημα» θα είχατε κάποια αντίρρηση;

Bohm: Θα έλεγα ότι αυτό δεν πηγαίνει μακριά. Αν πούμε «η ύπαρξη είναι το νόημα,» μπορούμε επίσης να πούμε «αυτό έχει νόημα για μένα ή για κάποιον άλλον.» Αυτό θα το έκανε κάτι μάταιο- συμβαίνει όταν κάποιος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη είναι το νόημα. Αλλά αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι το νόημα διαπερνά την ύπαρξη, ότι το ίδιο αποτελεί την ύπαρξη, τόσο την άψυχη όσο και την έμψυχη. Θέλω να προτείνω να προχωρήσουμε παραπέρα από αυτό.

Hankey: Το νόημα αντί της ύπαρξης;

Bohm: Ακόμα και το νόημα καθαυτό. Θέλω να πω ότι τελικά δεν υπάρχει κανείς που να ζει για το νόημα. Αντίθετα, το νόημα είναι η βασική ιδιότητα της πραγματικότητας. Βλέπετε, αν ρωτήσουμε «για ποιον;» μπορούμε να απαντήσουμε «για μένα» αλλά είμαι τα νοήματά μου. Αν τα πράγματα σημαίνουν κάτι διαφορετικό για μένα, τότε είμαι ένα διαφορετικό άτομο. Αν είχαμε γεννηθεί στη Ναζιστική Γερμανία, για παράδειγμα, όλο το νόημα θα είχε στηθεί με τέτοιον τρόπο ώστε θα μπορούσα άνετα να πω ότι ο Hitler ήταν υπέροχος. «Όλα είναι υπέροχα, η μουσική, ο βηματισμός, όλα αυτά σημαίνουν τόσα πολλά για μένα. Η Γερμανία είναι υπέροχη.» Τότε θα ήμουν ένα διαφορετικό άτομο. Οπότε για ποιον ένα τέτοιο Ναζιστικό νόημα αποτελεί νόημα; Αυτό το νόημα είναι το να είναι κάποιος Ναζί. Πρόκειται για το νόημα που αποτελεί μέρος της κουλτούρας που αφομοιώνει το άτομο και διαμορφώνει την ύπαρξή του.

Factor: Αν το νόημα είναι η ύπαρξη κυριολεκτικά τότε από πού μπορεί να προέλθει μια αλλαγή του νοήματος;

Bohm: Μπορεί να προέλθει από το γεγονός ότι το νόημα είναι ανεξάντλητο. Δεν υπάρχει όριο στο νόημα, βλέπετε. Κάθε νόημα είναι διφορούμενο, εξαρτάται από τα συμφραζόμενα· καθώς τα πλαίσια αλλάζουν, αλλάζει και το νόημα.

Frank Archer: Μπορούμε να πούμε ότι πραγματικότητα είναι μια σχέση ανάμεσα σε νοήματα;

Bohm: Η πραγματικότητα βρίσκεται ελλοχεύουσα μέσα στα νοήματα, ναι. Οτιδήποτε ξέρουμε για την πραγματικότητα πρέπει να είναι σύμφωνο με το νόημα που έχει για εμάς. Υποθέστε ότι λέω πως αυτή η καρέκλα είναι πραγματική. Αυτό σημαίνει ότι αν σπρώξω την καρέκλα, θα εμφανίσει αντίσταση, δεν θα εξαφανιστεί. Θα κάνει διάφορα πράγματα που αναμένονται από πραγματικά αντικείμενα. Δεν αποτελεί φαντασία. Τα φανταστικά πράγματα συμπεριφέρονται διαφορετικά.

Francis Steen: Μπορούμε να το αποκαλέσουμε αυτό το νόημα της καρέκλας καθαυτής;

Bohm: Όχι, δεν μπορούμε να πούμε «η καρέκλα καθαυτή,» γιατί τι νόημα έχει αυτό; Πιστεύω ότι πρέπει να το μεταφέρουμε αυτό στο κοσμικό επίπεδο, για να πούμε ότι το νόημα είναι το όλο. Αυτό βρίσκεται κοντά στην Ανατολική άποψη ότι η ύλη και η συνείδηση είναι αχώριστες, και ότι υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να πούμε πρωτο-συνείδηση, πρωτο-νόημα ή πρωτο-νοημοσύνη πριν από την ύλη. Αυτό υπονοεί ότι η μηχανιστική άποψη της ύλης είναι περιορισμένη, και ότι αν κοιτάξουμε προσεκτικά την κβαντομηχανική γίνεται σαφές ότι η μηχανιστική άποψη δεν δουλεύει σωστά. Επομένως, οδηγούμαστε σε μια άποψη σύμφωνα με την οποία υπάρχει μια τεράστια ολότητα νοήματος- και υπάρχουν υποσύνολα ολότητας νοήματος, κοκ. Και ότι χάρη σε αυτά τα υποσυστήματα νοήματος έχουμε τις σχετικά ανεξάρτητες δομές.

Rupert Sheldrake: Οπότε λέτε ότι το νόημα είναι η ύπαρξη και ότι το σώμα είναι επίσης ύπαρξη. Αν δούμε τη βαρύτητα κατά αυτόν τον τρόπο, το μοντέλο σας φαίνεται να δουλεύει πολύ καλά, επειδή μπορούμε να δούμε την ύλη σαν το σώμα και το βαρυτικό πεδίο σαν τη σημασία του νοήματος. Τότε έχουμε κάθε λογής συγκεκριμένα υποσυστήματα, όπως ηλιακά συστήματα, με το ιδιαίτερο νόημά τους και τη σωμα-σημασία τους. Έχετε δουλέψει το μοντέλο σας στο πλαίσιο των βαρυτικών πεδίων;

Bohm: Όχι. Έχω εστιάσει στην κβαντομηχανική πλευρά.

Sheldrake: Φαίνεται ότι ταιριάζει πολύ καλά· Εννοώ οτιδήποτε είπατε σχετικά με το ηλεκτρόνιο και το σχετιζόμενο πεδίο του φαίνεται να εφαρμόζεται στην ύλη γενικότερα.

Bohm: Μπορούμε να το δούμε έτσι: Η ουσία είναι ότι στη φυσική η βαρύτητα μπορεί επίσης να ερμηνευτεί με ένα μηχανιστικό τρόπο, με όρους αντικειμένων που ασκούν το ένα στο άλλο δυνάμεις. Τώρα, μπορούμε να παράσχουμε έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης του θέματος. Αλλά αυτό που είναι περίεργο για την κβαντομηχανική είναι ότι η παλιά μηχανιστική προσέγγιση δεν είναι επαρκής.

Sheldrake: Ναι, αλλά έχοντας φτάσει στο συμπέρασμα ότι ολόκληρο το σύμπαν, όντας καθαυτό, είναι το νόημα, τότε η άποψή σας πρέπει να εφαρμοστεί και στη βαρύτητα.

Bohm: Μπορεί να εφαρμοστεί οπουδήποτε. Αλλά εντούτοις, μακροσκοπικά αντικείμενα, ως ένα βαθμό, έχουν μια αξιοσημείωτη ανεξαρτησία. Ακολουθούν κατά πολύ τις δικές τους δεξαμενές πληροφορίας ενώ δεν έχουμε τόση ανεξαρτησία στο κβαντομηχανικό επίπεδο.

Sheldrake: Κι όμως, όχι. Εννοώ ότι ξέρουμε ότι το φεγγάρι δεν ακολουθεί απλά τη δική του δεξαμενή πληροφορίας, αφού σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη γη και τον ήλιο, και ολόκληρο το ηλιακό σύστημα μοιάζει να έχει ακριβώς την ιδιότητα στην οποία αναφερθήκατε ως κοινή δεξαμενή πληροφορίας.

Bohm: Μπορούμε να το δούμε κι έτσι, αλλά μπορούμε να το δούμε και διαφορετικά. Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον σημείο: η φυσική μπορεί να ιδωθεί με δύο τρόπους, είτε μηχανιστικά ή τελεολογικά. Ο μηχανιστικός τρόπος, πιστεύω, είναι σε όλους γνωστός· σκεφτόμαστε όλους αυτούς τους πλανήτες να κινούνται, είναι συγκεκριμένα αντικείμενα, κινούμενα χάρη στην αδράνειά τους υπό τη δύναμη της βαρύτητας, η οποία τα τραβά και τα σπρώχνει, το ένα σώμα με το άλλο, δημιουργώντας τροχιές- αυτό είναι μηχανιστικό.

Από την άλλη μεριά, μια διαφορετικά προσέγγιση δημιουργήθηκε από ανθρώπους, όπως ο Lagrange και ο Hamilton τον δέκατο-ένατο αιώνα, η οποία είναι τελεολογική, ή τουλάχιστον μοιάζει τέτοια.  Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, η κίνηση δεν αντιμετωπίζεται πλέον μηχανιστικά. Αντίθετα, περιγράφεται λέγοντας ότι τα αντικείμενα κινούνται για μια ολόκληρη χρονική περίοδο με τέτοιον τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται μια συγκεκριμένη συνάρτηση που ονομάζεται Λαγκρανζιανή (Lagrangian). Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνετε αυτό, αλλά μπορούμε να φανταστούμε μια τροχιά για μια συνολική χρονική περίοδο και βρίσκουμε ότι μια συγκεκριμένη συνάρτηση αυτής της τροχιάς, η οποία είναι μάλλον αφηρημένη, ελαχιστοποιείται. Έτσι μοιάζει ότι το αντικείμενο κινείται με τέτοιον τρόπο σαν να σκεφτόταν «τι πρέπει να κάνω προκειμένου να ελαχιστοποιήσω τη Λαγκρανζιανή μου;»

Μπορούμε να το δούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Είναι συνηθισμένο στην επιστήμη να υπάρχουν δύο αρκετά διαφορετικοί τρόποι να βλέπουμε το ίδιο φαινόμενο, δύο νοήματα που μπορούμε να δώσουμε. Δεν υπάρχει κάποιο κοινό νόημα και αυτό αποτελεί ένα από τα δημιουργικά χαρακτηριστικά του νοήματος.

Sheldrake: Αν, όπως προτείνετε, η ταυτότητα εξαρτάται από το νόημα, τότε τι συμβαίνει με την ταυτότητα των συστημάτων στο χρόνο; Θέλω να πω, αν το νόημα είναι σκοπός ή πρόθεση η οποία κατευθύνεται προς το μέλλον, θα λέγατε πως οτιδήποτε, όπως ένα σωματίδιο, ένας πλανήτης, ένα φυτό, ένα ζώο ή ένας άνθρωπος, διατηρείται στο χρόνο μέχρι κάποιο σημείο, χάρη σε αυτόν το σκοπό; Το νόημα που μας κατευθύνει μέσα στο χρόνο παράγει μια συνέχεια του σώματος διαμέσου του χρόνου. Επομένως η διατήρηση στο χρόνο βασίζεται στην πραγματικότητα σε αυτήν τη σκοπιμότητα.

Bohm: Ναι, πιστεύω πως αν ακολουθήσουμε αυτό το προχωρημένο μοντέλο, θα καταλήξουμε σε κάτι σαν αυτό: «Ξέρουμε ότι τίποτε δεν διαρκεί για πάντα.» Είναι αντιληπτό ότι ακόμα και τα λεγόμενα στοιχειώδη σωματίδια, όπως τα πρωτόνια, κάποια στιγμή θα διασπαστούν. Τίποτε που να ξέρουμε δεν διαρκεί για πάντα, και επιπλέον αν βρεθούμε μέσα σε μια μαύρη τρύπα ή αν πάμε πίσω μέχρι τη μεγάλη έκρηξη, τα πάντα εξαφανίζονται.

Επομένως, πρέπει να αναρωτηθούμε τι νόημα έχει να πούμε ότι κάποια πράγματα διατηρούνται. Αν ακολουθήσουμε την άποψη που προτείνω, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η διατήρηση κάποιου πράγματος είναι ένα είδος νοήματος. Το νόημά του είναι «Πρέπει να συνεχίσω να υπάρχω, πρέπει να φτάσω το στόχο μου,» όποιος κι αν είναι αυτός. Το απλούστερο νόημα είναι «Πρέπει να συνεχίσω να υπάρχω,» ενώ το πιο πολύπλοκο είναι «Θέλω να αλλάξω κατά κάποιον τρόπο.» Έτσι μπορούμε τελικά να πούμε ότι η διατήρηση οποιουδήποτε πράγματος οφείλεται σε κάποιο είδος νοήματος που σημαίνει «συνέχεια τη ύπαρξης.»

Sheldrake: Ή στην περίπτωση της αδράνειας «μείνε εκεί που είσαι;»

Bohm: «Συνέχισε να κινείσαι, συνέχισε να κάνεις αυτό που έκανες.»

Sheldrake: Αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει μια θαυμάσια εξήγηση της αδράνειας- Όταν αυτές οι αρχές εφαρμοστούν στη βαρύτητα ή στην αδράνεια, φαίνεται ότι θα μπορούσαμε να επαναπροσδιορίσουμε την κλασσική φυσική και τη θεωρία του Einstein.

Bohm: Αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα του να πούμε ότι τα ίδια φαινόμενα μπορούν να γίνουν κατανοητά με διαφορετικά νοήματα. Έχετε πράγματι δίκιο, αυτό μπορεί να γίνει. Ας αναφέρουμε τη λέξη «αδράνεια-» βλέπουμε ότι πρόκειται απλά για μια λέξη που καλύπτει την άγνοιά μας. Γιατί «αδράνεια» απλά σημαίνει ότι κάτι συνεχίζει να κάνει αυτό που έκανε πριν. Δεν εξηγεί γιατί το κάνει. Απλά υποθέτουμε ότι το κάνει.

Η επιστήμη πρέπει πάντα να υποθέτει κάτι, και στη συνέχεια να εξηγεί κάτι άλλο με αυτό. Έτσι μπορούμε να αρχίσουμε υποθέτοντας την αδράνεια και να ερμηνεύσουμε στη συνέχεια πολλά άλλα πράγματα. Αλλά τότε έρχεται κάποιος και λέει: «Γιατί πρέπει να υπάρχει αδράνεια;» Μπορούμε πάντα να αμφισβητούμε όλα όσα έχουν υποτεθεί. Για παράδειγμα, ο Νεύτωνας έκανε συγκεκριμένες υποθέσεις οι οποίες έγιναν δεκτές για εκατοντάδες χρόνια, εωσότου ο Einstein αμφισβητώντας κάποιες από αυτές τις άλλαξε. Αλλά και αυτός δέχτηκε την έννοια της αδράνειας. Η εικόνα που έδωσε ήταν ότι αποδεχόμενοι αρχικά την αδράνεια της ύλης, θα μπορούσαμε στη συνέχεια να εξηγήσουμε μέσω της έννοιας της καμπυλότητας του χώρου το γιατί υπάρχει βαρύτητα. Αλλά και πάλι, αυτό δεν εξηγεί γιατί η ύλη έχει αδράνεια.

Αλλά τώρα ερχόμαστε και λέμε «Θα ήθελα να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση, θέλω να αποκτήσω ένα νέο νόημα.» Τότε θα μπορούσαμε να πούμε «ίσως η ύλη έχει αδράνεια, επειδή έχει κάποια μορφή πληροφορίας η οποία διαρκώς πληροφορεί την ύλη να συνεχίζει να κινείται ό,τι κι αν κάνει.» Ούτε και αυτό δεν θα αποτελούσε μια τελική εξήγηση, επειδή κάποτε κάποιος άλλος θα μας ρωτήσει «γιατί να σημαίνει αυτό;»

Έτσι όλο το νόημα της επιστήμης είναι να ξεκινήσουμε με κάποιες υποθέσεις και να δούμε αν μπορούμε να εξηγήσουμε ένα ευρύ πεδίο πραγμάτων χρησιμοποιώντας ελάχιστες υποθέσεις. Αυτό μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι πολύ περισσότερα πράγματα μπορούν να εξηγηθούν απ’ όσα είχαμε αρχικά υποθέσει.

Hankey: Η πρότασή σας επομένως είναι ότι η ύλη διαρκώς ενημερώνεται. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το μοντέλο σας είναι όχι μόνο αιτιακό αλλά και αυστηρά ντετερμινιστικό;

Bohm: Όχι απαραίτητα. Αυτός  ο ντετερμινισμός είναι μόνο σχετικός με την έννοια ότι αυτά τα συστήματα είναι πάντα ανοικτά. Αν παίρναμε το σύστημα ενός σωματιδίου θα έμοιαζε ντετερμινιστικό, αλλά ύστερα, με το που εισέρχεται στο σύστημα πολλών σωμάτων, εξαρτάται από μια κοινή δεξαμενή πληροφορίας. Έτσι οτιδήποτε θα μπορούσε να το ερμηνεύσει ως ένα σωματίδιο, δεν το καθορίζει πια. Και αυτό το σύστημα πολλών σωματιδίων μπορεί να αποτελέσει μέρος ενός μεγαλύτερου συστήματος που να διαθέτει τη δική του δεξαμενή, και ούτω καθεξής. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει κάποιος τελικός καθορισμός αλλά στην πραγματικότητα μόνο σχετικός ντετερμινισμός ανάλογα με το πλαίσιο.

Steen: Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ξανά το μοντέλο σας σχετικά με το πείραμα των δύο οπών; Με ποια έννοια μπορούμε να θεωρήσουμε τα σωματίδια ως αυτό-ενεργά συστήματα; Μπορεί να υποθέτετε, για παράδειγμα, ότι δεν κινούνται εξαιτίας της δικής τους αδράνειας.

Bohm: Ίσως ακόμα κι αυτή η εγγενής δραστηριότητα να εξαρτάται από ένα βαθύτερο επίπεδο νοήματος· βλέπετε, το νόημα δεν μπορεί ποτέ να είναι πλήρες.

Matti Bergstrom: Υπάρχουν διαφορετικά είδη ύπαρξης, ή είναι η ύπαρξη πάντα η ίδια, χωρίς δομή;

 Bohm: Το νόημα αποτελεί μέρος της ανάπτυξης δομής, αλλά κάθε δομή ακολουθεί το νόημά της. Αν θεωρήσουμε τη δομή ενός μορίου σύμφωνα με την κβαντομηχανική, αυτή θα εξαρτάται από τη δεξαμενή πληροφορίας που βρίσκεται στην κυματοσυνάρτηση ολόκληρου του συστήματος Έτσι ανάλογα με τη δεξαμενή πληροφορίας μπορούμε να έχουμε τη μία δομή ή την άλλη. Η κβαντομηχανική χρησιμοποιείται και για την εξήγηση της χημείας, ως η καλύτερη θεωρία που είναι προς το παρόν διαθέσιμη. Μπορούμε είτε να πούμε πως είναι ένα φορμαλιστικό σύστημα και ότι στη συνέχεια οι άνθρωποι το χρησιμοποιούν για να κάνουν τους υπολογισμούς. Ή αλλιώς μπορούμε να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε την κβαντομηχανική, να βρούμε το νόημά της.

Τώρα αν ακολουθήσουμε την ερμηνεία που έχω προτείνει εδώ, μπορούμε να δούμε ότι οι μοριακές δομές καθορίζονται από την κυματοσυνάρτηση για την οποία είπα ότι είναι η δεξαμενή πληροφορίας. Έτσι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη χημεία παρά μόνο στη βάση της πληροφορίας και του νοήματός της. Αυτό δεν είναι κάτι κοινώς γνωστό ή αποδεκτό, αλλά πιστεύω πως πρόκειται για μια αρκετά συνεπή πρόταση.

Bergstrom: Αλλά αυτό που ρώτησα ήταν αν η ύπαρξη έχει κάποια εσωτερική δομή ή αν πρόκειται πάντα για το ίδιο πράγμα· δηλαδή, αν το νόημα είναι η ύπαρξη και αν υπάρχουν πολλών ειδών νοήματα…

Bohm: ...τότε για κάθε νόημα θα υπάρχει και διαφορετική ύπαρξη, αυτό προτείνω. Και πάλι θέλω να πω ότι εδώ δεν πρόκειται να καταλήξουμε σε οριστικές απαντήσεις. Θα προτείνουμε κάτι και θα δούμε αν οδηγεί σε κάτι εποικοδομητικό το οποίο θα βοηθήσει στην κατανόηση. Αλλιώς θα εγκαταλείψουμε τη μία έννοια του νοήματος και θα αναλογιστούμε κάποια άλλη.

Ένας από τους λόγους να οδηγήσουμε τη φυσική τόσο μακριά είναι ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά νοήματα που μπορούν να δοθούν στο ίδιο φαινόμενο, και αυτό απαιτεί μια δημιουργική προσέγγιση που να τα εξετάζει όλα. Με κάποιον τρόπο έχουμε έναν διάλογο ανάμεσα σε αυτά, και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα άλλο νόημα. Αυτό το νόημα δεν είναι στατικό, δεν πρόκειται να καταλήξουμε σε μια απόλυτη εικόνα του σύμπαντος κατά αυτόν τον τρόπο. Ελπίζω ότι σταθερά κατανοούμε το αντικείμενο ολοένα και βαθύτερα· είναι σχεδόν σαν ένα έργο τέχνης. Δηλαδή, τα νοήματα ενός έργου τέχνης για τον καλλιτέχνη είναι συνεχώς διαφορετικά.

Όταν μεταφράζουμε μια φυσική θεωρία, αποκτάμε το νόημά της. Και οι φυσικές θεωρίες, όπως έχω εξηγήσει, μπορούν να έχουν ένα πλήθος νοημάτων. Οι άνθρωποι μπορεί να προτιμούν το ένα ή το άλλο, και αρχίζουν να σκέφτονται ότι κάποιο νόημα είναι και το μοναδικό. Αλλά καθώς προεκτείνουμε τη δεδομένη άποψη βρίσκουμε πάντα ότι στα όρια τα πράγματα είναι κάπως ασαφή- ερμηνεύουμε αυτές τις ασάφειες και προσπαθούμε να τις αποσαφηνίσουμε. Αλλά ακόμα κι αυτό θα μας οδηγήσει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο το οποίο τελικά θα έχει τα ασαφή του όρια.

Έτσι δεν πρόκειται να καταλήξουμε σε ένα τελικό νόημα: η ίδια η δομή του νοήματος είναι τέτοια ώστε δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα. 

Πολιτισμός, δημιουργικότητα και διάλογος


Hankey: Θα ήθελα να θεωρήσω την πρότασή σας ότι το νόημα είναι η ύπαρξη, σε σχέση με την προσέγγιση της Ανατολικής φιλοσοφίας, και εκείνη της Βεδικής επιστήμης ειδικότερα. Υπάρχει μια διαφορά σε αυτήν, γιατί ενώ αντιμετωπίζετε τη συνείδηση ως μια δυναμική δομή, η Ανατολή υπογραμμίζει μια πιο στατική δομή. Αλλά η άποψή σας είναι παρόμοια με την Ανατολική έννοια ότι το νόημα συνδέεται με συσχετίσεις. Για παράδειγμα, σε ένα λεξικό, το νόημα είναι μια συσχέτιση των λέξεων. Η συνείδηση είναι κάτι που εγγενώς συσχετίζεται με τον εαυτό του, διαθέτει αυτογνωσία. Συνεπάγεται έτσι ότι αν το νόημα συνδέεται με συσχετίσεις, και αν η συνείδηση διαθέτει αυταναφορά, τότε η συνείδηση γίνεται κάτι με εγγενές νόημα. Τώρα, στη Βεδική φιλοσοφία η ύπαρξη αποτελεί εγγενώς τη συνείδηση και έτσι βλέπει κάποιος ότι το νόημα είναι η ύπαρξη.

Bohm: Υπάρχουν δύο προσεγγίσεις, αλλά δεν έχουν ακόμη φτάσει ως εδώ. Η στατικότητα της Ανατολικής προσέγγισης μπορεί να οφείλεται στην έμφαση που δίνει στην πληρότητα ή ολότητα της ύπαρξης που έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της εξωτερικής δράσης. Η Δύση υπογραμμίζει τον ελλιπή χαρακτήρα της ύπαρξης ως κάτι δυναμικό και μεταβαλλόμενο, γεγονός που καθιστά τη δράση να φαίνεται σημαντική. Οπότε, αισθάνομαι ότι πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από αυτές τις δύο προσεγγίσεις σε κάποιο δημιουργικό ενδιάμεσο πεδίο, το οποίο δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Κάθε πολιτισμός έχει την αξία του. Προφανώς υπάρχει μια υψηλή αξία στη φιλοσοφία της Ανατολής, και η αξία της Δύσης έγκειται στο γεγονός ότι παρήγαγε την τεράστια δύναμη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Από την άλλη πλευρά, αυτή η δύναμη είναι πολύ επικίνδυνη και καταστροφική, αλλά και η υπερβάλλουσα ανατολίτικη πίστη της ακινησίας ήταν επίσης επικίνδυνη.

Το σημαντικό σημείο είναι ότι καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν παρήγαγε στην πραγματικότητα έναν επαρκή πολιτισμό. Η Ανατολή όχι μόνο παρήκμασε από το αρχικό δημιουργικό της στάδιο αλλά τώρα κυρίως υιοθετεί τη Δυτική επιστήμη, τεχνολογία και ούτω καθεξής. Η Δύση καταρρέει με το δικό της τρόπο. Καθένας από αυτούς τους πολιτισμούς έφτασε στα άκρα- ίσως ήταν αρχικά παρόμοιοι, αλλά στη συνέχεια, σιγά-σιγά απομακρύνθηκαν. Οι πολιτισμοί είναι νόημα, η Ανατολή έχει ένα είδος νοήματος, ενώ η Δύση ένα άλλο. Είναι το νόημα της Δύσης που την κάνει Δύση, και είναι το νόημα της Ανατολής που την κάνει Ανατολή. Νομίζω ότι τα δύσκολα θέματα που σχετίζονται με αυτές τις πολιτιστικές έννοιες θα πρέπει να ερευνηθούν σε έναν διάλογο. Ένας διάλογος ανάμεσα σε αυτούς τους πολιτισμούς θα μας φέρει σε κάτι νέο.

Η δύναμη του νοήματος είναι ότι οργανώνει πλήρως την ύπαρξη. Πολύ λεπτές πολιτισμικές έννοιες έχουν τεράστια δύναμη πάνω στην ύπαρξη. Ως εκ τούτου, απαιτείται εξαιρετική σαφήνεια σε αυτά τα λεπτά επίπεδα, και αυτό είναι το σημείο όπου οι πολιτισμοί φαίνεται να έχουν κάνει λάθος, στο να μην έχουν αυτήν τη σαφήνεια. Ίσως κάποιοι άνθρωποι να τη διέθεταν στην αρχή, αλλά εκείνοι που ακολούθησαν άρχισαν να τη χάνουν.

Hankey: Αλλά η Ανατολή δεν τονίζει απλά τη σταθερότητα. Δίνει έμφαση στη δράση και στη μη δράση, και στο αντίστροφο, που σημαίνει ένα δυναμικό ταίριασμα στο πλαίσιο όλων των πραγμάτων.

Bohm: Αυτό είναι αλήθεια, αλλά ωστόσο, αυτό που πραγματικά συνέβη είναι ότι ο στατικός παράγοντας υπερτονίστηκε. Βλέπετε, κανένας δεν έλυσε το πρόβλημα πώς να εμποδιστεί ο εκφυλισμός του αρχικού οράματος.

Hankey: Μα το αρχικό όραμα όντως ανανεώνεται.

Bohm: Είναι αρχικά καινούργιο, αλλά κανένας δεν έλυσε το πρόβλημα πώς το όραμα μπορεί να ανανεώνεται διαρκώς. Γίνεται πιο στατικό, περισσότερο ένα συνήθειο. Το αντικείμενο γίνεται, όπως έλεγα, μια προδιάθεση που σταδιακά γίνεται δεδομένη. Μεταδίδεται από γενιά σε γενιά ως προδιάθεση, και οι άνθρωποι που την ασπάζονται δεν την κατανοούν στον ίδιο βαθμό με εκείνους που την είχαν, επειδή απλά μιμούνται την προδιάθεση χωρίς να καταλαβαίνουν το νόημα από το οποίο προήλθε. Μπορεί να κατανοούν μέρος της, αλλά όχι τόσο καλά όσο εκείνοι που προηγήθηκαν. Κάθε επόμενη φορά γίνεται ολοένα και ασθενέστερη.

Είναι αυτή η επανάληψη από γενιά σε γενιά που ενισχύει τη συνήθεια να ακολουθούμε τους παλιούς τρόπους σκέψης και όλες τις παλιές κοινωνικές σχέσεις και την παλιά νοοτροπία. Ειδικά τώρα, αυτό το πρόβλημα πρέπει να επιλυθεί αν θέλουν οι πολιτισμοί να επιβιώσουν. Τον παλιό καιρό, θα μπορούσαμε να πούμε «εντάξει, ένας πολιτισμός θα μπορούσε να πεθάνει και ένας άλλος να ξεκινήσει» αλλά τώρα με τη σύγχρονη τεχνολογία μπορούμε να καταστρέψουμε τα πάντα. Το πρόβλημα έχει γίνει πολύ πιο επείγον.

Επομένως, το καίριο ερώτημα είναι το εξής: Είναι δυνατόν να έχουμε έναν συνεχώς δημιουργικό πολιτισμό; Με το πού ξεκινήσει να υπάρχει ένας πολιτισμός, τα νοήματά του καθίστανται επαναλήψιμα και αρχίζουν σταδιακά να φθίνουν. Παρόλα αυτά, χρειαζόμαστε έναν πολιτισμό.

Ακροατής: Έχει να κάνει και με τη δύναμη, επίσης, δεδομένων των δομών εξουσίας. Οι άνθρωποι με ισχύ μπορεί να μην είναι αυτοί που δημιουργούν.

Bohm: Βλέπετε, αυτόματα υποθέτουμε ότι πρέπει να επιδιώκουμε την εξουσία. Αλλά αν ρωτήσουμε τον εαυτό μας γιατί θα έπρεπε κάποιος να αναζητά τη δύναμη, και αν το σκεφτούμε, μπορούμε να δούμε ότι πολύ λίγοι έχουν πετύχει την ευτυχία μέσω της δύναμης, ενώ πολλοί άνθρωποι έχουν πολλή δυστυχία. Αλλά αυτό που συνέβη είναι ότι ο πολιτισμός απέκτησε σιγά-σιγά το συνήθειο να δίνει μεγάλη αξία στην εξουσία. Γι’ αυτό η ισχύς συναρπάζει τους ανθρώπους, τους δίνει ενέργεια και αρχίζουν να την επιδιώκουν.

Η έννοια της δύναμης τότε φαίνεται να είναι εξαιρετικά σημαντική. Το αίσθημα του να διαθέτουμε μια μεγάλη εξουσία, μια θεϊκή δύναμη, οδηγεί σε μια υπερδιέγερση. Η αδρεναλίνη ρέει, η καρδιά χτυπά, τα πάντα αρχίζουν να κινούνται, ένα άτομο βρίσκει όλη την ενέργειά του να κατευθύνεται στην απόκτηση εξουσίας. Έτσι, καταλήγουμε σαν το Ναπολέοντα, τον Καίσαρα ή κάποιον παρόμοιο. Αλλά μπορούμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας γιατί κάποιος ο οποίος προφανώς διαθέτει μεγάλες ικανότητες, όπως ο Ιούλιος Καίσαρας, πιάστηκε σε αυτήν την παγίδα. Η κατάληξη ήταν η δολοφονία του. Τελικά, δεν τον ωφέλησε σε τίποτε.

Η εξουσία είναι μια πολύ λεπτή έννοια την οποία η κοινωνία ανέπτυξε σταδιακά. Αν κτίσουμε μια μεγάλη δομή όπως ένα κράτος και κάποιος κοιτάξει αυτήν τη δομή και σκεφτεί ότι μπορεί να έχει τον έλεγχό της, τον διεγείρει, έχει μια μεγάλη αξία. Αλλά πρόκειται μόνο για μια ψευδαίσθηση.

Αυτό που έχει πραγματικά αξία θα ήταν να έχουμε μια συνεχώς δημιουργική κουλτούρα. Έτσι προτείνω ότι τέτοια δημιουργικότητα σχετίζεται με μια συνεχή ανακάλυψη νέων νοημάτων. Σε γενικές γραμμές ξεκινάμε από τα παλιά νοήματα και συνήθως κάνουμε μικρές αλλαγές σε αυτά. Κάποιες φορές, ωστόσο, μπορεί να αντιληφθούμε μια μεγάλη αλλαγή νοήματος. Μια ιδέα στην πραγματικότητα αλλάζει με θεμελιώδη τρόπο, παρότι κάποια χαρακτηριστικά διατηρούνται όσο μεγάλη κι είναι αυτή η αλλαγή.

George Wikman: Αλλά τι πραγματικά συμβαίνει όταν κάποιος αντιλαμβάνεται ένα νόημα;

Bohm: Αυτό είναι το δημιουργικό βήμα. Αν μπορώ να πω ότι το νόημα είναι η ύπαρξη και κάτι νέο γίνεται αντιληπτό ως νόημα, κάτι έχει αλλάξει στην ύπαρξη. Για παράδειγμα, όλες οι αντιλήψεις που έλαβαν χώρα στην επιστήμη άλλαξαν το νόημα του κόσμου για μας, και αυτό άλλαξε τον κόσμο. Πρώτα άλλαξε με την έννοια ότι το είδαμε διαφορετικά· αλλά η επιστήμη επίσης άλλαξε το φυσικό, το σωματικό επίπεδο. Ολόκληρη η γη έχει αλλάξει, και θα μπορούσε να έχει αλλάξει πιο πολύ, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. Επομένως, τουλάχιστον στη δική μου εμπειρία, το νόημα και η ύπαρξη είναι ταυτόχρονα παρόντα.

Και το προτείνω αυτό γενικότερα. Έτσι αν κάποιος βλέπει ένα διαφορετικό νόημα στην κοινωνία ή στη ζωή, αυτό θα αλλάξει την κοινωνία. Κάθε επανάσταση έχει προέλθει από κάποιον που είδε ένα διαφορετικό νόημα στην ανθρώπινη κοινωνία. Για παράδειγμα, το νόημα που μερικοί άνθρωποι είδαν ήταν εκείνο μιας πολύ στατικής κοινωνίας, όπου ο καθένας βρισκόταν στη δεδομένη θέση του, και αυτός που ήταν στην κορφή κοίταζε αφ’ υψηλού τους από κάτω. Τότε κάποιοι άλλοι είδαν ένα διαφορετικό νόημα, σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι πρέπει να είναι ίσοι. Αυτό το διαφορετικό νόημα ήταν η δύναμη που προκάλεσε την αλλαγή. Τότε, αν οι άνθρωποι απογοητεύονται, αυτό το νόημα χάνει την αξία του και καταρρέει. Έτσι, όσο ισχύει το βασικό νόημα, η κοινωνία θα είναι ισχυρή και υγιής, και όταν αυτό το νόημα φθίνει, η  κοινωνία πλέον δεν θα λειτουργεί.

Paavo Pylkkanen: Νωρίτερα αναφέρατε ότι είναι η προσπάθεια της μετάδοσης μηνυμάτων στις νέες γενιές που κάνει τα νοήματα να φθίνουν. Αλλά τι σημαίνει για εσάς η πρόταση «το νόημα είναι η ύπαρξη» στην εκπαιδευτική διαδικασία; Τουλάχιστον υποδηλώνει ότι ένας μαθητής θα γίνει όλα τα νοήματα που του παρουσιάζονται, και αν αυτά τα νοήματα είναι σταθερά, ο μαθητής θα καταλήξει να είναι άκαμπτος. Από την άλλη πλευρά, αν η εκπαίδευση εμπλέκει νέα, δημιουργικά νοήματα, οι μαθητές θα γίνουν δημιουργικοί λόγω της ίδιας της παρουσίας αυτών των νοημάτων. Δεν ισχύει ότι αν το νόημα είναι η ύπαρξη, δεν θα χρειαζόταν να εφαρμόζουμε νοήματα, αλλά το αποτέλεσμα θα ήταν πιο αυθόρμητο;

Bohm: Ναι, νομίζω ότι αν κάποιος αντιλαμβάνεται ένα νέο νόημα, δεν το αντιλαμβάνεται πρώτα, και στη συνέχεια προσπαθεί να το διαμορφώσει, αλλά μάλλον, έχει ήδη αλλάξει. Βλέπετε, τον επηρεάζει βαθιά. Αυτό μπορούμε να το δούμε ακόμη και στην επιστήμη. Υπάρχει το παράδειγμα του Αρχιμήδη ο οποίος, όταν μπήκε στη μπανιέρα του, συνειδητοποίησε ότι ο όγκος του νερού που εκτοπίζεται από ένα αντικείμενο είναι ανεξάρτητο από το σχήμα του αντικειμένου. Συγκινήθηκε τόσο βαθιά από αυτήν την ανακάλυψή του που φώναξε «Εύρηκα!,» βγήκε από την μπανιέρα και έτρεξε έξω- τουλάχιστον έτσι λένε. Το θέμα είναι ότι οι άνθρωποι θα συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο, όταν αντιλαμβάνονται ένα νέο νόημα.

Είναι επομένως το νόημα που δίνει αξία- η αντίληψη ενός νέου νοήματος θα συγκινήσει τους ανθρώπους βαθύτατα. Οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν το νόημα της ισότητας και της δημοκρατίας, και αυτό προκάλεσε μεγάλες επαναστάσεις. Στη συνέχεια οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν το νόημα του σοσιαλισμού, γεγονός που παρήγαγε παγκόσμιες αναταράξεις. Σχετικά πρόσφατα οι άνθρωποι έχασαν αυτά τα νοήματα και έγιναν διεφθαρμένοι- ή ίσως καθώς η κοινωνία έγινε διεφθαρμένη οι άνθρωποι έχασαν τα νοήματά τους. Αλλά η δύναμη πίσω απ’ όλα αυτά τα κινήματα είναι το νόημα. Δεν είναι ότι πρώτα κάποιος βλέπει το νόημα και έπειτα αποφασίζει να το εφαρμόσει, αλλά τη στιγμή που αντιλαμβάνεται το νόημα αποκτά την ισχύ.

Pylkkanen: Αλλά τότε, μπορούμε να πούμε πως όταν χάνουμε τη δημιουργικότητα χάνουμε και τη δύναμη.

Bohm: Ναι, όταν χάνουμε τη δημιουργικότητα, η δύναμη χάνεται.

John Briggs: Εξισώνετε τη δημιουργικότητα με το νόημα;

Bohm: Ναι, προς τη κατεύθυνση ενός νέου νοήματος, μια φρέσκια σταθερή αντίληψη του νοήματος.

Briggs: Οπότε όταν μιλάμε για την απώλεια του νοήματος, στην πράξη δεν μπορούμε να χάσουμε το νόημα επειδή υπάρχουν άλλα νοήματα...

Bohm: Μπορούμε να χάσουμε τη δημιουργικότητα του νοήματος, και να οπισθοδρομήσουμε σε άκαμπτα μηχανιστικά νοήματα.

Briggs: Μπορείτε να πείτε κάτι σχετικά με το σχόλιό σας στο τέλος της εργασίας σας, όπου συζητάτε το διάλογο και το νόημα; Φαίνεται ότι μια κατεύθυνση που επιλέγετε είναι να προτείνετε μια αλλαγή στο νόημα και στον πολιτισμό μας, μια αλλαγή στον τρόπο που συμπεριφερόμαστε- προφανώς χρειαζόμαστε μια πολύ μεγάλη αλλαγή για να επιβιώσουμε. Ποια είναι η σχέση του διαλόγου με αυτό;

Bohm: Η συνηθισμένη σχέση των ανθρώπων είναι ότι καθένας διατηρεί τις απόψεις του: ορισμένες θεμελιώδεις απόψεις δεν είναι διαπραγματεύσιμες και δεν αλλάζουν. Πάρτε για παράδειγμα τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης στη Γενεύη- στην πραγματικότητα οι περισσότερες από τις βασικές θέσεις είναι αδιαπραγμάτευτες και μόνο περιστασιακές αλλαγές είναι δυνατές. Για όσο καιρό ισχύει αυτό, οι διαπραγματεύσεις μπορούν να συνεχιστούν για ένα εκατομμύριο χρόνια και τίποτα να μην συμβεί.

Επομένως, αν οι άνθρωποι κρατούν αδιαπραγμάτευτες θέσεις, αυτό είναι μια σίγουρη συνταγή για την καταστροφή, γιατί ο καθένας θα επιμείνει μέχρις ότου να καταλήξουν σε καυγά. Όπως ο von Clausewitz είπε, ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Αν η πολιτική δεν είναι διαλλακτική, τότε θα προσπαθήσουμε να τακτοποιήσουμε τις διαφορές μας με πόλεμο. Αλλά λόγω των πυρηνικών όπλων, ο πόλεμος δεν αποτελεί πλέον έναν θεμιτό τρόπο για κάτι τέτοιο. Δεν μπορούμε έτσι να ξεπεράσουμε μια κρίση.

Αυτή η δυσκολία στη Γενεύη αποτελεί μόνο μια μεγέθυνση της δυσκολίας η οποία υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη σχέση σε όλα τα επίπεδα. Σε κάθε μία υπάρχει ένα κεντρικό σημείο που είναι αδιαπραγμάτευτο. Στο άτομο το επίκεντρο είναι ο εαυτός, και μπορεί να είναι η ομάδα, η οικογένεια, το έθνος, η ιδεολογία, η θρησκεία ή τα χρήματα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις έχουμε ένα κεντρικό σημείο που μας κάνει να σκεφτούμε «αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο, ό,τι κι αν συμβεί θα το υπερασπιστώ.»

Το θέμα είναι αν οι άνθρωποι μπορούν πράγματι να συνδιαλεχθούν. Αν ρίξουμε μια ματιά τριγύρω μας και δούμε πώς οι άνθρωποι μιλούν σε διαφορετικές καταστάσεις, θα διαπιστώσουμε ότι οι θέσεις τους είναι απόλυτες. Περιστασιακά μπαίνουν σε φιλονικίες και τσακώνονται, αλλά αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ότι απλά έχουμε μάθει έντεχνα να αποφεύγουμε να αγγίζουμε τέτοιες θέσεις. Επομένως, ο διάλογος είναι επιφανειακός. Οι άνθρωποι όμως δεν ικανοποιούνται με το να μην καταλήγουν πουθενά. Αλλά αν ο διάλογος έπαυε να είναι επιφανειακός, θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με τις εκρήξεις που θα προέρχονταν από εκείνες τις αδιαπραγμάτευτες θέσεις. Υπάρχει άραγε ένας δρόμος έξω από το αδιέξοδο; Προτείνω πως αν ήταν δυνατό να ακούμε και τις άλλες θέσεις, αυτό θα οδηγούσε σε μια διαφορετική κατάσταση του νου. Η συνηθισμένη κατάσταση του πνεύματος δεν είναι σε θέση να ακούσει προσεκτικά μια άποψη η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη δική του.

Briggs: Φταίει το γεγονός ότι τα νοήματά του είναι απόλυτα;

Bohm: Ναι, λέει: «αυτό είναι απολύτως απαραίτητο». Αυτό είναι πραγματικά η ουσία. Πρόκειται για μια προδιάθεση. Η λέξη «αναγκαίο» (necessary) προέρχεται από το «ne cesse,» που σημαίνει «μη σταματάς.» Έτσι όταν κάτι είναι απολύτως αναγκαίο, η προδιάθεση είναι «δεν πρέπει να ενδώσω.» Έτσι έχουμε μια σκληρή, άκαμπτη στάση- Αντιτίθεται σε οτιδήποτε, λέει: «όταν θίξεις αυτό το θέμα, δεν θα υποκύψω.» Αλλά υπάρχουν κάθε λογής άνθρωποι, που έχουν τόσο διαφορετικές απόψεις· ο ένας εξαρτάται από το άλλον αλλά παρόλα αυτά δεν μπορούν να δείξουν συγκατάθεση.

Briggs: Οπότε αντί να κρατάμε τα νοήματά μας με έναν απόλυτο τρόπο είναι προτιμότερο να συνειδητοποιήσουμε ότι όλα τα νοήματά μας είναι περιορισμένα. Αυτό ισχύει επειδή υπάρχει πάντα η πιθανότητα να μετακινηθούμε προς ένα ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο τα νοήματά μας μπορεί να αλλάξουν.

Bohm: Ναι, τα πάντα μετατίθενται σε κάποιο μεγαλύτερο πλαίσιο. Υποθέστε ότι αντιμετωπίζω κάποια άλλη άποψη που απεχθάνομαι- αυτό είναι γενικά το συναίσθημα. Συνήθως δεν την ακούω, αλλιώς θα της αντιταχθώ, ή θα την αποφύγω. Αλλά ας υποθέσουμε ότι μπορώ να αντέξω αρκετές τέτοιες θέσεις και να πω «εντάξει, θα τις ακούσω, θα προσπαθήσω να καταλάβω τι σημαίνουν.» Συνήθως δεν φτάνουμε μέχρι αυτό το σημείο, δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να σκεφτούμε τι μπορεί μια άλλη άποψη να σημαίνει, την απορρίπτουμε πριν καν αναλογιστούμε το νόημά της. Αλλά αν το μυαλό μας μπορεί να διατηρήσει μια σειρά απόψεων χωρίς να απορρίπτει τη σημασία τους, τότε πιστεύω ότι μετακινούμαστε προς μια άλλη κατάσταση, πιο ελεύθερα, και χωρίς εκείνη την ακαμψία.

Briggs: Σε μια στιγμή, θα βρισκόμασταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αυτόματα.

Bohm: Ναι, απομακρυνόμαστε από την ακαμψία η οποία εμποδίζει τη δημιουργικότητα. Βλέπετε, η δημιουργικότητα απαιτεί την ελεύθερη σκέψη για να μετακινηθεί προς όποια κατεύθυνση η δημιουργικότητα την καλεί. Αν το μυαλό είναι άκαμπτο, δεν μπορεί να είναι δημιουργικό. Οπότε κάθε απόλυτη θέση σημαίνει την απουσία της δημιουργικότητας.

Briggs: Μου φαίνεται πολύ δύσκολο για οποιονδήποτε να κατανοήσει με έναν σωματικό τρόπο πώς έχουμε την τάση να κρατάμε απόλυτα τα νοήματά μας. Πρώτα απ’ όλα, δεν δίνουμε σημασία στο συναίσθημα ότι τα κρατάμε απόλυτα, και δεν λογαριάζουμε τη διαφορά ανάμεσα στο τι συναισθήματα αυτό εγείρει και στο πώς νιώθουμε όταν μια προαίσθηση εμφανίζεται. Υπάρχουν νευροφυσιολογικές διαφορές ανάμεσα στο να επιμένουμε στα παλιά νοήματα και στο να βρίσκουμε καινούργια.

Bohm: Αυτό είναι πολύ σωστό. Είχα αρκετούς διαλόγους με ορισμένες ομάδες στην Αγγλία, στο Ισραήλ και στη Γενεύη. Κάτι συνέβη στο Ισραήλ το οποίο ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Μιλούσαμε για διάφορα πράγματα, και κατά τη διάρκεια της συζήτησης κάποιος άρχισε να μιλάει για το πόσο άσχετος ήταν ο Σιωνισμός, αναρωτώμενος ποιο ήταν το νόημά του. Ξαφνικά κάποιος σηκώθηκε έτοιμος να εκραγεί και είπε: «Όχι, τον χρειαζόμαστε, αν δεν είχαμε το Σιωνισμό, όλα θα είχαν καταρρεύσει.»

Η συζήτηση εξελίχθηκε σε κάτι εξαιρετικά φορτισμένο, του είδους που είναι πολύ δύσκολο να εκτονωθεί. Κάθε φορά που κάτι θεμελιώδες όπως αυτό τίθεται υπό αμφισβήτηση, αναπτύσσεται μια τεράστια συναισθηματική φόρτιση. Μπορείτε να αναρωτηθείτε γιατί αυτή δεν υπήρχε πριν. Στην πραγματικότητα υπάρχει, αλλά δεν συνειδητοποιούμε πόσο σημαντικό είναι αυτό για μας· προκύπτει ξαφνικά σε μια στιγμή. Ο διάλογος είναι τόσο ιδιωτικός όσο και δημόσιος, τα συναισθήματα του κάθε ατόμου βιώνονται από όλους όσους συμμετέχουν, λιγότερο ή περισσότερο. Μπορείτε τότε να δείτε την άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην πνευματική ιδέα και στο συναίσθημα.

Βλέπετε, ο Σιωνισμός είναι μια καθαρά πνευματική ιδέα, έχει μια ορισμένη δομή, κάποιος τον επινόησε κάποτε- πριν δεν υπήρχε. Κάποιος τον σκέφτηκε, και τότε μια μεγάλη αξία συνδέθηκε με αυτόν. Θεωρήθηκε πως ήταν η λύση για όλα τα είδη των προβλημάτων. Η Ευρώπη τότε υπέφερε και κάποιοι σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν ίσως στο Ισραήλ να φτιάξουν μια νέα κοινωνία. Στη συνέχεια όμως δημιουργήθηκε ένα τεράστιο συναισθηματικό φορτίο, έτσι ώστε κάθε φορά που τίθεται υπό αμφισβήτηση δεν υπάρχει καμία υποχώρηση.

Υπάρχει μια παρόμοια συναισθηματική φόρτιση για τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό ή σχεδόν για οποιαδήποτε ερώτηση είναι σημαντική. Οι άνθρωποι γενικά είναι πολύ προσεκτικοί, βλέπουν τη συναισθηματική αντίδραση να έρχεται, και προσπαθούν να την αποφύγουν.

Ακροατής: Πρέπει να εισάγουμε την έννοια της ταυτότητας όταν συζητάμε το συναισθηματικό φορτίο, γιατί είναι ο βαθμός στον οποίο οι άνθρωποι ταυτίζονται με αυτά τα νοήματα που δημιουργεί τη φόρτιση, όταν το νόημα τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Bohm: Ναι, αλλά η ταύτιση είναι από μόνη της ένα ακόμη νόημα. Ταυτότητα σημαίνει «έτσι είμαι πάντοτε.» Θεωρώ για κάτι ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό, και αυτό το νόημα έχει το συγκεκριμένο πράγμα για μένα. Χωρίς αυτό είμαι χαμένος. Αυτό το είδος νοήματος είναι η αξία, με την έννοια πως μόλις προσδιορίσουμε κάτι αποκτά μέγιστη αξία. Το να ταυτιστούμε με κάτι είναι το ίδιο με το να πούμε «αυτό είναι η ζωή μου.» Οπότε η ταύτιση είναι ένα τέτοιο είδος νοήματος. Κάθε είδους εθνικισμός βασίζεται στο νόημα, η ταύτιση με τη θρησκεία είναι νόημα, η ταύτιση με τα χρήματα είναι νόημα- το χρήμα καθαυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά νόημα.

Hankey: Οπότε λέτε ότι κάποιος θα έχανε την ταυτότητά του αν δεν τη συνέδεε με κάποιο νόημα.

Bohm: Ίσως σε κάποια περίπτωση. Αυτή η πάγια ταύτιση θα χανόταν, αλλά και πάλι θα ξέραμε πού ανήκουμε. Ωστόσο, δεν θα αισθανόμασταν πια τόσο προσκολλημένοι σε συγκεκριμένα πράγματα που ποτέ δεν θα σκεφτόμασταν ότι μπορούμε να τα αλλάξουμε.

Ακροατής: Θα μπορούσε ο διάλογος επίσης να χρησιμοποιηθεί με τον τρόπο του Σωκράτη, για να εκμαιεύει απαντήσεις;

Bohm: Δεν είμαι υπέρ αυτού προσωπικά. Βλέπετε, δεν πιστεύω πως μια άποψη θα έπρεπε να εκμαιεύεται· Πιστεύω πως οι απόψεις θα πρέπει να αφήνονται να προκύψουν. Ο Σωκράτης ήταν προφανώς πολύ πιο πάνω από τους περισσότερους από τους συνομιλητές του, θα μπορούσε να τους κάνει σχεδόν ό,τι ήθελε (γέλια). Αν δείτε τους διάφορους ανθρώπους με τους οποίους συνδιαλεγόταν, κάποια από τα αποτελέσματα δεν ήταν εντυπωσιακά, αν τα αναλογιστείτε.

Νομίζω ότι κάτι περισσότερο απαιτείται, ας το θέσουμε έτσι: Αν οι άνθρωποι αρχίσουν να μιλάνε χωρίς να έχουν σκεφτεί τα πράγματα πάρα πολύ, θα καταλήξουν σε παραλογισμούς. Αν απλά τους πει κάποιος ότι είναι χαζοί, θα σταματήσουν να μιλάνε και θα πάψουν να σκέφτονται οι ίδιοι. Πρέπει κατά κάποιο τρόπο να προχωρήσουμε πέρα από αυτό το στάδιο, έτσι ώστε η σύγχυση να διαλυθεί και όλοι να συμμετέχουν. Αυτό είναι δύσκολο, αλλά πιστεύω όχι αδύνατο.

Για τους περισσότερους από εμάς η νοημοσύνη πιθανώς μπλοκάρεται από την ακαμψία του μυαλού μας. Αυτή η ακαμψία προκαλείται από τα σταθερά νοήματα που διατηρούμε, και η δημιουργική νοημοσύνη που αλλιώς θα είχαμε αποκλείεται. Η περισσότερη ηλιθιότητα, πιστεύω, οφείλεται σε αυτό. Έτσι, πρέπει να την αμφισβητήσουμε, να διεισδύσουμε μέσα της.

Teemu Kassila: Σύμφωνα με την εμπειρία μου, η κοινωνία είναι γεμάτη από νοήματα, και υπάρχουν πάντα άνθρωποι που προσπαθούν να μου πουν ποιο είναι το πραγματικό νόημα, έτσι ώστε κάποιος να βρίσκεται σε σύγχυση για το ποιο είναι το πραγματικό νόημα.

Bohm: Ναι, καταλαβαίνω- για αυτό ένας διάλογος είναι απαραίτητος. Βλέπετε, επισημάνατε ότι οι άνθρωποι προσπαθούν να σας πουν ποιο είναι το νόημα· αυτό δεν είναι διάλογος (γέλια). Σε έναν διάλογο περνάμε σε μια κατάσταση όπου κάποιος μας λέει τι σημασία έχουν τα πράγματα για εκείνον, και καθώς τον ακούμε λέμε τι σημασία έχουν για εμάς. Μαθαίνουμε έτσι κάτι γιατί έχει διαφορετική σημασία για κάποιον άλλον- το πνεύμα ανταλλάσσεται. Έτσι το νόημα θα είναι διαφορετικό στο τέλος του διαλόγου απ’ ό,τι ήταν στην αρχή.

Archer: Συνάγεται από ό,τι έχετε πει- κι επίσης το διατυπώσατε ευθέως- ότι η δημιουργικότητα έχει μεγάλη αξία. Είναι κάτι που αξίζει την προσοχή. Προτείνετε ότι ο διάλογος στην κοινωνική και πολιτιστική διάσταση είναι ένα μέσο για τη δημιουργικότητα;

Bohm: Ναι. Λέω ότι, εφόσον πρόκειται για έναν πραγματικό διάλογο, θα απελευθερώσει τη δημιουργικότητα. Πάρτε την επιστήμη, για παράδειγμα. Ακόμα κι αν οι επιστήμονες μιλάνε συνεχώς για την εργασία τους, συμμετέχουν σε συνέδρια, κάνουν δημοσιεύσεις, ανταλλάσουν πληροφορίες, οι νέες ιδέες που προκύπτουν μετά βίας γίνονται αντιληπτές. Είναι στην αρχή πολύ περιορισμένες επειδή οι άνθρωποι υπερασπίζονται τις θέσεις τους και τους νοιάζει η χρηματική ανταμοιβή, και ούτω καθεξής. Αλλά ας υποθέσουμε ότι όλες οι πιέσεις αίρονταν· θα είχαμε την ελεύθερη δημιουργικότητα στην επικοινωνία.

Archer: Δηλαδή κάποια προσπάθεια θα έπρεπε να καταβληθεί προς όφελος της δημιουργικότητας.

Bohm: Ναι, ο διάλογος είναι απαραίτητος για τη δημιουργικότητα στην πολιτισμική σφαίρα· δηλαδή η δημιουργικότητα δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς το διάλογο. Μπορεί να έχουμε μια έκρηξη δημιουργικότητας αλλά αυτή δεν θα διατηρηθεί.

Archer: Και θεωρείτε ότι υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη για αυτό- ότι η κοινωνία βρίσκεται σε μια κατάσταση που χρειάζεται επειγόντως το διάλογο;

Bohm: Ναι. Νομίζω ότι η κοινωνία βρίσκεται σε ένα στάδιο κατακερματισμού, και οι άνθρωποι δεν μιλούν μεταξύ τους- κυρίως αγνοούν ο ένας τον άλλον. Ωστόσο, εξαρτώνται ο ένα από τον άλλο και πολύ περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, δεν μπορούμε να αγνοούμε ανθρώπους από τους οποίους εξαρτόμαστε. Το να τους αντιτιθέμαστε ή να τους αποφεύγουμε δεν θα έχει αποτέλεσμα.

Archer: Θα λέγατε ότι, σε γενικές γραμμές, η ανθρωπότητα δεν έχει καταλάβει ότι το νόημα μπορεί να είναι διαφορετικό για διαφορετικούς ανθρώπους, και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αντιμαχόμαστε εξαιτίας αυτών των διαφορετικών νοημάτων;

Bohm: Ναι, και επίσης δεν έχει γίνει κατανοητό ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα ύστατο νόημα. Έτσι, θα υπάρχουν πολλά διαφορετικά νοήματα, και εμείς πρέπει να βρούμε τη σχέση μεταξύ τους. Έχουμε μια πληθώρα νοημάτων, αλλά θα πρέπει να αναζητήσουμε την ενότητα σε αυτήν την πολυμορφία, και ούτω καθεξής.

Βλέπετε, η γενική κουλτούρα περιέχει την υπόθεση ότι πρέπει να υπάρχει ένα σωστό νόημα, και όλα τα υπόλοιπα είναι λάθος. Το «σωστό» νόημα είναι απολύτως απαραίτητο και δεν αποδίδει στους άλλους. Είναι ακριβώς αυτό το είδος του άκαμπτου «σωστού» νοήματος που συχνά γίνεται ένα λάθος νόημα, καθώς αλλάζουν οι περιστάσεις. Ο πολιτισμός είναι νόημα, και όταν υπάρχει το λάθος νόημα μέσα στον πολιτισμό, είναι σαν την παραπληροφόρηση.

Έτσι μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει μόνο πληροφορία, αλλά και «παραπληροφορία.» Ένας ιός στο μόριο DNA θα μπορούσε να ονομαστεί ένα κομμάτι παραπληροφορίας, δεδομένου ότι μπαίνει στη γενετική δομή και προκαλεί στα κύτταρα να παράγουν περισσότερους ιούς αντί περισσότερα κύτταρα, όπως συμβαίνει με τον καρκίνο.

Η κοινωνία, επίσης, είναι γεμάτη από αυτό το είδος της παραπληροφορίας. Έχουμε διάφορους τρόπους αντιμετώπισης της βιολογικής παραπληροφορίας. Ο καλύτερος τρόπος είναι με το ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο την αναγνωρίζει και μας βοηθά να απαλλαγούμε από αυτήν. Αλλά δεν έχουμε κανένα παρόμοιο σύστημα στην κοινωνία. Η παραπληροφορία συσσωρεύεται και η κοινωνία διασπάται σταδιακά. Όσο παλιότερη γίνεται μια κοινωνία, τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχει να συγκεντρώσει όλα τα είδη παραπληροφορίας, και τόσο περισσότερο αρχίζει να καταρρέει. Η κοινωνία αυτή είναι αποκλεισμένη επειδή η παραπληροφορία διατηρείται απόλυτα.

Hankey: Αλλά υπάρχει πάντα η δυνατότητα ανανέωσης.

Bohm: Από πού προέρχεται η  ανανέωση;

Hankey: Η ανανέωση έρχεται από πάνω.

Bohm: Αλλά πού είναι τα σημάδια της; Βλέπετε, κινδυνεύουμε να εμπλακούμε σε μια μη ανανεώσιμη κατάσταση. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να βασιστούμε στο «υπεράνω» για να τα καταφέρουμε. Υπάρχει επίσης μια δήλωση η οποία αντιπροσωπεύει πιθανώς μια πιο Δυτική προσέγγιση, η οποία λέει ότι «ο Θεός βοηθά εκείνους που βοηθάν τον εαυτό τους,» ότι «όσοι δεν βοηθήσουν τον εαυτό τους δεν θα έχουν καμία βοήθεια από πάνω.» Έτσι αν μπορούμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας τότε θα έχουμε και την άλλη βοήθεια.

Hankey: Πράγματι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι υπάρχει ένα απόλυτο νόημα.

Bohm: Μπορεί να υπάρχει, αλλά αν υποθέσουμε ότι ήσαστε κάποιος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ναζιστική Γερμανία, δεν θα το βλέπατε έτσι. Όλα εκείνα τα εκατομμύρια άνθρωποι οι οποίοι υπέφεραν και εξοντώθηκαν, σε ό,τι τους αφορούσε, δεν είχε κανένα νόημα. Και ποιο θα ήταν το νόημα αν όλος ο κόσμος χανόταν στον πυρηνικό όλεθρο; Το νόημα θα ήταν απλά ότι η ανθρωπότητα δεν ήταν βιώσιμη και ότι θα έπρεπε να αναλάβει κάποιο άλλο είδος.

Ακροατής: Έχει η αγάπη νόημα;

Bohm: Ω ναι, σαφώς έχει νόημα, και είναι η ίδια νόημα. Αλλά αυτή η σκληρότητα, αυτή η ακαμψία του μυαλού, έρχεται σε αντιπαράθεση μαζί της. Από την πνευματική πλευρά προκύπτει ως ακαμψία της σκέψης και από την συναισθηματική πλευρά ως σκληρότητα της καρδιάς- είναι και τα δύο το ίδιο πράγμα. Επομένως, αυτό που χρειάζεται είναι να χαλαρώσει η ακαμψία του μυαλού και να διαλυθεί ή να λιώσει η σκληρότητα της καρδιάς, και δεν μπορεί το ένα να κάνει χωρίς το άλλο. Αν κάποιος δεν είναι σκληρόκαρδος αλλά το μυαλό του είναι πολύ μονόπλευρο, πολύ γρήγορα θα βρεθεί σε σύγκρουση και η αγάπη του θα εξαφανιστεί. Χωρίς τη χαλάρωση του άκαμπτου μυαλού δεν μπορούμε να αγαπήσουμε, γιατί αργά ή γρήγορα θα βρεθούμε σε ένα σημείο σύγκρουσης με κάποιον, και η αγάπη μας θα εξαφανιστεί στη σύγκρουση. Αλλά προτείνω ότι αυτή η ακαμψία του μυαλού αρχίζει να χαλαρώνει όταν βλέπουμε τον κίνδυνο της αδιαπραγμάτευτης θέσης.

Ακροατής: Δεν είναι κυρίως ο φόβος που προκαλεί την ακαμψία, ο φόβος τού να εγκαταλείψουμε το μικρό κόσμο της σίγουρης γνώσης που δημιουργήσαμε;

Bohm: Ναι, υπάρχει ο φόβος της αλλαγής, ο φόβος της έκθεσης του εαυτού μας, και ούτω καθεξής.

Kassila: Οπότε, τι είναι αυτό που αποφεύγουμε; Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια ευαίσθητη περιοχή σε όλους μας την οποία ως επί το πλείστον αγνοούμε και φοβόμαστε να τη δείξουμε στους άλλους. Μερικές φορές θεωρώ ότι είναι σχεδόν αδύνατο να τη συζητήσουμε, και μου έρχεται να κλάψω για αυτήν την «ύπαρξη μέσα μου.»

Bohm: Πίσω από αυτήν την ευαίσθητη ύπαρξη μέσα μας υπάρχει κάποιο είδος νοήματος το οποίο έχει κτιστεί κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Προήλθε από τον πολιτισμό και παράγει το φόβο, την αντίσταση και την ακαμψία. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι προσέγγισης αυτού του προβλήματος. Υπάρχει και η προσέγγιση του διαλογισμού, που προσπαθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα σε ατομικό επίπεδο· και υπάρχει η προσέγγιση της ψυχιατρικής, που ανατρέχει στις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας. Αλλά υπάρχει επίσης μια τρίτη προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία ένα μεγάλο μέρος του άγχους μας έχει βασικά κοινωνική-πολιτισμική προέλευση και επομένως προσεγγίζεται καλύτερα με το διάλογο, ο οποίος αποτελεί ένα κοινωνικό-πολιτισμικό πλαίσιο.

Kassila: Αλλά τι θα λέγατε ότι η «ύπαρξη βρίσκεται μέσα μας;»

Bohm: Ίσως σχεδόν τίποτα- είναι παραπληροφορία σε μια κεντρική θέση. Είναι το ίδιο όπως με το μόριο του DNA. Ένα μικροσκοπικό κομμάτι παραπληροφορίας στο DNA μπορεί να προκαλέσει τα πάντα να πάνε στραβά. Αν υπάρχει παραπληροφορία σε ένα σημαντικό τμήμα της πληροφορίας που πρόκειται να προσδιορίσει μια διαδικασία, οι συνέπειες μπορεί να είναι πολύ σοβαρές. Αυτό μπορεί να συμβεί και με το μυαλό. Ένα μικρό κομμάτι παραπληροφορίας, ας πούμε, στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, μπορεί να στρεβλώσει ολόκληρο το μυαλό. Δεν το γνωρίζουμε αυτό, αλλά πιστεύω ότι το μυαλό μας επηρεάζεται τόσο πολύ από τέτοια παραπληροφορία έτσι ώστε φοβάται ακόμα και να θεωρήσει την περίπτωση κάτι να είναι λάθος με αυτήν.

Kassila: Έτσι με αυτήν την έννοια ποτέ δεν ζούμε σε πλήρη ταύτιση με αυτό που ονομάζω «ύπαρξη μέσα μας.»

Bohm: Κατά πάσα πιθανότητα όχι. Ζούμε σε επαφή με μια απατηλή ύπαρξη που προβάλλεται από την παραπληροφορία. Έχουμε μια απατηλή άποψη του εαυτού μας, που είναι κτισμένη σε μεγάλο βαθμό σύμφωνα με τον κοινωνικο-πολιτισμικό τρόπο. Το μεγαλύτερο μέρος της γνώμης που έχουμε για τον εαυτό μας προέρχεται από την κοινωνία, έτσι δεν είναι; Για παράδειγμα, ο φόβος του να γελοιοποιηθούμε είναι μια κοινωνικο-πολιτισμική συνέπεια, όπως και ο φόβος της ανοχής. Έτσι, ένα τεράστιο μέρος αυτού του φόβου είναι κοινωνικο-πολιτισμικής προέλευσης. Είναι κοινωνικο-πολιτισμική παραπληροφορία, η οποία μεταδίδεται υποσυνείδητα.

Επομένως, αν το αντιμετωπίσουμε αυτό ως ομάδα, θα μπορέσουμε να δούμε τη βασική αρχή και ίσως καταφέρουμε να αλλάξουμε.

Kassila: Μου φαίνεται ότι αυτό που περιγράψατε ως νόημα, μπορεί να πάρει τη θέση του Θεού ή κάποιου ανώτερου πράγματος.

Bohm: Τότε, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Γι’ αυτό το λόγο είπα ότι πρόκειται για μια πρόταση και όχι για μια δήλωση του τι είναι αληθινό. Δεν ισχυρίζομαι πως ό,τι λέω είναι η αλήθεια. Μπορεί να έχω πολλούς λόγους να το υποστηρίζω ώστε να είναι εύλογο, αλλά παραμένει μια πρόταση που πρέπει να διερευνηθεί, και όχι η τελική αλήθεια. Όπως προανέφερα, δεν νομίζω ότι μπορούμε να καταλήξουμε σε μια υπέρτατη αλήθεια μέσα από οποιαδήποτε διερεύνηση.

Ακροατής: Αλλά δεν είναι χρήσιμο να έχουμε πίστη σε αυτό που θα λέγατε ύστατο νόημα; Θα μπορούσαμε τότε να πούμε «εντάξει, ό,τι κι αν συμβεί, θα είμαι ασφαλής, ή ο κόσμος θα παραμείνει ασφαλής.» Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να δώσουμε στον εαυτό μας ασφάλεια με την έννοια ότι ακόμα και αν κάνουμε λάθος, το απόλυτο νόημα θα μας προστατεύσει.

Bohm: Πολλοί άνθρωποι το έχουν δοκιμάσει αυτό, αλλά αργά ή γρήγορα οι περισσότεροι έχασαν την πίστη τους. Η πίστη θα δοκιμαστεί πάρα πολύ, γιατί πράγματα θα συμβούν που θα κάνουν το απόλυτο νόημα να φαίνεται πολύ αβάσιμο. Αν πιστεύετε, για παράδειγμα, ότι υπάρχει Θεός, μπορεί επίσης να πείτε «γιατί έκανε τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο;- σχεδόν οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τα έχει κάνει καλύτερα» (γέλια).

Αν θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε αυτό το ύστατο νόημα, τότε, εξ ορισμού, θα υπήρχε μια αληθινή αντίληψη, που θα ήταν εντάξει. Αλλά και μόνο να υποθέσουμε την ύπαρξη ενός απόλυτου νοήματος είναι επικίνδυνο, γιατί οδηγεί στη στρέβλωση των γεγονότων.

Αυτό που προτείνω είναι ότι πρέπει να παραμείνουμε με κάποια αβεβαιότητα. Ο φόβος της αβεβαιότητας είναι το βασικό μας πρόβλημα. Η αβεβαιότητα είναι η ίδια η φύση του νοήματος και της ύπαρξης, γιατί το νόημα εξαρτάται πάντοτε από το πλαίσιό του. Δεν ξέρουμε ποτέ ποιο θα είναι το πλαίσιο που θα προκύψει, και αυτός είναι ο λόγος που ποτέ δεν είμαστε σίγουροι ότι τα νοήματά μας θα είναι σωστά για να δώσουν ασφάλεια. Έτσι αν δεν μπορούμε να ζήσουμε με αυτήν την πραγματικότητα της αβεβαιότητας, κάποιος βαθμός στρέβλωσης υφίσταται ήδη.

Questioner: Θα μπορούσαν το νόημα και η πραγματικότητα να υπάρχουν χωρίς τη συνείδηση;

Bohm: Δεν ξέρω. Αλλά τι είναι η συνείδηση δίχως νόημα; Η συνείδηση είναι νόημα. Το περιεχόμενο της συνείδησης είναι νόημα. Έτσι δεν είναι;

Hankey: Αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εμπειρία της ύπαρξης ξεκινάει όταν κάποιος σταματά να προβάλλει το νόημα.

Bohm: Αυτό μπορεί να ισχύει αλλά πρέπει επίσης να χρησιμοποιήσουμε το νόημα, αλλιώς δεν θα είμαστε σε θέση να συμπορευτούμε. Βλέπετε, είμαστε τώρα αντιμέτωποι με μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι πρέπει να δημιουργήσουν μια καλή κοινωνία. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος έχει πολλές διαστάσεις· την ατομική διάσταση, την κοινωνικο-πολιτισμική διάσταση, και τη συμπαντική. Αν δεν μπορούμε να ζούμε σε όλες αυτές τις διαστάσεις, δεν νομίζω ότι ο πολιτισμός μας θα επιβιώσει. Αν δεν ξέρουμε πώς να χρησιμοποιήσουμε το νόημα σωστά και αρμονικά, τότε ο πολιτισμός μας θα καταρρεύσει. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν ανακαλύψει ένα παγκόσμιο νόημα, αλλά όταν καταρρέει ο υπόλοιπος πολιτισμός, η διορατικότητά τους δεν κάνει μεγάλη διαφορά.

Briggs: Θα μπορούσατε να κάνετε μια διάκριση ανάμεσα στο να προβάλλουμε το νόημα, κάτι που μου ακούγεται σαν ένα είδος άκαμπτης προσκόλλησης- παίρνω το νόημά μου, το βάζω εκεί και το επιβάλλω σε κάποιον άλλον- και στο να βρούμε το νόημα; Φαίνεται να μιλάτε για το τελευταίο από την άποψη της δημιουργικότητας, ως τη δραστηριότητα της ανακάλυψης νοημάτων, που είναι μια δημιουργική διορατικότητα.

Bohm: Ναι, η δημιουργική διορατικότητα του νοήματος είναι το κρίσιμο θέμα και επίσης η δημιουργική επικοινωνία, πράγμα που σημαίνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να ακούσουν αυτήν τη δημιουργική διορατικότητα, να την ασπαστούν και να συνεχίσουν να ζουν με αυτήν. Αν ο καθένας διατηρεί μια άκαμπτη προσκόλληση στα νοήματά του,  κάποιος μπορεί να έχει μια σημαντική δημιουργική διορατικότητα αλλά οι άλλοι άνθρωποι δεν θα είναι σε θέση να τον ακούσουν. Τότε θα πρέπει να δώσουμε μάχη για να το επιβάλλουμε, και όλα γίνονται κομμάτια.

Briggs: Αν κάποιος έχει μια δημιουργική διόραση σε έναν διάλογο, υπάρχει μια διαδικασία κατά την οποία και άλλοι άνθρωποι θα πρέπει να βρουν αυτό το νόημα με το δικό τους τρόπο, έτσι ώστε αυτό το νόημα είναι η ροή εξεύρεσης του νοήματος.

Bohm: Ναι, κάθε φορά που κάποιος άλλος βλέπει αυτό το δημιουργικό νόημα, δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο και αλλάζει το δημιουργικό νόημα με δημιουργικό τρόπο. Έτσι λοιπόν η όλη διαδικασία ποτέ δεν σταματά. Υπάρχει η δυνατότητα της δημιουργικότητας στο κοινωνικο-πολιτισμικό πεδίο που δεν εξετάστηκε από καμία γνωστή κοινωνία επαρκώς.

Πιστεύω, και πάλι, ότι η Ανατολική κοινωνία τείνει να υποβαθμίσει την κοινωνικο-πολιτισμική σφαίρα, δεν της έχει δώσει τη δέουσα προσοχή. Τείνει να διασπαστεί από τα πρώτα στάδια σε οικογενειακές μονάδες και παρόμοιες καταστάσεις. Στη Δύση έχει δοθεί περισσότερη προσοχή σε αυτό, σε μέρη όπως η αρχαία Ελλάδα, η οποία έδωσε έμφαση στη δημοκρατία. Αλλά στο βαθμό που προσπαθούμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα, δεν είμαστε ιδιαίτερα επιτυχείς.

Hankey: Αντιθέτως, αν δούμε κάποια χώρα όπως η Ινδονησία, η πρώτη από τις πέντε αρχές της ολοκλήρωσης είναι η ενότητα στην ποικιλομορφία, και η κοινωνική δικαιοσύνη είναι άλλη μία. Η ενότητα στην πολυμορφία αντιπροσωπεύει ακριβώς την ολοκλήρωση που αντιστοιχεί στη δημοκρατία στη Δύση.

Bohm: Οπότε πώς επιτυγχάνεται η ενότητα;

Hankey: Με έναν κοινό σκοπό.

Bohm: Δεν νομίζω ότι αυτό είναι αρκετό, γιατί τότε ο σκοπός είναι δεδομένος. Είναι σημαντικό να έχουμε τη δημιουργία του σκοπού παρά έναν σκοπό δεδομένο. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας δεδομένος στόχος. Το νόημα είναι σκοπός, και καθώς το νόημα αναπτύσσεται δημιουργικά, ο σκοπός επίσης αναπτύσσεται. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι μέσα σε αυτήν τη ροή νοήματος ο σκοπός μεταμορφώνεται διαρκώς.

Δεν νομίζω ότι κάποια κοινωνία το έχει αντιμετωπίσει αυτό πραγματικά. Για παράδειγμα, μπορούμε να σκεφτούμε μια πολύ αρμονική κοινωνία όπου κάποιος στην κορυφή την οργανώνει. Είναι ένας αρκετά καλός ηγέτης, και, φυσικά, η κοινωνία αυτή θα αποσυντεθεί σταδιακά, καθώς ο επόμενος ηγέτης δεν είναι τόσο ικανός, και ούτω καθεξής. Αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το θέμα είναι ότι κάτι καινούργιο χρειάζεται· πάντοτε χρειαζόταν. Το γεγονός ότι τώρα πλησιάζουμε μια γενική καταστροφή αποτελεί μια πρόκληση. Δεν νομίζω ότι κάποια παραδοσιακή προσέγγιση μπορεί να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε αυτή την πρόκληση.




3 Ιουν 2013

Νόημα και πληροφορία [Μέρος 1ο]

[Τα ακόλουθα είναι από το βιβλίο «The Search for Meaning» - «The New Spirit in Science and Philosophy,» που δημοσιεύτηκε από τον οίκο Crucible το 1989, και είναι μια συλλογή δοκιμίων από επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, και τα οποία δοκίμια επικεντρώνονται σε ιδέες που προτάθηκαν από τον David Bohm. Η συλλογή εκδόθηκε από τον Paavo Pylkkanen.]

Σε αυτό το βιβλίο ο συγκεκριμένος σκοπός μας είναι να εξερευνήσουμε την έννοια του νοήματος ως ενός βασικού παράγοντα της ύπαρξης, όχι μόνο για τα ανθρώπινα όντα ατομικά και κοινωνικά, αλλά ίσως επίσης για τη φύση και για όλο το σύμπαν.

Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «νόημα», αυτό περιλαμβάνει τη σημασία, το σκοπό, την πρόθεση και την αξία. Ωστόσο, αυτά είναι μόνο σημεία αναφοράς στην εξερεύνηση της έννοιας του νοήματος. Προφανώς, δεν μπορούμε να ελπίζουμε να το κάνουμε αυτό σε μερικές φράσεις. Μάλλον, πρέπει να ξεδιπλωθεί η έννοια καθώς προχωράμε. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να υπάρξει καμία εξαντλητική ανάλυση του θέματος, διότι δεν υπάρχει κανένα όριο για την έννοια του νοήματος. Εδώ, μπορούμε να φέρουμε επωφελώς στο προσκήνιο τη δήλωση του Korzybski ότι τα πάντα δεν είναι αυτό που λέμε ότι είναι. Μπορεί το όλο να μοιάζει με αυτό που λέμε, αλλά είναι επίσης κάτι περισσότερο και κάτι διαφορετικό. Η πραγματικότητα είναι, ως εκ τούτου, ανεξάντλητη, και το ίδιο προφανώς είναι το νόημα. Αυτό που χρειάζεται είναι έτσι μια δημιουργική στάση απέναντι στο όλο, που να επιτρέπει την ατελείωτη δημιουργία νέων νοημάτων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, κατά την εξερεύνηση της έννοιας του νοήματος.

Το νόημα είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την πληροφορία. Η λειτουργική έννοια εδώ είναι ότι η πληροφορία έχει να κάνει με τη μορφή. Κυριολεκτικά «πληροφορώ» σημαίνει «μορφοποιώ.» Πρώτα απ’ όλα, η πληροφορία πρέπει να πραγματοποιηθεί σε κάποια μορφή, η οποία μεταφέρεται είτε με ένα υλικό σύστημα (π.χ. μια εκτυπωμένη σελίδα) είτε με κάποιο είδος ενέργειας (π.χ. ένα ραδιοκύμα). Βρίσκουμε γενικά ότι η μορφή καθαυτή δεν μπορεί να υπάρξει από μόνη της, αλλά πρέπει να έχει την υπόστασή της σε κάποια υλική ή ενεργειακή βάση· και γι’ αυτό η πληροφορία πρέπει να μεταφέρεται σε αυτήν τη βάση. Έτσι, ακόμη και η πληροφορία που βρίσκεται στις αισθήσεις και στις διαδικασίες της σκέψης έχει βρεθεί ότι μεταφέρεται από φυσικές και χημικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο νευρικό σύστημα και στον εγκέφαλο.

Αυτό που είναι σημαντικό ώστε μια μορφή να αποτελέσει πληροφορία είναι ότι πρέπει να έχει νόημα. Για παράδειγμα, λέξεις σε μια γλώσσα που δεν είναι δυνατό να διαβάσουμε δεν έχουν κανένα νόημα, και επομένως δεν περιέχουν καμία πληροφορία για εμάς. Ο Gregory Bateson είπε, «η πληροφορία είναι μια διαφορά που κάνει τη διαφορά». Αλλά για να είμαστε ακριβέστεροι, θα το θέσουμε ως εξής: Η πληροφορία είναι μια διαφορά στη μορφή που κάνει τη διαφορά στο περιεχόμενο, δηλαδή, στο νόημα. (Για παράδειγμα, μια διαφορά στις μορφές των γραμμάτων σε μια εκτυπωμένη σελίδα κάνει γενικά μια διαφορά σε αυτό που σημαίνουν.)

Νόημα είναι η δραστηριότητα της πληροφορίας

Πώς ακριβώς σχετίζεται η πληροφορία με το νόημα; Για να εξετάσουμε αυτό το ερώτημα, είναι χρήσιμο να θεωρήσουμε την έννοια της ενεργής πληροφορίας. Για παράδειγμα, ας πάρουμε ένα ραδιοκύμα, του οποίου η μορφή μεταφέρει πληροφορία που αντιπροσωπεύει είτε ήχο ή εικόνες. Το ραδιοκύμα καθαυτό έχει πολύ λίγη ενέργεια. Ο δέκτης, ωστόσο, έχει πολύ μεγαλύτερη ενέργεια (π.χ. από την πηγή τροφοδοσίας). Η δομή του ραδιοφώνου είναι τέτοια ώστε η μορφή που μεταφέρεται από το ραδιοκύμα επιβάλλεται στην πολύ μεγαλύτερη ενέργεια του δέκτη. Η μορφή στο ραδιοκύμα έτσι κυριολεκτικά «πληροφορεί» την ενέργεια στο δέκτη, δηλαδή βάζει την μορφή του σε αυτήν την ενέργεια, και αυτή η μορφή έτσι τελικά μεταμορφώνεται σε σχετικές μορφές ήχου και φωτισμού. Στο ραδιοκύμα, η μορφή είναι αρχικά ανενεργή, αλλά καθώς η μορφή εισέρχεται στην ηλεκτρική ενέργεια του δέκτη, μπορούμε να πούμε, ότι η πληροφορία ενεργοποιείται. Σε γενικές γραμμές, αυτή η πληροφορία είναι μόνο δυνητικά ενεργή στο ραδιοκύμα, αλλά γίνεται πραγματικά ενεργή μόνο όταν και όπου υπάρχει ένας δέκτης που μπορεί να αποκριθεί με τη δική του ενέργεια.

Μια παρόμοια έννοια ισχύει για έναν υπολογιστή. Η μορφή υπάρχει στα τσιπς σιλικόνης, τα οποία έχουν πολύ λίγη ενέργεια, αλλά αυτή η μορφή εισέρχεται στην πολύ μεγαλύτερη ενέργεια των συνολικών δραστηριοτήτων του υπολογιστή, και μπορεί ακόμη να ενεργήσει έξω από τον υπολογιστή (π.χ. σε ένα πλοίο ή αεροπλάνο που ελέγχεται από έναν αυτόματο πιλότο που καθοδηγείται από την πληροφορία στα ραδιοκύματα).

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχουμε λάβει υπόψη συσκευές φτιαγμένες από τον άνθρωπο, που ανταποκρίνονται ενεργά στις πληροφορίες. Ωστόσο, στη σύγχρονη μοριακή βιολογία, υποτίθεται ότι το μόριο DNA αποτελεί έναν κώδικα (δηλαδή μια γλώσσα), και ότι τα μόρια RNA «διαβάζουν» αυτόν τον κώδικα, και έτσι στην πραγματικότητα «ενημερώνονται» ως προς τι είδους πρωτεΐνες πρέπει να φτιάξουν. Η μορφή του μορίου DNA έτσι εντάσσεται στη γενική ενέργεια και δραστηριότητα του κυττάρου. Ανά πάσα στιγμή, το μεγαλύτερο μέρος της μορφής είναι ανενεργό, καθώς μόνο ορισμένα τμήματά του διαβάζονται από το RNA, σύμφωνα με το στάδιο ανάπτυξης και τις περιστάσεις του κυττάρου. Εδώ, έχουμε μια περίπτωση στην οποία η έννοια της ενεργής πληροφορίας δεν εξαρτάται από τίποτα κατασκευασμένο από τον άνθρωπο. Αυτό δείχνει ότι η ιδέα της ενεργής πληροφορίας δεν περιορίζεται στο ανθρώπινο πλαίσιο, και προτείνει ότι τέτοιου είδους πληροφορία ενδέχεται να ισχύει γενικά.

Φυσικά, είναι σαφές, ότι η έννοια της ενεργής πληροφορίας επίσης εφαρμόζεται άμεσα στην ανθρώπινη εμπειρία. Για παράδειγμα, όταν η μορφή μιας πινακίδας συλλαμβάνεται από τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα, η μορφή είναι αμέσως ενεργή ως νόημα (π.χ. αν η πινακίδα είναι «στοπ,» ο άνθρωπος ακινητοποιεί το αυτοκίνητο).

Ένα ακόμα πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι αυτό ενός ατόμου που συναντά μια σκιά μια σκοτεινή νύχτα. Αν η προηγούμενη εμπειρία του ατόμου αυτού είναι τέτοια που να υποδηλώνει ότι μπορεί να υπάρχουν λωποδύτες στη γειτονιά, η έννοια ενός λωποδύτη μπορεί να αποδοθεί άμεσα σε αυτή τη μορφή. Το αποτέλεσμα θα είναι μια εκτεταμένη και ισχυρή δραστηριότητα του μυαλού και του σώματος, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής αδρεναλίνης, η ένταση των μυών, και η αύξηση των παλμών της καρδιάς. Αλλά αν, κάτω από προσεκτικότερη εξέταση, το άτομο αυτό δει επιπλέον στοιχεία που να δείχνουν ότι πρόκειται μόνο για μια σκιά, τότε όλη αυτή η δραστηριότητα σταματά, και το σώμα και το μυαλό ησυχάζουν και πάλι. Είναι σαφές έτσι ότι οποιαδήποτε μορφή στην οποία μπορεί να αποδοθεί νόημα μπορεί να αποτελέσει πληροφορία. Αυτή ενδεχομένως είναι γενικά ενεργή, και μπορεί να γίνει πραγματικά ενεργή στο μυαλό και στο σώμα ενός ανθρώπου κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες.

Τέτοιες σχέσεις δραστηριότητας μεταξύ μυαλού και σώματος έχουν ονομαστεί ψυχοσωματικές. Αυτό προτείνει δύο ξεχωριστά συστήματα που αλληλεπιδρούν. Αλλά τα παραδείγματα που έχουμε συζητήσει δείχνουν μια σχέση πολύ πιο στενή από την απλή αλληλεπίδραση ξεχωριστών οντοτήτων. Περισσότερο, αυτό που προτείνεται είναι ότι πρόκειται απλώς για δύο πλευρές ή πτυχές μιας συνολικής διαδικασίας, χωρισμένες στη σκέψη για χάρη ανάλυσης, αλλά αναπόσπαστα ενωμένες στην πραγματικότητα.

Θα ήθελα να προτείνω έτσι ότι η δραστηριότητα, εικονική ή πραγματική, στην ενέργεια και στην ύλη είναι το νόημα της πληροφορίας, παρά να πούμε ότι η πληροφορία επηρεάζει μια οντότητα που ονομάζεται μυαλό το οποίο με τη σειρά του επιδρά με κάποιο τρόπο πάνω στο σώμα. Έτσι η σχέση ανάμεσα στην ενεργή πληροφορία και στο νόημά της είναι βασικά παρόμοια με εκείνη ανάμεσα στη μορφή και στο περιεχόμενο, για την οποία ξέρουμε ότι πρόκειται για μια διάκριση χωρίς πραγματική διαφορά ή διαχωρισμό ανάμεσα στα δύο στοιχεία.

Για να επιστήσουμε την προσοχή σε αυτό το είδος διάκρισης, προτείνω τον όρο σωμα-σημαντικό (soma-significant), αντί για ψυχοσωματικό. Με τον τρόπο αυτό, γενικεύω την έννοια του σώματος να συμπεριλάβει όλη την ύλη. Κάθε εκδήλωση της ύλης έχει μορφή, και αυτή η μορφή έχει νόημα (τουλάχιστον δυνητικά, αν όχι στην πραγματικότητα). Έτσι βλέπουμε αρκετά γενικά ότι το σώμα είναι σημαντικό, αλλά με τη σειρά της αυτή η σημασία μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω σωματική δραστηριότητα (π.χ. όπως με τη σκιά τη σκοτεινή νύχτα). Θα ονομάσουμε αυτή τη δραστηριότητα σημα-σωματική (signa-somatic). Έτσι έχουμε τις δύο αδιαχώριστες κινήσεις του σώματος να γίνονται σημαντικές και τη σημασία να γίνεται μια σωματική δραστηριότητα. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και για τους υπολογιστές (π.χ. οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές μπορούν πλέον να «αναγνωρίζουν» μορφές και να ενεργούν διαφορετικά ανάλογα με τις διαφορές στη μορφή). Παρόμοια το RNA σ’ ένα κύτταρο μπορεί να ανταποκριθεί στη μορφή του DNA, έτσι ώστε το «σώμα» του DNA γίνεται σημαντικό, και αυτό ενεργεί σημα-σωματικά για την παραγωγή πρωτεϊνών που διαφέρουν ανάλογα με τις διαφορές στη μορφή του DNA. Οπότε οι σωμα-σημαντικές και σημα-σωματικές δράσεις μπορούν να επεκταθούν πέρα από το πλαίσιο της ανθρώπινης εμπειρίας, και ακόμη πέρα από το πλαίσιο των συσκευών που κατασκευάζονται από τον άνθρωπο.

Είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι η δραστηριότητα του νοήματος μπορεί να είναι μόνο εικονική, όχι πραγματική. Η εικονική δραστηριότητα είναι κάτι περισσότερο από μια απλή δυνητικότητα. Μάλλον, είναι ένα είδος ανασταλμένης δράσης. Για παράδειγμα, το νόημα μιας λέξης ή κάθε άλλης μορφής μπορούν να ενεργούν ως φαντασία. Αν και δεν υπάρχει καμία ορατή δράση προς τα έξω, υπάρχει εντούτοις μια δράση, η οποία προφανώς περιλαμβάνει τη σωματική δραστηριότητα του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος, και μπορεί επίσης να περιλαμβάνει τις ορμόνες και τη μυϊκή ένταση, αν το νόημα έχει μια έντονη συναισθηματική φόρτιση. Ωστόσο, κάποια στιγμή, αυτή η ενέργεια μπορεί να παύσει να βρίσκεται σε αναστολή, έτσι ώστε μια δράση προς τα έξω να συμβεί. Για παράδειγμα, κατά την ανάγνωση ενός χάρτη οι μορφές στο χαρτί αποτελούν πληροφορία, και το νόημά της συλλαμβάνεται ως ένα σύνολο από εικονικές δραστηριότητες (π.χ. στη φαντασία), που αντιπροσωπεύουν τις ενέργειες που μπορούμε να πράξουμε στην περιοχή που αντιπροσωπεύεται από το χάρτη. Αλλά μεταξύ αυτών, μόνο μια θα πραγματωθεί εξωτερικά, ανάλογα με το πού βρίσκουμε τους εαυτούς μας εκείνη τη στιγμή. Η πληροφορία στο χάρτη είναι έτσι δυνητικά και εικονικά ενεργή με πολλούς τρόπους, αλλά στην πραγματικότητα και εξωτερικά ενεργή το πολύ με έναν τρόπο.

Αν, ωστόσο, δεν μπορούμε να βρούμε καμία θέση, τουλάχιστον προς το παρόν, προς την οποία ο χάρτης να είναι πραγματικά σχετικός, μια τέτοια εξωτερική δραστηριότητα μπορεί να ανασταλεί. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτό το είδος αναστολής της εξωτερικής δραστηριότητας εξακολουθεί ωστόσο να είναι ένα είδος ενεργής δραστηριότητας που ρέει από το συνολικό νόημα των διαθέσιμων πληροφοριών, (που τώρα περιλαμβάνει τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει καμία θέση προς την οποία ο χάρτης να σχετίζεται πραγματικά). Γενικότερα έτσι, όλη η δράση (συμπεριλαμβανομένης της μη δράσης) λαμβάνει χώρα σε μια δεδομένη στιγμή άμεσα και αμέσως σύμφωνα με τη σημασία της συνολικής κατάστασης για εμάς εκείνη τη στιγμή. Δηλαδή, δεν συνειδητοποιούμε πρώτα το νόημα της πληροφορίας και έπειτα επιλέγουμε να δράσουμε ή όχι. Αντίθετα, η σύλληψη του νοήματος είναι, την ίδια στιγμή, το σύνολο της εν λόγω δράσης (ακόμη και αν αυτό θα πρέπει να συμπεριλάβει τη δράση της αναστολής της εξωτερικής δραστηριότητας).

Αυτή η αδιάσπαστη σχέση νοήματος και δράσης μπορεί να γίνει κατανοητή με περισσότερες λεπτομέρειες θεωρώντας ότι το νόημα δηλώνει όχι μόνο τη σημασία κάποιου πράγματος, αλλά επίσης την πρόθεσή μας απέναντί του. Έτσι η φράση «εννοώ να κάνω κάτι» σημαίνει «έχω την πρόθεση να το κάνω». Αυτή  η διπλή έννοια του όρου «νόημα» δεν είναι απλά ένα ατύχημα της γλώσσας μας, αλλά αντίθετα, περιέχει μία σημαντική διορατικότητα στη γενική δομή του νοήματος.

Για να γίνει αυτό κατανοητό, σημειώνουμε αρχικά ότι μια πρόθεση προκύπτει γενικά από μια προηγούμενη αντίληψη του νοήματος ή της σημασίας μιας συγκεκριμένης  συνολικής κατάστασης. Αυτό δίνει όλες τις σχετικές δυνατότητες και συνεπάγεται λόγους για την επιλογή της καλύτερης. Ως απλό παράδειγμα, μπορούμε να εξετάσουμε τις διάφορες τροφές που μπορούμε να φάμε. Η πραγματική επιλογή μπορεί να γίνει σύμφωνα με τη σημασία των τροφίμων ανάλογα με το ποια τρόφιμα συμπαθούμε ή αντιπαθούμε, αλλά μπορεί να εξαρτηθεί επιπλέον από το νόημα της γνώσης που έχουμε σχετικά με τις θρεπτικές ιδιότητες των τροφίμων. Γενικότερα, μια τέτοια επιλογή, είτε να ενεργήσουμε ή όχι, θα εξαρτηθεί από το σύνολο της σημασίας εκείνη τη στιγμή. Η πηγή όλης αυτής της δραστηριότητας περιλαμβάνει όχι μόνο την αντίληψη και την αφηρημένη ή ρητή γνώση, αλλά επίσης αυτό που ο Polanyi ονόμασε άρρητη γνώση· δηλαδή, γνώση που περιέχει συγκεκριμένες δεξιότητες και αντιδράσεις που δεν ορίζονται από τη γλώσσα (όπως για παράδειγμα συμβαίνει όταν οδηγάμε ένα ποδήλατο). Τελικά, είναι αυτή η συνολική σημασία, συμπεριλαμβανομένων όλων των ειδών δυνητικών και εικονικών δράσεων, που παράγει τη συνολική πρόθεση, την οποία νιώθουμε ως ένα συναίσθημα ότι είμαστε έτοιμοι να ανταποκριθούμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Πρέπει να θυμόμαστε, ωστόσο, ότι το μεγαλύτερο μέρος του νοήματος σε αυτή τη διαδικασία είναι ελλοχεύον. Πράγματι, ό, τι λέμε ή κάνουμε, δεν μπορούμε να το περιγράψουμε λεπτομερώς, εκτός από ένα πολύ μικρό μέρος της συνολικής σημασίας που μπορεί να αντιλαμβανόμαστε σε κάθε χρονική στιγμή. Επιπλέον, όταν μια τέτοια σημασία εγείρει μια πρόθεση, θα είναι επίσης σχεδόν εξ ολοκλήρου ελλοχεύουσα, τουλάχιστον στην αρχή. Για παράδειγμα, ελλοχεύουσα στην παρούσα πρόθεση κάποιου να γράψει ή να μιλήσει είναι μια ολόκληρη διαδοχή λέξεων τις οποίες δεν γνωρίζει μέχρι να τις γράψει ή να τις εκφράσει προφορικά. Επιπλέον, στην ομιλία ή στη γραφή, αυτές οι λέξεις δεν επιλέγονται μία- μία. Αντίθετα, πολλές λέξεις φαίνεται να βρίσκονται αναδιπλωμένες σε κάθε δεδομένη στιγμιαία πρόθεση, και αυτές αναδύονται με μια φυσική σειρά η οποία είναι επίσης αναδιπλωμένη.

Το νόημα και  η πρόθεση φαίνεται έτσι ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, ως οι δύο πλευρές ή πτυχές της ίδιας δραστηριότητας. Στην πραγματικότητα, δεν έχουν καμία διακριτή ύπαρξη, αλλά χάρη περιγραφής τις διακρίνουμε (όπως κάναμε επίσης για την πληροφορία και το νόημα). Το νόημα ξεδιπλώνεται σε πρόθεση, και η πρόθεση σε δράση, η οποία, με τη σειρά της, έχει περαιτέρω σημασία, έτσι ώστε δημιουργείται, γενικά, μια κυκλική ροή, ή ένας κύκλος.

Στενά συνδεδεμένη με το νόημα και την πρόθεση είναι η αξία. Έτσι, αν πούμε «Αυτό σημαίνει πολλά για μένα,» εννοούμε «Αυτό έχει μια πολύ ψηλή αξία για μένα». Η λέξη «αξία» (value) έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη valor (ανδρεία), και ως εκ τούτου υπονοεί ένα είδος δύναμης ή αρετής. Σε γενικές γραμμές, αυτό που έχει για μας μια ευρεία και βαθιά σημασία θα οδηγήσει σε μια αίσθηση της αξίας, η οποία μας ωθεί σε κάποιο είδος ανταπόκρισης, και μας γεμίζει με μια αντίστοιχη δύναμη ή ένταση του είδους της ενέργειας που είναι αναγκαία για την εκτέλεση της πρόθεσής μας. Χωρίς μια τέτοια αίσθηση της αξίας, θα έχουμε λίγο ενδιαφέρον και ενέργεια, και η δράση μας θα τείνει να είναι αδύναμη και αναποτελεσματική. Είναι επομένως σαφές ότι οι έννοιες που υπονοούν κάποιο είδος υψηλής αξίας θα έχουν ως αποτέλεσμα ισχυρές και σταθερές προθέσεις. Όταν τέτοιες προθέσεις είναι εστιασμένες σε ένα καθορισμένο τέλος ή στόχο (και πάλι αυτό εξαρτάται από το γενικό νόημα) ονομάζονται βούληση. Έτσι, η πρόθεση, η αξία και η βούληση μπορούν να θεωρηθούν ως βασικές πτυχές του σωμα-σημαντικού και σημα-σωματικού κύκλου. Συνεπάγεται τότε ότι τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, μαζί με το νόημα, ρέουν και συγχωνεύονται μεταξύ τους σε μια αδιάσπαστη κίνηση. Οι διαφορές μεταξύ τους βρίσκονται μόνο στη σκέψη. Αυτές οι διακρίσεις είναι χρήσιμες όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να εκφράσουμε αυτήν τη διαδικασία, αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται ότι αντιστοιχούν σε κάποιον πραγματικό διαχωρισμό μεταξύ τους.

Μέχρι στιγμής, έχουμε συζητήσει πώς ήδη γνωστά νοήματα λαμβάνουν μέρος στον κύκλο που περιγράψαμε παραπάνω. Σε γενικές γραμμές, τέτοιες έννοιες περιέχουν έμμεσα μια προδιάθεση να ενεργήσουμε με έναν αντίστοιχο τρόπο. Έτσι, αν για παράδειγμα η άποψη ενός δρόμου δηλώνει ότι είναι επίπεδος, το σώμα μας αμέσως προδιατίθεται να περπατήσει αναλόγως. Επιπλέον, αν υπάρχουν απροσδόκητες λακκούβες στο δρόμο, μπορεί να μας κάνουν να παραπατήσουμε εωσότου αντιληφθούμε τη σημασία της νέας κατάστασης, και έτσι αυτομάτως να αλλάξουμε τη συμπεριφορά του σώματός μας. Όλα τα νοήματα πράγματι υπονοούν (ή αναδιπλώνουν) διάφορα είδη τέτοιας πρόθεσης για δράση (ή για μη δράση), και πρόκειται για ένα ουσιαστικό μέρος της σημα-σωματικής δραστηριότητας του νοήματος.

Όσο η ενέργεια που ρέει έξω από ένα δεδομένο σύνολο τέτοιων προκατεστημένων νοημάτων είναι συνεκτική και κατάλληλη, αυτό το είδος προδιάθεσης συνεχώς θα ενισχύεται, μέχρι να γίνει συνήθεια, ή σταθερή πρόθεση.

Αλλά αργά ή γρήγορα, θα αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση στην οποία η συγκεκριμένη προδιάθεση δεν θα είναι πια η κατάλληλη. Τότε είναι αναγκαίο να αναστείλουμε τις παλιότερες προδιαθέσεις, και να παρατηρήσουμε, να μάθουμε, και να αντιληφθούμε ένα νέο νόημα, που να υποδηλώνει μια νέα προδιάθεση.

Για παράδειγμα, θεωρήστε ένα πολύ μικρό παιδί, για το οποίο τα φωτεινά αντικείμενα πάντα σήμαιναν καλοσύνη, ευτυχία, ενθουσιασμό, κ.λπ., στα οποία υπονοείται μια προδιάθεση προσέγγισης και κατοχής τους. Ας υποθέσουμε τώρα ότι για πρώτη φορά το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με μια φωτιά, και ενεργεί σύμφωνα με τη συνήθη προδιάθεσή του. Θα καεί και θα πάρει το χέρι του από τη φωτιά. Την επόμενη φορά που το παιδί θα δει μια φωτιά, η αρχική προδιάθεση να προσπαθήσει να την πιάσει θα παρεμποδιστεί από την ανάμνηση του πόνου. Όταν οι δράσεις αναστέλλονται με αυτόν τον τρόπο, η πνευματική ενέργεια στην πρόθεση δράσης θα τείνει να ανατρέξει σε εικόνες από προηγούμενες εμπειρίες με παρόμοια αντικείμενα. Αυτές θα περιλαμβάνουν όχι μόνο εικόνες από πολλά ευχάριστα λαμπερά αντικείμενα, αλλά επίσης τη μνήμη της φωτιάς, η οποία ήταν ευχάριστη από μακριά αλλά επώδυνη στην εμπειρία της αφής. Κατά κάποιο τρόπο, αυτές οι εικόνες αποτελούν τώρα ένα νέο επίπεδο σωματικής μορφής, που μοιάζει με εκείνη των αρχικών αντικειμένων, αλλά μιας πιο λεπτής φύσης. Αυτή η μορφή είναι, κατά μια έννοια, «σαρωμένη» ή επεξεργασμένη από ένα ακόμη βαθύτερο και πιο λεπτό επίπεδο εσωτερικής δραστηριότητας.

Επισημαίνουμε και πάλι ότι σε μια τέτοια διαδικασία, αυτό που προηγουμένως αποτελούσε το νόημα (δηλαδή οι εικόνες και η σημασία τους) αντιμετωπίζεται τώρα ως σωματική μορφή. Το παιδί μπορεί να λειτουργήσει με βάση αυτή τη μορφή, όπως μπορεί να λειτουργήσει με τις μορφές των απλών αντικειμένων. Έτσι, το παιδί είναι σε θέση να παρακολουθήσει την εικόνα της φωτιάς, καθώς την πλησιάζει, και σε κάποια στιγμή προκαλεί μια βασισμένη στη μνήμη εικόνα του πόνου. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία προκύπτει ένα νέο νόημα, που επιτρέπει στο παιδί να λύσει το πρόβλημα του καθορισμού μιας κατάλληλης σχέσης με τη φωτιά, χωρίς να χρειάζεται να βρεθεί σε κίνδυνο να καεί ξανά. Σύμφωνα με αυτό το νέο νόημα, η φωτιά είναι ευχάριστη όταν το χέρι είναι αρκετά μακριά και επίπονη όταν είναι πάρα πολύ κοντά. Έτσι, μια νέα προδιάθεση προκύπτει, που είναι να προσεγγιστεί η φωτιά πιο προσεκτικά και σταδιακά, να βρεθεί η «καλύτερη» απόσταση από αυτή. Καθώς το παιδί συμμετέχει σε πολλές παρόμοιες εμπειρίες μάθησης, προκύπτει μια ακόμα πιο λεπτή και γενικότερη προδιάθεση να μάθει παρομοίως τον τρόπο προσέγγισης κάθε λογής αντικειμένων. Αυτό δημιουργεί την ικανότητα χρησιμοποίησης της φαντασίας σε πολλές διαφορετικές περιστάσεις για την επίλυση ενός ευρέος φάσματος προβλημάτων αυτής της γενικής φύσης.

Είναι σαφές ότι αυτή η διαδικασία μπορεί να μεταφερθεί σε ακόμα πιο λεπτά και πιο αφηρημένα επίπεδα σκέψης. Σε κάθε στάδιο, αυτό που ήταν προηγουμένως ένα σχετικά λεπτό νόημα, μπορεί, όπως στην περίπτωση της φωτιάς, τώρα να θεωρηθεί ως μια σχετικά σωματική μορφή. Αυτή, με τη σειρά της, μπορεί να προκαλέσει την πρόθεση κάποιας δράσης. Η ενέργεια αυτής της πρόθεσης είναι σε θέση στη συνέχεια να οδηγήσει σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη ακολουθία εικόνων με ακόμη περισσότερες λεπτές έννοιες. Αυτό πραγματοποιείται με τρόπους που είναι παρόμοιοι με εκείνους που συνέβησαν με την εικόνα της φωτιάς. Προφανώς, αυτή η διαδικασία μπορεί να προχωρήσει επ’ αόριστο, σε επίπεδα όλο και μεγαλύτερης λεπτότητας. (Η λέξη «λεπτός» (subtle) βασίζεται σε μια ρίζα που σημαίνει «αραχνοΰφαντος» (finely woven), και η σημασία είναι «ραφιναρισμένος, λεπτεπίλεπτος, απατηλός, απροσδιόριστος, άυλος»).

Κάθε ένα από αυτά τα επίπεδα μπορεί να θεωρηθεί στη συνέχεια από την πνευματική ή από την υλική πλευρά. Από την πνευματική πλευρά είναι ένα περιεχόμενο πληροφορίας με κάποια συγκεκριμένη έννοια νοήματος ως μια λεπτή εικονική δραστηριότητα. Αλλά από την υλική πλευρά είναι μια πραγματική δραστηριότητα που λειτουργεί για να οργανώσει τα λιγότερο λεπτά επίπεδα, και έτσι αυτή λειτουργεί ως το «υλικό,» με βάση το οποίο μια τέτοια λειτουργία λαμβάνει χώρα. Έτσι, σε κάθε στάδιο, το νόημα είναι η σύνδεση ή γέφυρα μεταξύ των δύο πλευρών.

Προτείνεται στη συνέχεια ότι μια παρόμοια σχέση ισχύει επ’ άπειρο σε επίπεδα ακόμα μεγαλύτερης λεπτότητας. Η πρόταση είναι ότι αυτή η δυνατότητα υπέρβασης κάθε συγκεκριμένου επιπέδου λεπτότητας είναι το βασικό χαρακτηριστικό στο οποίο βασίζεται η διάνοια. Δηλαδή, η όλη διαδικασία δεν είναι εγγενώς περιορισμένη από κάποιο συγκεκριμένο μοτίβο σκέψης, αλλά είναι μονίμως ανοιχτή σε φρέσκιες, δημιουργικές και πρωτότυπες αντιλήψεις νέων νοημάτων.

Αυτός ο τρόπος θεώρησης του θέματος αντιπαραβάλλεται έντονα με τη συνηθισμένη έννοια, στην οποία αναφέρθηκα νωρίτερα, ότι η ύλη και το πνεύμα εκλαμβάνονται ως ξεχωριστές ουσίες. Σύμφωνα με την άποψη που προτείνω, το πνεύμα και η ύλη αποτελούν τις δύο πλευρές της μίας γενικής διαδικασίας, και οι οποίες (όπως η μορφή και το περιεχόμενο) χωρίζονται μόνο στη σκέψη και όχι στην πραγματικότητα. Έτσι υπάρχει μόνο μία ενέργεια η οποία είναι η βάση όλης της πραγματικότητας. Η μορφή, όπως συλλαμβάνεται από την πνευματική πλευρά, δίνει σχήμα στη δραστηριότητα αυτής της ενέργειας, η οποία στη συνέχεια δρα σε λιγότερο λεπτές μορφές διαδικασιών που αποτελούν, για αυτή τη δραστηριότητα, την υλική πλευρά. Κάθε μέρος παίζει έτσι και τους δύο ρόλους, δηλαδή, τον πνευματικό και τον υλικό, αλλά σε διαφορετικά περιεχόμενα και συνδέσεις. Δεν υπάρχει ποτέ κανένας πραγματικός διαχωρισμός ανάμεσα στην πνευματική και στην υλική πλευρά, σε οποιοδήποτε στάδιο της συνολικής διαδικασίας.

Αυτό συνεπάγεται, σε αντίθεση με τη συνηθισμένη άποψη, ότι το νόημα είναι ένα εγγενές και απαραίτητο μέρος της συνολικής μας πραγματικότητας, και δεν είναι απλώς μια καθαρά αφηρημένη και αιθερική ιδιότητα που υπάρχει μόνο στο μυαλό. Ή για να το θέσουμε διαφορετικά, στη ζωή του ανθρώπου, αρκετά γενικά, το νόημα είναι η ύπαρξη. Έτσι, αν κάποιος αναρωτιόταν για το ποιον κάποιου ανθρώπου, θα έπρεπε να συμπεριλάβει όλες τις χαρακτηριστικές τάσεις και προδιαθέσεις δράσης αυτού του ανθρώπου, οι οποίες, όπως είδαμε, προκύπτουν από το τι σημασία έχουν όλα τα πράγματα για αυτόν τον άνθρωπο. Έτσι τα νοήματά μας ρέουν μέσα στην ύπαρξή μας, και επειδή οι σωματικές μορφές είναι σημαντικές για αυτήν την ύπαρξη, η ύπαρξη με τη σειρά της ρέει πίσω στο νόημα. Το ένα έτσι καταλήγει να αντικατοπτρίζει το άλλο. Αλλά τελικά, το κάθε τι είναι το άλλο. Γιατί η δραστηριότητα την οποία παράγει η πληροφορία είναι η ύπαρξή μας, και αυτή η ύπαρξη είναι η πραγματικότητα και η δράση που έτσι «ενημερώνονται.» Έτσι το νόημα και η ύπαρξη χωρίζονται μόνο στη σκέψη, αλλά όχι στην πραγματικότητα. Δεν είναι παρά οι δύο πτυχές της μίας συνολικής πραγματικότητας.

Είναι σαφές ότι επειδή δεν υπάρχει κανένα όριο στα δυνατά επίπεδα λεπτότητας του νοήματος, η ύπαρξη που ρέει έξω από το νόημα είναι εξορισμού άπειρη και ανεξάντλητη. Μπορούμε να δούμε ότι αυτό συνεπάγεται το εξής: με έναν άλλον τρόπο επισημαίνεται ότι όλα τα νοήματα είναι σε κάποιο βαθμό διφορούμενα, επειδή κάθε περιεχόμενο βασίζεται σε κάποιο πλαίσιο. Αλλά αυτό το πλαίσιο με τη σειρά του μπορεί να αποτελέσει ένα περιεχόμενο το οποίο να βασίζεται σε ένα ακόμα ευρύτερο πλαίσιο (που μπορεί να περιλαμβάνει πολλά επίπεδα λεπτότητας), και ούτω καθεξής επ’ άπειρο. Έτσι τα νοήματα είναι εγγενώς ατελή και υπόκεινται στην αλλαγή, καθώς ενσωματώνονται σε ευρύτερα, βαθύτερα και πιο λεπτά νοήματα, που προκύπτουν μέσα σε νέα πλαίσια.

Είναι δυνατό να εξετάσουμε όλη αυτήν τη διαδικασία σε σχέση με την ελλοχεύουσα ή αναδιπλωμένη τάξη (implicate or enfolded order), για την οποία έχω μιλήσει αλλού. Δηλαδή, όλα αυτά τα επίπεδα και πλαίσια νοήματος αναδιπλώνουν το ένα το άλλο, και μπορεί να έχουν σημαντική σχέση μεταξύ τους. Το νόημα είναι έτσι μια συνεχώς διευρυνόμενη δομή, στην οποία η δυνητική σημασία του κάθε τμήματος πραγματώνεται πάντα με την ένταξή της σε ευρύτερα πλαίσια. Ως εκ τούτου δεν μπορεί αυτή ποτέ να είναι πλήρης ή τελική. Στα όρια του τι έχει, ανά πάσα στιγμή, κατανοηθεί υπάρχουν πάντα ασάφειες, μη ικανοποιητικά χαρακτηριστικά, και αποτυχίες δράσης που απορρέουν από την πρόθεση να ταιριάξουν με αυτό που συμβαίνει. Η ακόμα βαθύτερη πρόθεση είναι να γνωρίζει κάποιος αυτές τις διαφορές και να επιτρέψει στην όλη δομή να αλλάξει αν χρειάζεται. Αυτό θα οδηγήσει σε μια κίνηση στην οποία υπάρχει η συνεχής αναδίπλωση ακόμα πιο ολοκληρωμένων νοημάτων.

Αλλά, φυσικά, κάθε νέο νόημα που γίνεται έτσι αντιληπτό έχει κάποιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής στο οποίο οι ενέργειες που εκρέουν ίσως ταιριάζουν με αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα (π.χ., όπως στην περίπτωση του παιδιού για το οποίο «λαμπρό» σήμαινε «καλοσύνη» και «ευτυχία»). Τέτοια όρια μπορεί κατά κανόνα να επεκταθούν επ’ αόριστο μέσω επιπλέον αντιλήψεων νέων νοημάτων. Ωστόσο, όσο μακριά κι αν μπορεί να φτάσει αυτή η διαδικασία, θα εξακολουθούν να υπάρχουν όρια κάποιου είδους, τα οποία θα υποδεικνύονται από τις δυσαρμονίες μεταξύ των προθέσεών μας, βασισμένων σε αυτά τα νοήματα, και των πραγματικών συνεπειών που προκύπτουν από αυτές τις προθέσεις. Σε οποιοδήποτε στάδιο, η αντίληψη νέων νοημάτων μπορεί να επιλύσει αυτές τις διαφορές και δυσαρμονίες, αλλά θα συνεχίσουν να υπάρχουν όρια, έτσι ώστε η προκύπτουσα γνώση να παραμένει ελλιπής.

Αυτό που προτείνεται στη συνέχεια είναι αυτό που έχουμε ήδη επισημάνει· το νόημα είναι σε θέση να καταφέρει μια απεριόριστη επέκταση σε όλο και μεγαλύτερα επίπεδα λεπτότητας και πληρότητας. Αυτό μπορεί πραγματικά να πραγματοποιηθεί, ωστόσο, μόνο όταν νέες έννοιες γίνονται αντιληπτές ανά πάσα στιγμή. Φυσικά, τέτοιες φρέσκιες αντιλήψεις μπορούν να ρεύσουν ελεύθερα στη βραχυπρόθεσμη μνήμη, η οποία δεν διατηρεί ένα σταθερό περιεχόμενο. Φαίνεται επομένως φυσικό να συμπεριλάβουμε τη βραχυπρόθεσμη μνήμη ως μια φυσική προέκταση της πρόσφατης αντίληψης. Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη μνήμη είναι ένα είδος σχετικά σταθερής καταγραφής, που τείνει να έχει μια συγκεκριμένη σταθερή ποιότητα. Φυσικά, ακόμη και οι σταθερές μνήμες μπορούν να εξασθενίσουν, ή να τροποποιηθούν με κάποιον τρόπο, καθώς τα νοήματά τους φαίνεται να αλλάζουν στην πραγματική εμπειρία. Εντούτοις, όταν η μακροπρόθεσμη μνήμη λειτουργεί ως ο σημαντικότερος παράγοντας για τη συνείδηση, δεν είναι σε θέση να μετατρέψει τη δική της δομή με θεμελιώδη τρόπο. Έχει πράγματι μόνο μια περιορισμένη ικανότητα προσαρμογής σε νέες καταστάσεις (π.χ. σχηματίζοντας συνδυασμούς οικείων εικόνων, ιδεών, αρχών, κλπ.).

Για να προχωρήσουμε πέρα από τα όρια αυτά, απαιτείται μια φρέσκια αντίληψη νέων νοημάτων. Για να δημιουργήσουμε νέα νοήματα με αυτόν τον τρόπο απαιτείται τουλάχιστον ένας δυνητικά άπειρος βαθμός εσωτερικότητας και λεπτότητας στις διανοητικές διεργασίες μας. Τέτοιες διανοητικές διαδικασίες απεριόριστα βαθιάς εσωτερικότητας και λεπτότητας μπορούν, ωστόσο, να ενσωματώσουν το περιεχόμενο της μνήμης μαζί με το υπόλοιπο της αντίληψης σε σύνολα, στα οποία, για παράδειγμα, οι μακροπρόθεσμες μνήμες μπορούν να λάβουν σχετικά νέες σημασίες. Έτσι, αν και η μνήμη είναι ουσιαστικά μηχανική όταν είναι ο σημαντικότερος παράγοντας σε λειτουργία, είναι εντούτοις σε θέση, σε ένα δευτερεύοντα ρόλο, να συμμετέχει σημαντικά στη δημιουργικότητα.

Η φυσική και η ενεργή πληροφορία

Μέχρι στιγμής, έχουμε εστιάσει κυρίως στην έννοια του νοήματος στο βαθμό που αυτό λειτουργεί στον άνθρωπο. Είδαμε, ωστόσο, ότι η έννοια της ενεργής πληροφορίας μπορεί να επεκταθεί, για να βρει εφαρμογή στους ραδιοφωνικούς δέκτες, στους υπολογιστές, και στη δραστηριότητα του DNA σε ένα κύτταρο. Θα ήθελα τώρα να προχωρήσω και να δείξω ότι μια παρόμοια έννοια μπορεί να ισχύει για όλη την άψυχη ύλη στο επίπεδο των πιο θεμελιωδών νόμων της φυσικής που είναι γνωστοί· αυτών της κβαντικής θεωρίας.

Θα ξεκινήσω εξετάζοντας ένα απλό σωματίδιο της ύλης· π.χ. ένα ηλεκτρόνιο. Σύμφωνα με την κβαντική θεωρία, ένα τέτοιο σωματίδιο δείχνει κυματικές ιδιότητες, καθώς και σωματιδιακές ιδιότητες. Προτείνω να το εξηγήσω αυτό υποθέτοντας ότι ενώ το ηλεκτρόνιο είναι ένα σωματίδιο, συνοδεύεται πάντα από ένα νέο είδος κυματικού πεδίου, που ορίζεται από την εξίσωση του Schrodinger (όπως οι εξισώσεις του Maxwell καθορίζουν τη διάδοση του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου). Το ηλεκτρόνιο που συναντούμε στην πραγματικότητα πρέπει στη συνέχεια να γίνει κατανοητό από την άποψη ενός σωματιδίου και ενός πεδίου, που πάντα συνοδεύει το σωματίδιο.

Όταν βλέπει κανείς το νόημα της κυματικής εξίσωσης του Schrodinger εκφρασμένης σε αυτό το μοντέλο, αντιλαμβάνεται ότι υποδηλώνει την ανάγκη να προστεθεί στις κλασικές δυνάμεις που ενεργούν στο σωματίδιο ένα νέο είδος δύναμης, που απορρέει από αυτό που ονομάζεται κβαντικό δυναμικό.

Τα βασικά νέα χαρακτηριστικά της κβαντικής θεωρίας προέρχονται κυρίως από τις νέες ιδιότητες του κβαντικού δυναμικού. Από αυτά, ένα από τα πιο σημαντικά είναι ότι αυτό το δυναμικό σχετίζεται με την κυματοσυνάρτηση του Schrodinger με τέτοιο τρόπο ώστε να μην εξαρτάται από την ένταση του κύματος, αλλά μόνο από τη μορφή του. Αυτό σημαίνει ότι το κύμα Schrodinger δεν ενεργεί όπως, για παράδειγμα, ένα υδάτινο κύμα πάνω σε ένα πλωτό αντικείμενο για να το ωθήσει μηχανικά με μια δύναμη ανάλογη με την ένταση. Μάλλον, μια καλύτερη αναλογία θα ήταν αυτή που εξετάσαμε ήδη σε σχέση με τη συζήτησή μας σχετικά με την πληροφορία- π.χ. ένα πλοίο ή αεροπλάνο στον αυτόματο πιλότο που καθοδηγείται από ραδιοκύματα. Το πλοίο ή αεροπλάνο (με το αυτόματο πιλότο) είναι ένα αυτο-ενεργό σύστημα, δηλαδή έχει τη δική του ενέργεια. Αλλά η μορφή της δραστηριότητάς του καθορίζεται από το περιεχόμενο της πληροφορίας σχετικά με το περιβάλλον, η οποία μεταφέρεται από τα ραδιοκύματα. Αυτό το περιεχόμενο είναι ανεξάρτητο της έντασης των κυμάτων. Μπορούμε παρόμοια να θεωρήσουμε ότι το κβαντικό δυναμικό περιέχει ενεργή πληροφορία. Αυτή είναι δυνητικά ενεργή παντού, αλλά πραγματικά ενεργή μόνο όπου και όταν υπάρχει ένα σωματίδιο.


Μπορούμε να περιγράψουμε τι σημαίνει αυτό θεωρώντας το τι συμβαίνει σε μια στατιστική κατανομή ηλεκτρονίων που περνούν από ένα σύστημα δύο οπών και ανιχνεύονται σε μια οθόνη, όπως φαίνεται στην εικόνα παρακάτω.


Κάθε ένα από αυτά τα ηλεκτρόνια ακολουθεί ένα καλά καθορισμένο μονοπάτι που μπορεί να αποδειχθεί μαθηματικά ότι είναι κάθετο προς το μέτωπο του κύματος στο σημείο όπου είναι το σωματίδιο. Ας υποθέσουμε τώρα ότι θεωρούμε ένα καθορισμένο σωματίδιο έτσι ώστε να περνά μέσα από τη μία οπή. Στη συνέχεια, θα ακολουθήσει μια περίπλοκη διαδρομή, έτσι ώστε το σωματίδιο επηρεάζεται σημαντικά από ένα κβαντικό δυναμικό που καθορίζεται από την παρεμβολή των κυμάτων στις δύο σχισμές.  Είναι σαφές ότι ακόμα κι αν το ηλεκτρόνιο περνάει μόνο από τη μία σχισμή, η κίνησή του θα εξαρτηθεί από την πληροφορία που προέρχεται κι από τις δύο σχισμές. Πράγματι, ακόμη και σε αποστάσεις που η ένταση του κύματος είναι μικρή, μπορεί να υπάρχουν σημαντικές επιπτώσεις αυτού του είδους, διότι, όπως έχει επισημανθεί, το ηλεκτρόνιο ανταποκρίνεται με τη δική του ενέργεια στη μορφή του κύματος, όσο ασθενής κι αν είναι αυτή, και όχι στην έντασή του. Όπως έχουμε πει, αυτή η απόκριση μπορεί να απεικονίσει μακρινά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος, και αυτό υπονοεί μια ορισμένη νέα ιδιότητα ολότητας του ηλεκτρονίου με το περιβάλλον, η οποία δεν είναι παρούσα στην κλασική φυσική. Με τον τρόπο αυτό, καταλαβαίνουμε ότι η διαδρομή κάθε σωματιδίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν η μία ή και οι δύο σχισμές είναι ανοικτές (γεγονός το οποίο δεν αντιμετωπίζεται στην κλασική φυσική). Αυτή είναι η προτεινόμενη εξήγηση του πώς το ηλεκτρόνιο μπορεί να συμπεριφέρεται κατά έναν τρόπο σαν σωματίδιο και κατά άλλον τρόπο σαν κύμα.

Έτσι, όπως είδαμε, κάθε επιμέρους σωματίδιο ακολουθεί μια περίπλοκη πορεία, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πληροφορία, που έχει τη μορφή ενός κύματος και που αντικατοπτρίζει ολόκληρο το περιβάλλον. Πάντως, το ηλεκτρόνιο τελικά φτάνει σε ένα συγκεκριμένο σημείο στην οθόνη, γεγονός που αναδεικνύει το σωματιδιακό του χαρακτήρα. Ωστόσο, σε μια τυχαία στατιστική κατανομή ηλεκτρονίων με την ίδια κυματοσυνάρτηση Schrodinger, μπορούμε να δούμε, όπως φαίνεται στην προηγούμενη εικόνα, ότι όλα αυτά τα σωματίδια «συνωστίζονται» για να παράγουν μια πεπλεγμένη κατανομή στην οθόνη. Το πεδίο της πληροφορίας στο κύμα Schrodinger αντικατοπτρίζεται έτσι στη στατιστική κατανομή, και με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε πώς η εξάρτηση του κάθε σωματιδίου σε αυτό το πεδίο πληροφορίας επιφέρει την κυματική συμπεριφορά μιας στατιστικής κατανομής τέτοιων σωματιδίων.

Το μοντέλο αυτό σημαίνει ωστόσο ότι ένα ηλεκτρόνιο (για παράδειγμα) δεν είναι μια απλή οντότητα σαν μια μπάλα του μπιλιάρδου αλλά ότι μπορεί να έχει μια εσωτερική πολυπλοκότητα συγκρίσιμη με εκείνη ενός ραδιοφώνου ή ενός οχήματος που καθοδηγείται από έναν αυτόματο πιλότο. Αλλά το να εξετάσουμε μια τέτοια έννοια έρχεται σε αντίθεση με τη γενική προσέγγιση της φυσικής κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι καθώς αναλύουμε την ύλη σε ολοένα και μικρότερες μονάδες, η συμπεριφορά της θα γίνεται όλο και πιο απλή. Εδώ, θεωρούμε ότι στο κβαντικό επίπεδο μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι πλέον επαρκής. Αντίθετα, η κατάσταση μοιάζει περισσότερο με αυτό που συμβαίνει σε έναν μεγάλο ανθρώπινο πληθυσμό. Ενώ σε μια μεγάλη μάζα ανθρώπων μπορούμε συχνά να κάνουμε κάποιες σχετικά απλές στατιστικές αναλύσεις, όταν φτάνουμε στο επίπεδο του ενός ανθρώπου ανακαλύπτουμε μια πολυπλοκότητα και λεπτότητα που αψηφά τις αναλυτικές μας δυνάμεις.

Οι τρέχουσες θεωρητικές έννοιες υποδεικνύουν ότι ένα ηλεκτρόνιο δεν είναι μεγαλύτερο από κάτι της τάξης των 10-6 cm. Είναι άραγε δυνατό να υπάρχει τόση δομή σε τόσο μικρό χώρο; Η εφαρμογή της κβαντικής θεωρίας στη βαρυτική θεωρία προτείνει ότι οι συνηθισμένες μας έννοιες του χώρου και του χρόνου θα ισχύουν μέχρι και μια απόσταση της τάξης αυτού που ονομάζεται μήκος Plank, το οποίο είναι περίπου 10-33 cm (κάτω από το οποίο όλες οι παρούσες φυσικές έννοιες πιθανώς καταρρέουν). Ανάμεσα στο μέγεθος των ηλεκτρονίων της τάξης των 10-6 cm και στο μήκος Plank των 10-33 cm, υπάρχει μια σειρά κλιμάκων που είναι τόσο μεγάλη όσο η διαφορά ανάμεσα στις καθημερινές διαστάσεις και στο θεωρούμενο μέγεθος του ηλεκτρονίου. Έτσι, υπάρχει άφθονος χώρος για τη δυνατότητα της απαιτούμενης δομικής πολυπλοκότητας.

Ως τώρα έχουμε συζητήσει μόνο για το σύστημα ενός σωματιδίου. Αν λάβουμε υπόψη ένα σύστημα πολλών σωματιδίων, η σημασία της ενεργής πληροφορίας για την κβαντική θεωρία γίνεται ακόμα πιο εμφανής.

Πρώτον, πρέπει να πούμε ότι στο σύστημα πολλών σωματιδίων η κυματοσυνάρτηση του Schrodinger δεν μπορεί πλέον να αναπαρασταθεί στο συνηθισμένο τρισδιάστατο χώρο. Πρέπει τώρα να θεωρηθεί σε έναν πολυδιάστατο χώρο, ο οποίος ονομάζεται χώρος φάσεων ή διαμόρφωσης (configuration space), στον οποίο υπάρχουν τρεις διαστάσεις για κάθε σωματίδιο. Ένα μόνο σημείο σε αυτόν τον πολυδιάστατο χώρο αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη διαμόρφωση ολόκληρου του συστήματος των σωματιδίων- εξού και το όνομα «χώρος διαμόρφωσης.»

Δεν είναι άμεσα δυνατό να φανταστεί κανείς έναν τέτοιον χώρο. Ωστόσο, αν θυμηθούμε ότι η ουσιαστική σημασία του κύματος στο σύστημα ενός σωματιδίου είναι ότι καθορίζει ένα είδος πληροφορίας, τότε η ερμηνεία μπορεί εύκολα να επεκταθεί στο σύστημα πολλών σωματιδίων. Γιατί είναι γνωστό ότι η πληροφορία, καθώς είναι ένα ιδιαίτερα αφηρημένο πράγμα, μπορεί να οργανωθεί και να γίνει κατανοητή σε οποιονδήποτε αριθμό διαστάσεων. Αυτό είναι μια φυσική εξέλιξη της ιδέας ότι το κύμα Schrodinger δεν πρέπει να θεωρείται σαν ένα πεδίο δύναμης, αλλά ως ένα πεδίο πληροφορίας.

Μια πιο προσεκτική ανάλυση των μαθηματικών για την περίπτωση αυτή δείχνει ότι το σύνολο των σωματιδίων υπόκειται τώρα σε ένα γενικευμένο είδος κβαντικού δυναμικού. Αυτό εξαρτάται από το πεδίο Schrodinger ολόκληρου του συστήματος πολλών-σωμάτων. Έτσι έχουμε μια επέκταση αυτής της ερμηνείας στο σύστημα πολλών-σωμάτων, όπου κάθε σωματίδιο είναι αυτο-ενεργό. Ωστόσο, η μορφή της δράσης του μπορεί τώρα να εξαρτάται από μια κοινή δεξαμενή πληροφορίας που ανήκει σε όλο το σύστημα.

Η δραστηριότητα μιας τέτοιας κοινής δεξαμενής πληροφορίας στα πλαίσια της μηχανικής διακρίνεται καθαρότατα κατά την υπεραγώγιμη φάση των ηλεκτρονίων σε ένα μέταλλο. Αυτή είναι μια κατάσταση που μπορεί να προκύψει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, και στην οποία ένα ηλεκτρικό ρεύμα ρέει επ’ αόριστο χωρίς τριβή, επειδή τα ηλεκτρόνια δεν διασκορπίζονται από ανωμαλίες ή εμπόδια στο μέταλλο μέσα στο οποίο ρέουν. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, βλέπουμε ότι στην υπεραγώγιμη κατάσταση το κοινό μέρος της πληροφορίας προκαλεί μια οργανωμένη και συντονισμένη κίνηση των ηλεκτρονίων, που μοιάζει με ένα χορό μπαλέτου κατά τον οποίο τα σωματίδια παρακάμπτουν τις ανωμαλίες του μετάλλου χωρίς να διασκορπίζονται.

Καθώς η θερμοκρασία αυξάνεται, ωστόσο, η κατάσταση του συστήματος αλλάζει κατά τέτοιο τρόπο που η ιδιότητα της υπεραγωγιμότητας εξαφανίζεται. Η εξήγηση για αυτό είναι ότι το κυματικό πεδίο Schrodinger αρχίζει να χωρίζεται σε ανεξάρτητους παράγοντες, που αντιπροσωπεύουν ξεχωριστές δεξαμενές πληροφορίας, οι οποίες αντιστοιχούν σε παρόμοια υποσυστήματα, και τελικά, σε αρκετά υψηλές θερμοκρασίες, στα ίδια τα μεμονωμένα σωματίδια. Είναι σαν, στο μπαλέτο, οι χορευτές να αρχίζουν να χωρίζονται σε ξεχωριστές ομάδες που καθοδηγούνται από διαφορετικά «μοτίβα,» έως ότου τελικά κάθε άτομο εκτελεί το δικό του χορό, που δεν σχετίζεται με τους άλλους. Η συντονισμένη κατάσταση κίνησης ως εκ τούτου εξαφανίζεται, και τα ηλεκτρόνια συμπεριφέρονται περισσότερο σαν ένα ανοργάνωτο πλήθος ανθρώπων παρά σαν μια οργανωμένη ομάδα χορευτών.

Γενικότερα, μπορούμε να δείξουμε με μια εξέταση των μαθηματικών ότι η συμπεριφορά μεγάλης κλίμακας αντικειμένων, ιδιαίτερα σε κανονικές θερμοκρασίες, θα καθορίζεται από ξεχωριστές δεξαμενές πληροφορίας. Αυτό εξηγεί γιατί, στη συνηθισμένη μακροσκοπική εμπειρία, δεν βρίσκουμε στοιχεία αυτής της πρωτόφαντης οργανωμένης και συντονισμένης κβαντομηχανικής συμπεριφοράς. Αντίθετα, όπως μπορεί να αποδειχθεί, αυτή η τελευταία θα τείνει να γίνει σημαντική κυρίως στην μικροσκοπική κλίμακα (δηλαδή στο επίπεδο των ατόμων και των μορίων). Μπορεί να εμφανιστεί και σε μεγάλες κλίμακες, αλλά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν χαμηλές θερμοκρασίες, ή άλλες ασυνήθιστες πειραματικές συνθήκες που μπορούν να δημιουργηθούν στο εργαστήριο.

Η δυνατότητα ότι πολλά σωματίδια μπορούν να κινηθούν με τον τρόπο που περιγράφεται παραπάνω, σύμφωνα με μια κοινή δεξαμενή πληροφορίας, συνεπάγεται ότι μπορεί να υπάρξει αυτό που ονομάζεται μη τοπική σύνδεση. Όπως στην περίπτωση του ενός σωματιδίου, αυτό συμβαίνει επειδή το κβαντικό δυναμικό δεν πέφτει αναγκαστικά σε μια αμελητέα τιμή όταν τα σωματίδια είναι χωρισμένα ακόμη και από μακροσκοπικές κλίμακες απόστασης.

Με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι μια τέτοια μη τοπική σύνδεση, που μπορεί να παράγει ένα είδος στιγμιαίας επαφής μακρινών σωματιδίων, θα παραβίαζε τη θεωρία της σχετικότητας, η οποία απαιτεί ότι κανένα σήμα δεν μπορεί να διαδοθεί ταχύτερα από το φως. Είναι δυνατόν να δείξουμε, ωστόσο, ότι το κβαντικό δυναμικό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μεταφέρει ένα σήμα, δηλαδή ότι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλά διατεταγμένη σειρά από παλμούς που θα μπορούσαν να μεταδώσουν ένα σαφώς καθορισμένο μήνυμα. Αλλά δεν θα προχωρήσω σε περισσότερες λεπτομέρειες σε αυτό το σημείο, καθώς δεν είναι κάτι που να έχει άμεση σχέση με το κύριο θέμα αυτής της εργασίας.

Η έννοια μιας τέτοιας μη τοπικής σύνδεσης προφανώς πηγαίνει αρκετά μακριά πέρα από το πλαίσιο των εννοιών που έχουν γενικά γίνει αποδεκτές από την κλασική φυσική. Αλλά, φυσικά, είναι μια απόλυτα λογική ιδέα. Και πράγματι, θα έλεγα ότι μεγάλο μέρος της αντίδρασης που έχει αντιμετωπίσει αυτή η έννοια προέρχεται από τη φύση της προκατάληψης που τείνει να εγείρεται εναντίον κάθε νέας άγνωστης έννοιας.

Στη συνέχεια, είδαμε ότι στην κβαντική θεωρία το κβαντικό δυναμικό μπορεί να θεωρηθεί αρκετά γενικά ότι αντιπροσωπεύει ενεργή πληροφορία, η οποία μπορεί να οργανωθεί σε δεξαμενές μεγεθών, που ποικίλουν ανάλογα με τις συνθήκες. Σε συμφωνία με την πρόταση ότι το νόημα είναι η δραστηριότητα, εικονική ή πραγματική, που ρέει έξω από αυτή την πληροφορία, οδηγούμαστε να θεωρήσουμε τις κινήσεις των αυτό-ενεργών σωματιδίων ως το νόημα αυτής της πληροφορίας. Αυτό σημαίνει, ωστόσο, ότι η έννοια της ενεργής πληροφορίας και του νοήματος που έχει προταθεί σε πιο περιορισμένα πλαίσια (που περιλαμβάνουν τους ανθρώπους, τους υπολογιστές και το DNA) μπορεί τώρα να επεκταθεί στους βασικούς φυσικούς νόμους που ισχύουν για όλη την ύλη.

Η έννοια ότι το νόημα είναι αυτό που υπάρχει έχει επεκταθεί με αυτόν τον τρόπο στην άψυχη ύλη στο επίπεδο των πιο βασικών νόμων της φυσικής που μας είναι γνωστοί μέχρι στιγμής. Έτσι, αν αναρωτιόμασταν τι είναι ένα ηλεκτρόνιο, θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε στην απάντηση μια περιγραφή του πώς αυτό συμπεριφέρεται κάτω από διάφορες συνθήκες. Σύμφωνα με την κλασική φυσική, το ηλεκτρόνιο είναι μια οντότητα που κινείται μηχανικά και εκτρέπεται μόνο από εξωτερικές δυνάμεις και πιέσεις, οι οποίες γενικά δεν αντικατοπτρίζουν σε σημαντικό βαθμό απόμακρα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός του. Αλλά σύμφωνα με την κβαντική θεωρία, το ηλεκτρόνιο είναι κάτι που μπορεί σημαντικά να ανταποκρίνεται σε πληροφορίες από μακρινά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός του, και αυτός ο τρόπος απόκρισης, που αποτελεί το νόημα της πληροφορίας, είναι θεμελιώδης στην απάντηση τι είναι το ηλεκτρόνιο.

Σε αναλογία με τα όσα ελέχθησαν σχετικά με τις ανθρώπινες εμπειρίες, τα σωματίδια που αποτελούν την ύλη σε γενικές γραμμές μπορούν να θεωρηθούν ότι αντιπροσωπεύουν ένα πιο ογκώδες (εκπεφρασμένο) σωματικό επίπεδο δραστηριότητας, ενώ το κυματικό πεδίο του Schrodinger αντιστοιχεί σε ένα λεπτότερο, πιο ελλοχεύον και «πνευματικό» επίπεδο. Στην ανθρώπινη εμπειρία, ωστόσο, έχει προταθεί ότι κάθε «πνευματικό» επίπεδο μπορεί να θεωρηθεί ως ένας σωματικός φορέας μορφής όταν ιδωθεί από ένα ακόμα λεπτότερο επίπεδο. Αυτό σημαίνει πρώτα ότι η πληροφορία που αντιπροσωπεύεται από το κυματικό πεδίο Schrodinger «μεταφέρεται» από ένα λεπτότερο επίπεδο της ύλης που δεν έχει ακόμα άμεσα αποκαλυφθεί. Αλλά ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι συνεπάγεται ότι μπορεί να υπάρχει ένα λεπτότερο επίπεδο πληροφορίας που καθοδηγεί το πεδίο του Schrodinger, όπως η πληροφορία του πεδίου Schrodinger καθοδηγεί τα σωματίδια. Αλλά αυτό με τη σειρά του αποτελεί μια ακόμη πιο λεπτή «σωματική» μορφή, στην οποία δρα ένα ακόμα πιο λεπτό είδος πληροφορίας, και ούτω καθεξής. Μια τέτοια ιεραρχία θα μπορούσε να συνεχισθεί επ’ άπειρο. Αυτό σημαίνει, φυσικά, ότι οι παρόντες κβαντομηχανικοί νόμοι είναι μόνο απλοποιήσεις και αφαιρέσεις από ένα τεράστιο σύνολο, του οποίου εμείς μόνο «ξύνουμε την επιφάνεια.» Δηλαδή, στα φυσικά πειράματα και στις παρατηρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα, τα βαθύτερα επίπεδα αυτής της ολότητας δεν έχουν ακόμα φανερωθεί.

Με αυτόν τον τρόπο, καταλήγουμε σε μια έννοια της ύλης η οποία σε γενικές γραμμές βρίσκεται σε στενή παραλληλία με όσα προτείναμε νωρίτερα σε ό,τι αφορά τη σχέση του πνεύματος και της ύλης στα ανθρώπινα όντα. Πώς τότε συνδέονται αυτές οι δύο ιεραρχίες της ενεργής πληροφορίας, το υλικό και το πνευματικό; Ή μήπως τελικά υπάρχουν δύο διακριτές και ανεξάρτητες μεταξύ τους ιεραρχίες;

Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ότι στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο μια τέτοια ιεραρχία. Σε αυτήν, το πιο λεπτά επίπεδα, κάποια από τα οποία βιώνουμε ως σκέψεις, συναισθήματα, πρόθεση, θέληση, κ.λπ., συγχωνεύονται συνεχώς με λιγότερο λεπτά επίπεδα. Και επομένως, αυτό που βιώνουμε ως πνεύμα τελικά συνδέεται, σωμα-σημαντικά, και σημα-σωματικά, με το κυματικό πεδίο Schrodinger και με τα σωματίδια. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να εξηγήσουμε πώς η ύλη στο συνηθισμένο επίπεδο είναι αναγνωρίσιμη μέσω αυτού που ονομάζεται πνεύμα, και πώς αυτό το τελευταίο μπορεί να επηρεάσει αυτό που ονομάζεται σώμα, και κατ’ επέκταση την ύλη. Όπως με την πληροφορία και το νόημα, το πνεύμα και το σώμα αποτελούν τις δύο πλευρές της ίδιας διαδικασίας, διαχωρισμένες μόνο στη σκέψη αλλά όχι στην πραγματικότητα.

Αυτό συνεπάγεται φυσικά ότι η ανθρώπινη συνείδηση δεν είναι κάτι που βρίσκεται έξω από το σύμπαν της ύλης. Αλλά η ύλη φτάνει έτσι να σημαίνει μια ολότητα της ύπαρξης, σε τέτοιο βαθμό λεπτότητας που να βρίσκεται πέρα από οποιοδήποτε προσδιορίσιμο όριο. Και έτσι, μπορεί ισοδύναμα να ονομαστεί πνεύμα, ή «πνευματική-ύλη» ή «υλικό πνεύμα.» Σε αυτήν τη μία και μοναδική ολότητα, το νόημα παρέχει όλη την ύπαρξη.

Ο διάλογος ως μια ελεύθερη ροή νοήματος

Έτσι προτείνεται ότι μπορεί να υπάρχουν κοσμικά νοήματα, πέρα από κάθε προσωπική ύπαρξη, ή ακόμη πέρα και από το σύνολο της ανθρωπότητας. Αλλά από την άλλη πλευρά, τα ανθρώπινα νοήματα επηρεάζουν όχι μόνο το σώμα του ατόμου που τα διατηρεί, αλλά και εκείνο άλλων ανθρώπων στους οποίους αυτά τα νοήματα κοινωνούνται. Και αντίστροφα, η ύπαρξη καθενός ατόμου επηρεάζεται βαθιά από τα νοήματα της κοινωνίας στο σύνολό της, καθώς και από εκείνα στη φύση και στο σύμπαν. Επιπλέον, τέτοια νοήματα μεταφέρονται στην άψυχη ύλη, καθώς οι άνθρωποι με το έργο τους επηρεάζουν βαθειά ολόκληρο το περιβάλλον, που με τη σειρά του επηρεάζει σημαντικά τους ίδιους. Η πεμπτουσία όλης της ύπαρξης είναι επομένως η ροή του νοήματος, το οποίο είναι ένα γενικευμένο είδος επικοινωνίας. Σε αυτήν τη ροή, τα πάντα αναδιπλώνουν τα πάντα και ξεδιπλώνονται στα πάντα. Είναι βασικά μια δημιουργική ροή, και η παρουσία μέσα της σχετικά σταθερών μορφών είναι ένα είδος προσωρινής κρυστάλλωσης του νοήματος, το οποίο μπορεί, ωστόσο, να βυθιστεί πίσω στη ροή όταν οι συνθήκες αλλάξουν.

Στην κοινωνία, ο βασικός φορέας του νοήματος είναι ο πολιτισμός, που είναι πράγματι ακριβώς μοιρασμένο νόημα. (Έτσι η τέχνη, η λογοτεχνία, η επιστήμη, κ.λπ., που συνήθως εννοούνται να αποτελούν μέρη του πολιτισμού, συμφωνούν με αυτό το νόημα.) Είναι σημαντικό οι μορφές του πολιτισμού (καθώς και εκείνες της κοινωνικής οργάνωσης) να μην είναι υπερβολικά άκαμπτες, αλλιώς η κοινωνία θα καταρρεύσει από τον κατακερματισμό. Μπορούμε να το συγκρίνουμε αυτό με ό,τι συμβαίνει σε ένα σύνολο ηλεκτρονίων σε ένα μέταλλο. Μπορούν να κινούνται μαζί χάρη σε μια οργανωμένη και συνεκτική κοινή δεξαμενή πληροφορίας· αλλιώς μπορεί να διασπαστούν σε ξεχωριστές ομάδες ή ακόμη και σε μεμονωμένα σωματίδια, που κινούνται σύμφωνα με ξεχωριστές και ανεξάρτητες δεξαμενές πληροφορίας. Όταν η ανθρώπινη κοινωνία ως σύνολο διασπάται σε ξεχωριστά έθνη, θρησκείες, ιδεολογίες, και άλλες ομάδες, τότε υπάρχουν πολλές υποομάδες που αγνοούν σε μεγάλο βαθμό η μία την άλλη, και έτσι το σύνολο καταρρέει επειδή δεν υπάρχει καμία κοινή δεξαμενή αμοιβαίου νοήματος. Τελικά, αυτό μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο το κάθε άτομο να μοιάζει να κατέχει ξεχωριστή και ανεξάρτητη δεξαμενή νοήματος, η οποία μπορεί με τη σειρά της να διασπαστεί σε πολλές επί μέρους δεξαμενές. Ένα τέτοιο άτομο αισθάνεται μόνο, ακόμη και ανάμεσα σε άλλους, γιατί χωρίς ένα κοινό βαθύτερο και λεπτότερο νόημα, οι άνθρωποι έχουν μόνο μια επιφανειακή και τυπική σχέση μεταξύ τους.

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους γιατί ένας τέτοιος κατακερματισμός συμβαίνει είναι ότι κάθε άτομο, κάθε ομάδα, κ.λπ., τείνει να διατηρεί αυστηρά ορισμένα βασικά νοήματα, τα οποία ως εκ τούτου είναι αδιαπραγμάτευτα. Έτσι, όταν συναντώνται ανθρώπινες ομάδες ο στόχος είναι η μία ομάδα να πείσει για τις θέσεις της την άλλη ομάδα, ή να την κάνει να τις υιοθετήσει. Πολύ συχνά αυτό οδηγεί σε αντιπαράθεση στην οποία καμία πραγματική επικοινωνία δεν είναι δυνατή, γεγονός το οποίο και πάλι οφείλεται στην επιφανειακή αντιμετώπιση.

Αυτό που χρειάζεται εδώ είναι ένας γνήσιος διάλογος. Η λέξη αυτή προέρχεται από τις Ελληνικές λέξεις «δια» και «λόγος.» Αλλά αυτό που τονίζεται εδώ δεν είναι η λέξη καθαυτή (δηλαδή ο ήχος) αλλά το νόημά της. Ο διάλογος είναι μια ελεύθερη ροή νοήματος μεταξύ των ανθρώπων. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε εδώ την εικόνα ενός ρεύματος που ρέει ανάμεσα στις δύο όχθες ενός ποταμιού.

Αυτό που προέχει για το διάλογο είναι ότι ενώ ένα άτομο μπορεί να προτιμά μια ορισμένη θέση, δεν τη διατηρεί αδιαπραγμάτευτα. Ένα τέτοιο άτομο είναι έτοιμο να ακούσει τους άλλους με επαρκή συγκατάθεση και ενδιαφέρον, ώστε να κατανοήσει το νόημα της θέσης του άλλου και να είναι σε θέση να μπορεί να αλλάξει τη δική του άποψη αν υπάρχει καλός λόγος να το πράξει αυτό. Προφανώς, ένα πνεύμα καλής θέλησης ή φιλίας είναι απαραίτητο για να γίνει κάτι τέτοιο. Δεν είναι αυτό συμβατό με ένα πνεύμα που είναι ανταγωνιστικό, αμφιλεγόμενο, ή επιθετικό.

Αν οι άνθρωποι είναι σε θέση να συμμετάσχουν σε έναν πραγματικό διάλογο, τότε μπορεί να υπάρξει μια ελεύθερη ροή νοήματος, έτσι ώστε να προκύψει δημιουργικά μια νέα κοινή δεξαμενή, που επιτρέπει στην ομάδα να κινηθεί από κοινού με τρόπο συνεκτικό και νοήμονα. Αυτό θα συμβεί όταν οι άνθρωποι είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τις διαφωνίες τους χωρίς αντιπαράθεση ή ευγενική αποφυγή του θέματος, και όταν είναι πρόθυμοι να διερευνήσουν από κοινού απόψεις με τις οποίες μπορεί οι ίδιοι να μη συμφωνούν. Αν μπορούν με αυτόν τον τρόπο να συμμετέχουν σε έναν διάλογο που είναι απαλλαγμένος από υπεκφυγές ή θυμό, θα ανακαλύψουν ότι καμία δεδομένη θέση δεν είναι τόσο σημαντική που να αξίζει να διατηρηθεί με τίμημα το μπλοκάρισμα της δημιουργικότητας του ίδιου του διαλόγου. Αν το αντίθετο συνέβαινε σε μεγάλη κλίμακα, θα αποτελούσε έναν επαναστατικό μετασχηματισμό της φύσης του πολιτισμού, και ακόμη της ίδιας της συνείδησης.

Ελπίζω ότι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και συζήτησης των ιδεών στην αναζήτηση του νοήματος μπορούμε όχι μόνο να διερευνήσουμε τη φύση του διαλόγου ως μια ελεύθερη ροή του νοήματος, αλλά επίσης, να νιώσουμε ενθάρρυνση να συμμετάσχουμε σε έναν πραγματικό διάλογο που έχει αναζητηθεί εδώ. Έτσι, μπορεί να είμαστε σε θέση να δούμε στην πραγματικότητα αν η έννοια ότι το νόημα είναι η ύπαρξη ισχύει ή όχι.