4 Μαρ 2023

Συζήτηση πάνω στη Μέθοδο



Το «Συζήτηση πάνω στη Μέθοδο («Discourse on the Method of Rightly Conducting One’s Reason and of Seeking Truth in the Sciences»), δημοσιεύτηκε το 1637 από τον Ρενέ Ντεκάρτ (κοινώς Καρτέσιος). Πρόκειται για μια φιλοσοφική και αυτοβιογραφική πραγματεία, γνωστή ως η πηγή του περίφημου αποσπάσματος «Je pense, donc je suis» («Σκέφτομαι, άρα υπάρχω»), που εμφανίζεται στο τέταρτο μέρος του έργου.

 

Θεωρείται ένα από τα έργα με τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία της σύγχρονης φιλοσοφίας, και σημαντικό για την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών. Σε αυτό το έργο, ο Καρτέσιος καταπιάνεται με το πρόβλημα του σκεπτικισμού, το οποίο είχε μελετηθεί παλαιότερα από άλλους φιλοσόφους. Απευθυνόμενος σε μερικούς από τους προκατόχους και σύγχρονούς του, τροποποίησε την προσέγγισή τους για να εξηγήσει μια αλήθεια που ήταν αδιαμφισβήτητη. Ξεκίνησε τη συλλογιστική του αμφισβητώντας τα πάντα, έτσι ώστε να αξιολογήσει τον κόσμο από μια νέα προοπτική, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε προκαταλήψεις.

 

Τα κύρια έργα του Καρτέσιου, μαζί με το «Συζήτηση πάνω στη Μέθοδο,» είναι τα «Meditations on First Philosophy,» «Principles of Philosophy,» και «Rules for the Direction of the Mind,» και αποτελούν την επιστημολογική βάση του Καρτεσιανισμού. [1]

 

Σε ό,τι αφορά τη «Μέθοδο,» ο ίδιος ο Καρτέσιος στον πρόλογό του λέει τα εξής:

 

«Εάν αυτή η συζήτηση φαίνεται πολύ μεγάλη για να διαβαστεί μονομιάς, μπορεί να χωριστεί σε έξι μέρη: στο πρώτο, θα βρεθούν διάφορες σκέψεις που αγγίζουν τις επιστήμες. Στο δεύτερο, οι κύριοι κανόνες της μεθόδου που ανακάλυψε ο συγγραφέας, στο τρίτο, ορισμένοι από τους κανόνες των ηθών που συνήγαγε από αυτή τη μέθοδο. Στο τέταρτο, οι συλλογισμοί με τους οποίους θεμελιώνει την ύπαρξη του Θεού και της ανθρώπινης ψυχής, που αποτελούν τα θεμέλια της μεταφυσικής του. Στο πέμπτο, η σειρά των φυσικών ερωτημάτων που έχει ερευνήσει, και, ειδικότερα, η εξήγηση της κίνησης της καρδιάς και ορισμένων άλλων δυσκολιών που σχετίζονται με την ιατρική, καθώς και η διαφορά μεταξύ της ψυχής του ανθρώπου και της ψυχής των θηρίων. Και, στο τελευταίο, τι πιστεύει ο συγγραφέας ότι απαιτείται για να υπάρξει μεγαλύτερη πρόοδος στην έρευνα της φύσης από ό,τι έχει ήδη γίνει, και οι λόγοι που τον ώθησαν να γράψει.»

 

Εδώ θα παραθέσω το τέταρτο μέρος από τη «Συζήτηση» του Καρτέσιου, σε δική μου μετάφραση από τα αγγλικά (οι επικεφαλίδες, μέσα σε αγκύλες, στην αρχή κάθε παραγράφου είναι δική μου προσθήκη):

 

[Η σκέψη ως βασική προϋπόθεση της ύπαρξης]

«Δεν ξέρω αν πρέπει να σας πω για τους πρώτους διαλογισμούς με τους οποίους ασχολήθηκα, γιατί είναι τόσο μεταφυσικοί και ανατρεπτικοί που μπορεί να μην είναι για όλους ευχάριστοι. Κι όμως, για να μπορέσω να κρίνω αν τα θεμέλια που έχω βάλει είναι αρκετά γερά, βρίσκομαι κατά κάποιον τρόπο αναγκασμένος να μιλήσω για αυτούς. Όπως έχει ήδη ειπωθεί, είχα εδώ και καιρό παρατηρήσει ότι, όσον αφορά την ηθική, είναι απαραίτητο μερικές φορές να ακολουθεί κανείς απόψεις, που ξέρει ότι είναι πολύ αβέβαιες, σαν να ήταν αναμφισβήτητες˙ αλλά επειδή ήθελα εκείνο τον καιρό να επικεντρωθώ στην αναζήτηση της αλήθειας, σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να κάνω ακριβώς το αντίθετο και να απορρίψω ως εντελώς ψεύτικο οτιδήποτε στο οποίο θα μπορούσα να εντοπίσω την ελάχιστη αμφιβολία, για να δω αν έμενε κάτι μετά  στην πεποίθησή μου που να ήταν εντελώς αναμφισβήτητο. Και έτσι, επειδή οι αισθήσεις μας μερικές φορές μας εξαπατούν, αποφάσισα να υποθέσω ότι τίποτα δεν ήταν όπως αυτές μας οδηγούν να φανταζόμαστε ότι είναι. Και επειδή υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν λάθη στο συλλογισμό, ακόμα και για τα πιο απλά στοιχεία της γεωμετρίας, και διαπράττουν λογικές πλάνες, έκρινα ότι ήμουν τόσο επιρρεπής στο λάθος όσο οποιοσδήποτε άλλος, και απέρριψα ως ψευδείς όλους τους συλλογισμούς που είχα αποδεχτεί μέχρι τώρα ως έγκυρη απόδειξη. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ίδιες σκέψεις που έχουμε ενώ είμαστε ξύπνιοι μπορούν να έρθουν σε εμάς ενώ κοιμόμαστε χωρίς καμία από αυτές να είναι αληθινή, αποφάσισα να προσποιηθώ ότι όλα όσα υπήρχαν στο μυαλό μου δεν ήταν πιο αληθινά από τις ψευδαισθήσεις των ονείρων μου. Αλλά αμέσως μετά παρατήρησα ότι, ενώ συλλογιζόμουν ότι όλα τα πράγματα ήταν ψεύτικα κατά αυτόν τον τρόπο, έπρεπε εγώ που τα σκεφτόμουν, να είμαι κάτι˙ και διαπιστώνοντας ότι αυτή η αλήθεια, σκέφτομαι άρα υπάρχω, ήταν τόσο ασφαλής και σίγουρη που δεν θα μπορούσε να κλονιστεί από καμία  παράλογη υπόθεση των σκεπτικιστών, έκρινα ότι θα μπορούσα να τη δεχτώ χωρίς ενδοιασμούς ως την πρώτη αρχή της φιλοσοφίας που αναζητούσα.

 

[Η αφθαρσία της ψυχής και η ανεξαρτησία της από τον υλικό κόσμο]

Στη συνέχεια, εξετάζοντας προσεκτικά ποιος ήμουν, παρατήρησα ότι μπορούσα να υποθέσω ότι δεν είχα σώμα, και ότι δεν υπήρχε ο κόσμος ούτε μέρος στο οποίο θα μπορούσα να βρίσκομαι, αλλά ότι δεν μπορούσα παρόλα αυτά να υποθέσω ότι δεν υπήρχα˙ αντίθετα, από το ίδιο το γεγονός ότι μπορούσα να αμφιβάλλω για την αλήθεια των άλλων πραγμάτων, προέκυψε αδιαμφισβήτητα και σίγουρα ως συμπέρασμα ότι υπήρχα, ενώ, αν είχα σταματήσει να σκέφτομαι, δεν θα είχα κανένα λόγο να πιστεύω ότι υπήρχα, ακόμη κι αν όλα τα άλλα πράγματα που είχα ποτέ φανταστεί ήταν αληθινά. Από αυτό κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ήμουν μια ουσία της οποίας όλο το νόημα και η φύση συνίσταται μόνο στη σκέψη, και η οποία, για να υπάρχει, δεν χρειάζεται τόπο, ούτε εξαρτάται από κανένα υλικό πράγμα. Συνεπώς αυτό το «εγώ,» δηλαδή η Ψυχή, χάρη στην οποία είμαι αυτό που είμαι, είναι τελείως διαφορετική από το σώμα, και γίνεται ακόμη πιο εύκολα γνωστή από το σώμα˙ και δεν θα σταματούσε να είναι αυτό που είναι ακόμα κι αν το σώμα δεν υπήρχε.

 

[Ο κανόνας: ό,τι αντιλαμβανόμαστε καθαρά είναι αληθινό]

Μετά από αυτό, αναζήτησα γενικά τι είναι απαραίτητο για μια πρόταση να είναι αληθής και βέβαιη˙ γιατί αφού είχα ήδη ανακαλύψει μια τέτοια πρόταση, σκέφτηκα ότι θα έπρεπε επίσης να ξέρω πού οφειλόταν αυτή η βεβαιότητα. Και έχοντας παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα στην πρόταση σκέφτομαι, άρα υπάρχω που να μου δίνει τη βεβαιότητα για την αλήθεια της, εκτός του ότι βλέπω πολύ καθαρά ότι για να σκέφτεται κάποιος είναι απαραίτητο να υπάρχει, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσα να λάβω, ως γενικό κανόνα, την αρχή ότι όλα τα πράγματα που αντιλαμβανόμαστε καθαρά και ευδιάκριτα είναι αληθινά, αλλά ότι υπάρχει κάποια δυσκολία στον να προσδιορίσουμε τα αντικείμενα που διακρίνουμε.

 

[Ο Θεός είναι το τέλειο ον]

Κατά συνέπεια, καθώς σκεφτόμουν ότι αμφέβαλα, και ότι, ως εκ τούτου, η ύπαρξή μου δεν ήταν τέλεια (γιατί είδα καθαρά ότι ήταν μεγαλύτερη τελειότητα να γνωρίζω παρά να αμφιβάλλω), αποφάσισα να αναζητήσω την πηγή από την οποία είχα μάθει να σκέφτομαι κάτι πιο τέλειο από τον εαυτό μου, και κατέληξα στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι αυτό έπρεπε να προέρχεται από κάποια φύση που στην πραγματικότητα ήταν πιο τέλεια. Όσο για τις σκέψεις που είχα για πολλά πράγματα έξω από εμένα, όπως ο ουρανός, η γη, το φως, η θερμότητα, και χίλια- δύο άλλα, δεν είχα καμιά δυσκολία να ξέρω από πού προήλθαν, επειδή μη βλέποντας κάτι σε αυτά που να τα καθιστά ανώτερα από εμένα, μπορούσα να πιστέψω ότι, αν ήταν αληθινά, θα εξαρτιόνταν από τη δική μου φύση, στο βαθμό που θα διέθετε κάποια τελειότητα˙ και ότι, αν ήταν ψεύτικα, τα κατείχα από το τίποτα, δηλαδή ότι βρίσκονταν μέσα μου επειδή κάτι μου έλειπε. Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να συμβαίνει με την ιδέα μιας ύπαρξης πιο τέλειας από εμένα˙ γιατί θα ήταν προφανώς αδύνατο να την κατέχω από το τίποτα˙ και, επειδή το να προκύψει και να εξαρτάται το πιο τέλειο από το λιγότερο τέλειο, είναι εξίσου αντιφατικό με το να προκύψει κάτι από το τίποτα, ήταν εξίσου αδύνατο να κατέχω την ιδέα κι εγώ. Οπότε, απέμεινε το συμπέρασμα ότι αυτή η ιδέα είχε τοποθετηθεί μέσα μου από μια φύση που ήταν πραγματικά πιο τέλεια από τη δική μου, και η οποία έφερε ακόμη μέσα της όλες τις τελειότητες για τις οποίες θα μπορούσα να σχηματίσω κάποια ιδέα˙ δηλαδή, με μια λέξη, ο Θεός.

 

[Ο άνθρωπος είναι ατελής]

Σε αυτήν τη σκέψη πρόσθεσα ότι, εφόσον γνώριζα κάποιες τελειότητες που δεν κατείχα, δεν ήμουν το μόνο ον που υπήρχε (θα χρησιμοποιήσω εδώ ελεύθερα, ας μου επιτραπεί, κάποια σχολαστική ορολογία), αλλά ότι εξ ανάγκης πρέπει να υπάρχει κάποιο άλλο, πιο τέλειο ον από το οποίο εξαρτιόμουν, και από το οποίο είχα λάβει όλα όσα κατείχα. Γιατί αν υπήρχα μόνο εγώ, και αν ήμουν ανεξάρτητος από κάθε άλλη ύπαρξη, έτσι ώστε να έχω από μόνος μου κάποιο μικρό ποσοστό συμμετοχής στην τελειότητα του τέλειου όντος, θα είχα τη δυνατότητα να κατέχω εξ ιδίων, για τον ίδιο λόγο, όλη την υπόλοιπη τελειότητα την οποία ξέρω ότι δεν έχω, και έτσι θα μπορούσα να έχω γίνει από μόνος μου άπειρος, αιώνιος, αμετάβλητος, παντογνώστης, και, με μια λέξη, να κατέχω όλες τις τελειότητες που μπορούσα να αναγνωρίσω στον Θεό. Γιατί, ακολουθώντας αυτόν τον τρόπο σκέψης,  για να γνωρίσω τη φύση του Θεού, όσο το επέτρεπε η ίδια μου η φύση, δεν είχα παρά να εξετάσω, σε σχέση με κάθε πράγμα για το οποίο είχα στο μυαλό μου κάποια ιδέα, αν ήταν σημάδι τελειότητας ότι το κατείχα˙ και βεβαιώθηκα ότι κανένα από τα πράγματα που έχουν κάποια ατέλεια δεν ήταν μέσα Του, αλλά όλα τα υπόλοιπα ήταν. Έτσι κατάλαβα ότι η αμφιβολία, η ασυνέπεια, η θλίψη, και άλλα παρόμοια, δεν μπορούσαν να βρεθούν στον Θεό, αφού εγώ ο ίδιος θα ήμουν ευτυχής να ελευθερωθώ από αυτά.

 

[Οι άνθρωποι ως ατελή όντα εξαρτώνται από το Θεό, ο οποίος είναι το τέλειο ον]

Εξάλλου, είχα ιδέες για πολλά σωματικά πράγματα στο πεδίο του αισθητού˙ γιατί, ακόμα κι αν μπορούσα να υποθέσω ότι ονειρευόμουν, και ότι όλα όσα είχα δει ή φανταζόμουν ήταν ψεύτικα, δεν μπορούσα, ωστόσο, να αρνηθώ ότι οι ιδέες βρίσκονταν στην πραγματικότητα στις σκέψεις μου˙ αλλά, επειδή είχα ήδη αναγνωρίσει πολύ ξεκάθαρα σε εμένα ότι η φύση του πνεύματος διαφέρει από τη φύση του σώματος, και θεωρώντας ότι όλη η φυσική σύνθεση είναι απόδειξη εξάρτησης, και ότι η εξάρτηση είναι προφανώς ένα ελάττωμα, συμπέρανα ότι δεν θα μπορούσε η τελειότητα στον Θεό να αποτελείται από αυτές τις δύο φύσεις, και ότι, κατά συνέπεια ο Θεός δεν ήταν αυτής της σύνθεσης˙ αλλά ότι, αν υπήρχαν άλλα σώματα στον κόσμο, ή άλλες διάνοιες, ή άλλες φύσεις που δεν ήταν απολύτως τέλειες, η ύπαρξή τους θα έπρεπε να εξαρτάται από τη δύναμή Του, με τέτοιο τρόπο που δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν να υπάρχουν αυτά τα πράγματα ούτε μια στιγμή χωρίς Αυτόν.

 

[Η ιδέα της τελειότητας είναι εγγενής στο Θεό, όπως οι ιδιότητες της γεωμετρίας είναι εγγενείς στα γεωμετρικά σχήματα]

Αποφάσισα μετά απ’ αυτό να ψάξω για άλλες αλήθειες˙ θυμήθηκα το αντικείμενο μελέτης των γεωμετρών, το οποίο συνέλαβα ως ένα συνεχές σώμα ή κάποιο χώρο που ήταν απεριόριστα εκτεινόμενος σε μήκος, πλάτος, και ύψος ή βάθος, διαιρούμενος σε διάφορα μέρη που μπορούσαν να έχουν διαφορετικά σχήματα και μεγέθη, και τα οποία μπορούσαν να μετακινηθούν ή να μεταφερθούν με όλους τους τρόπους, γιατί οι γεωμέτρες υποθέτουν ότι όλα αυτά είναι το αντικείμενο της μελέτης τους. Έριξα μια ματιά σε μερικές από τις πιο απλές αποδείξεις τους, και παρατήρησα ότι η μεγάλη βεβαιότητα που όλοι αποδίδουν σε αυτές τις αποδείξεις βασίζεται μόνο στο γεγονός ότι τις αντιλαμβάνονται ως αναμφισβήτητες, σύμφωνα με τον κανόνα που έχω ήδη θέσει. Παρατήρησα επίσης ότι δεν υπήρχε απολύτως τίποτα σε αυτές τις αποδείξεις που θα μπορούσε να με διαβεβαιώσει για την ύπαρξη του αντικειμένου τους. Έτσι, για παράδειγμα, κατάλαβα σαφώς ότι, θεωρώντας ένα δεδομένο τρίγωνο, ήταν απαραίτητο το άθροισμα των τριών γωνιών του να είναι ίσο με δύο ορθές γωνίες˙ αλλά, παρόλα αυτά,  δεν έβλεπα κάτι σ’ αυτήν την υπόθεση που να με κάνει να πιστέψω ότι όντως υπήρχε ένα τρίγωνο στον κόσμο. Ενώ, αντίθετα, πηγαίνοντας πίσω στην ιδέα που είχα για ένα τέλειο ον, διαπίστωσα ότι η ύπαρξή του ήταν μέρος αυτής της ιδέας, με τον ίδιο τρόπο, ή ακόμα πιο αδιάψευστα,  όπως είναι εγγενές στην ιδέα ενός τριγώνου οι τρεις γωνίες του να είναι ίσες με δυο ορθές γωνίες, ή όπως στην ιδέα μιας σφαίρας τα σημεία της επιφάνειάς της να ισαπέχουν από το κέντρο˙ και ότι, κατά συνέπεια, είναι τουλάχιστον τόσο βέβαιο όσο κάθε γεωμετρική απόδειξη ότι ο Θεός, που είναι αυτό το τέλειο ον, είναι ή υπάρχει.

 

[Η ιδέα του Θεού και της ψυχής γίνεται αντιληπτή μόνο με τη διάνοια, και όχι με τη φαντασία και τις αισθήσεις]

Αλλά αυτό που πείθει πολλούς ανθρώπους ότι υπάρχει δυσκολία στο να Τον γνωρίσουν, και ακόμη να ξέρουν τι είναι πραγματικά η ψυχή τους, είναι ότι ποτέ δεν υψώνουν τις σκέψεις τους πάνω από τον κόσμο των αισθητών πραγμάτων, και είναι τόσο συνηθισμένοι να μην σκέφτονται τίποτα εκτός από το να το φαντάζονται, που είναι ένας τρόπος σκέψης αποκλειστικός για τα υλικά πράγματα, έτσι ώστε οτιδήποτε δεν μπορούν να φανταστούν τους φαίνεται ακατανόητο. Αυτό φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι ακόμα και οι σχολαστικοί φιλόσοφοι δέχονται ως αξίωμα ότι δεν υπάρχει τίποτα στη διάνοια που δεν υπήρχε προηγουμένως στις αισθήσεις, στις οποίες, ωστόσο, οι ιδέες του Θεού και της ψυχής δεν υπήρξαν ποτέ. Μου φαίνεται ότι αυτοί που χρησιμοποιούν τη φαντασία τους για να κατανοήσουν αυτές τις ιδέες είναι σαν να προσπαθούν να ακούσουν ήχους ή να μυρίσουν οσμές χρησιμοποιώντας τα μάτια τους. Υπάρχει, ωστόσο, η ακόλουθη διαφορά: η αίσθηση της όρασης δεν μας παρέχει μεγαλύτερη  βεβαιότητα για την ύπαρξη των πραγμάτων απ’ ό,τι η όσφρηση ή η ακοή, ενώ ούτε η φαντασία μας ούτε οι αισθήσεις μας δεν θα μπορούσαν ποτέ να μας επιβεβαιώσουν την ύπαρξη οποιουδήποτε πράγματος, αν η διάνοιά μας δεν επενέβαινε.

 

[Η ιδέα της τελειότητας, που κατέχουν οι άνθρωποι, προέρχεται από το Θεό, το τέλειο ον]

Τέλος, αν υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δεν έχουν πειστεί επαρκώς για την ύπαρξη του Θεού και της ψυχής τους, με τα επιχειρήματα που παρέθεσα, θα ήθελα να τους πω πως οτιδήποτε άλλο για το οποίο είναι πιο σίγουροι, όπως ότι έχουν σώμα, ή ότι η γη και τ’ αστέρια υπάρχουν, και άλλα παρόμοια, είναι στην πραγματικότητα λιγότερο βέβαιο. Γιατί, παρόλο που, σε κάθε περίπτωση, έχουμε μια ενδόμυχη βεβαιότητα για αυτά τα πράγματα, έτσι ώστε κανείς να μην αμφιβάλει για την ύπαρξή τους χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως εκκεντρικός, πάραυτα, σε ό,τι αφορά τη μεταφυσική βεβαιότητα, κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί, χωρίς να γίνει παράλογος, ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να μην είναι απόλυτα βέβαιος, όπως όταν λέμε ότι καθώς κοιμόμαστε μπορούμε να φανταστούμε ότι έχουμε άλλο σώμα, ή ότι βλέπουμε άλλα αστέρια και μιαν άλλη γη, χωρίς αυτό να ισχύει. Γιατί πώς ξέρουμε ότι οι σκέψεις που μας έρχονται στα όνειρα είναι πιο ψευδείς από εκείνες που κάνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι, αφού οι πρώτες συχνά δεν είναι λιγότερο καθαρές και ζωντανές; Όσο κι αν προσπαθήσουν τα καλύτερα μυαλά να ερευνήσουν αυτό το θέμα, δεν πιστεύω ότι θα μπορέσουν να βρουν κάποιο λόγο επαρκή για ν’ άρει αυτήν την αμφιβολία, εκτός εάν προϋποθέσουν την ύπαρξη του Θεού. Γιατί, καταρχήν, ακόμα και ο κανόνας που έχω θέσει- δηλαδή ότι όλα τα πράγματα που αντιλαμβανόμαστε ξεκάθαρα και ευδιάκριτα είναι αληθινά- ισχύει ακριβώς επειδή ο Θεός είναι ή υπάρχει, επειδή είναι τέλειο ον, κι επειδή οτιδήποτε βρίσκεται μέσα μας προέρχεται από Εκείνον. Απ’ όπου προκύπτει ότι οι ιδέες ή οι έννοιες μας, όντας πραγματικές και προερχόμενες από τον Θεό, στο βαθμό που είναι καθαρές και ευδιάκριτες, δεν μπορούν παρά να είναι αληθινές. Έτσι ώστε αν τακτικά έχουμε ιδέες που περιέχουν κάποιο σφάλμα, αυτό μπορεί να συμβαίνει μόνο μ’ εκείνες που είναι σε κάποιο βαθμό συγκεχυμένες και σκοτεινές, γιατί έτσι μετέχουν στο τίποτα, δηλαδή βρίσκονται μέσα σ’ αυτήν τη συγκεχυμένη μορφή επειδή δεν είμαστε απολύτως τέλειοι. Και είναι προφανές ότι το να πούμε ότι το ψεύδος ή η ατέλεια προέρχονται από τον Θεό, είναι εξίσου αντιφατικό με το να πούμε ότι η αλήθεια ή η τελειότητα προέρχονται από το τίποτα. Αλλά αν δεν ξέραμε πως οτιδήποτε μέσα μας πραγματικό και αληθινό προέρχεται από ένα τέλειο και άπειρο ον, τότε, όσο ξεκάθαρες και ευδιάκριτες κι αν ήταν οι ιδέες μας, δεν θα μπορούσαμε να ξέρουμε την τελειότητα της αλήθειας τους.

 

[Η αναζήτηση της αλήθειας πρέπει πάντα να γίνεται με βάση τη λογική απόδειξη]

Τώρα αφού η γνώση του Θεού και της ψυχής μάς έχει βεβαιώσει για αυτόν τον κανόνα, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε ότι τα πράγματα που φανταζόμαστε στον ύπνο μας δεν θα πρέπει με κανέναν τρόπο να μας κάνουν να αμφιβάλλουμε για την αλήθεια των σκέψεων που έχουμε όταν είμαστε ξύπνιοι.  Γιατί ακόμα κι αν κάποιος ενώ κοιμόταν είχε κάποια πολύ ξεχωριστή ιδέα, όπως, για παράδειγμα, αν ένας γεωμέτρης ανακάλυπτε κάποια νέα απόδειξη, τότε η αλήθεια της απόδειξής του δεν θα ακυρωνόταν από το γεγονός ότι κοιμόταν. Και σ’ ό,τι αφορά το πιο συνηθισμένο σφάλμα των ονείρων μας, ότι δηλαδή μας αναπαριστούν πράγματα παρόμοια με εκείνα που μας παρουσιάζουν οι εξωτερικές μας αισθήσεις, δίνοντας μας την πρόφαση να αμφιβάλουμε για την αλήθεια αυτών των ιδεών, αυτό δεν πειράζει˙ γιατί πολύ συχνά και οι αισθήσεις μάς εξαπατούν ενώ είμαστε ξύπνιοι˙ όπως όσοι έχουν ίκτερο βλέπουν όλα τα αντικείμενα κίτρινα, ή όπως όταν τα αστέρια ή άλλα πολύ μακρινά ουράνια σώματα μάς φαίνονται πολύ μικρότερα από ό,τι είναι. Γιατί τελικά, είτε είμαστε ξύπνιοι είτε κοιμόμαστε, δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να πειστεί για την αλήθεια κάποιου πράγματος, παρά μόνο όταν έχουμε την απόδειξη της λογικής μας. Και πρέπει να τονιστεί ότι μιλάω για τη «λογική» μας και όχι για τη «φαντασία» μας ή για τις «αισθήσεις» μας. Γιατί παρότι βλέπουμε πολύ καθαρά τον ήλιο, δεν πρέπει να κρίνουμε από αυτό και μόνο ότι είναι τόσο μεγάλος όσο τον βλέπουμε˙ όπως και αν φανταστούμε το κεφάλι ενός λιονταριού μέσα στο σώμα μιας κατσίκας, δεν πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα χίμαιρες. Γιατί η λογική δεν μας υπαγορεύει ότι αυτό που βλέπουμε ή φανταζόμαστε είναι έτσι στην πραγματικότητα. Αλλά μας λέει ξεκάθαρα ότι όλες οι ιδέες ή οι έννοιές μας πρέπει να βασίζονται στην αλήθεια˙ γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσε ο Θεός, που είναι απολύτως τέλειος και πέρα για πέρα αληθινός, να τις είχε τοποθετήσει μέσα μας αν δεν ίσχυε αυτό. Οι διαδικασίες των συλλογισμών μας δεν είναι ποτέ τόσο ξεκάθαρες κατά τη διάρκεια του ύπνου, όσο είναι όταν είμαστε ξύπνιοι (αν και μερικές φορές οι φαντασίες μας όταν κοιμόμαστε είναι εξίσου ζωηρές και ξεχωριστές). Έτσι η λογική μάς λέει επίσης ότι, καθώς οι σκέψεις μας δεν μπορούν να είναι πάντα αληθινές επειδή δεν είμαστε απολύτως τέλειοι, η αλήθεια των σκέψεών μας πρέπει πάντοτε να αναζητείται σε εκείνες που κάνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι, παρά σε εκείνες που έχουμε όταν κοιμόμαστε.»

 

Από την παραπάνω ανάλυση του Καρτέσιου διαπιστώνουμε τον εξής συλλογισμό: Εφόσον η σκέψη είναι βασική προϋπόθεση της ύπαρξης, κι εφόσον με την σκέψη μας μπορούμε να συλλάβουμε κάποια έννοια, ή ιδέα, της τελειότητας, αυτό συνεπάγεται αναπόδραστα και την ύπαρξη του θεού, ο οποίος είναι το τέλειο ον.

 

Παρότι η συλλογιστική του Καρτέσιου είναι από τις γοητευτικότερες, και η οποία με χαρακτηριστική ρευστότητα καταλήγει στο συμπέρασμα της ύπαρξης του θεού, θα ήθελα να διαπιστώσω τα εξής. Πρώτα απ’ όλα η ύπαρξη, ή μη ύπαρξη, του θεού δεν μπορεί να αποδειχθεί λογικά. Για να το δείξω αυτό θα ακολουθήσω τον συλλογισμό του Καρτέσιου, εωσότου καταλήξω σε αντίφαση:

 

Σκέφτομαι άρα υπάρχω.

Επειδή σκέφτομαι, μπορώ να έχω μια ιδέα της τελειότητας.

Ο θεός αντιπροσωπεύει την τελειότητα.

Άρα ο θεός υπάρχει.

 

Στον κόσμο όμως υπάρχουν πράγματα ατελή (τα υλικά πράγματα).

Αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται στη φύση του θεού (αφού αυτός συνίσταται αποκλειστικά από την τελειότητα).

Άρα ο θεός για να υπάρχει δεν μπορεί να είναι παντογνώστης και παντοδύναμος (αφού δεν κατέχει τα ελαττωματικά πράγματα).

Άρα ο θεός δεν μπορεί να υπάρχει (όπως τουλάχιστον τον φανταζόμαστε).   

 

Ο λόγος για τον οποίο, στην ουσία, η ύπαρξη ή μη ύπαρξη του θεού είναι ένα ρητορικό ερώτημα έχει να κάνει με την ίδια τη λογική μας. Σε κάθε λογικό συλλογισμό χρησιμοποιούμε αξιώματα, τα οποία θεωρούμε δεδομένα, δηλαδή «αλήθειες,» πάνω στις οποίες βασίζεται η συλλογιστική μας. Για παράδειγμα, ότι ο θεός πρέπει να είναι τέλειος είναι ένα δόγμα το οποίο ο ίδιος ο Καρτέσιος το θεωρεί δεδομένο, χωρίς να το εξηγεί ή να το αναλύει. Την εποχή του βέβαια ακόμα επικρατούσε το γεωκεντρικό μοντέλο, καθώς οι πλανήτες και ο ήλιος θεωρούνταν ότι περιφέρονταν γύρω από τη γη σε τέλειες κυκλικές τροχιές. Το δόγμα δηλαδή της τελειότητας της φύσης του θεού είχε μεταφερθεί και στο κοσμολογικό μοντέλο της εποχής, όπου οι πλανήτες θα έπρεπε απαραίτητα να εκτελούν κυκλικές (δηλαδή τέλειες) τροχιές.

 

Αργότερα, όταν ανακαλύφθηκε ότι οι τροχιές των πλανητών είναι ελλείψεις με μία από τις εστίες της έλλειψης τον ήλιο, το δόγμα της τελειότητας του θεού θα έπρεπε να έχει να αντικατασταθεί και αυτό από έναν πιο «σχετικό» και «εύθραυστο» θεό, ο οποίος, παρά τις καλές του προθέσεις, δεν μπόρεσε να πλάσει τον κόσμο τέλειο, και ότι, κατά τα φαινόμενα, παρότι ο ίδιος μεγαλοδύναμος και ισχυρότερος των ανθρώπων, εντούτοις υπήρχαν πράγματα που ο ίδιος δεν γνώριζε, αν και θα ήταν πρόθυμος να μάθει.

 

Σε κάποιο σημείο του προηγούμενου κειμένου ο Καρτέσιος λέει ότι το να γνωρίζουμε είναι ανώτερο από το αμφιβάλλουμε. Αυτό είναι το ίδιο με το να πούμε ότι οι κυκλικές κινήσεις των πλανητών είναι ανώτερες από τις ελλειπτικές κινήσεις. Ή ότι το άθροισμα των γωνιών των τριγώνων είναι πάντοτε ίσο με 180ο (δυο ορθές). Εντούτοις, στις μη ευκλείδειες γεωμετρίες το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου μπορεί να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από 180ο. Το ήξερε αυτό ο θεός, ή μήπως το έμαθε μαζί μας; Ή μήπως δεν χρειαζόμαστε τελικά την υπόθεση του θεού για να κατανοήσουμε την ύπαρξή μας;

 

Θα επανέλθω εδώ στην περίφημη έκφραση του Καρτέσιου «σκέφτομαι, άρα υπάρχω.» Προϋποθέτει άραγε η σκέψη την ύπαρξη; Υπάρχουν πράγματα που «δεν σκέφτονται αλλά υπάρχουν;» Προφανώς ο ήλιος, η γη, η θάλασσα, ο ουρανός υπάρχουν ακόμα κι αν δεν σκεφτόμαστε καθαρά, όπως ο Καρτέσιος θα έλεγε, την ύπαρξή τους. Υπάρχουν, από την άλλη μεριά, πράγματα στον κόσμο που «σκέφτονται αλλά δεν υπάρχουν;» Θα έλεγα πως αυτό είναι αδύνατο, καθώς για να σκέφτεται κάτι θα πρέπει πρώτα να έχει υπάρξει. Πόσο όμως αληθινές και καθαρές είναι οι σκέψεις μας στην πραγματικότητα; Έχουμε σκέψεις πρωτότυπες και ρηξικέλευθες, οι μήπως όλες οι σκέψεις είναι προϊόν ενστίκτων και βιοχημικών διεργασιών; Είναι τελικά η πίστη στο θεό προϊόν αδιάψευστης λογικής απόδειξης, ή ενδόμυχης ακαθόριστης βεβαιότητας;

 

Ο ίδιος ο Καρτέσιος θεωρούσε ότι μόνο με την καθαρή, λογική σκέψη μπορούμε να συλλάβουμε το θεό. Πίστευε επίσης ότι η αμφιβολία ήταν προϊόν της ατελούς μας φύσης, και ότι, ως εκ τούτου, παρότι χρήσιμη στο λογικό συλλογισμό, δεν μπορούσε να συγκριθεί με την πραγματική γνώση. Είναι όμως η συσσωρευμένη γνώση που έχουμε ως άτομα ή ως είδος το αποτέλεσμα μοναδικών και ανεπανάληπτων λογικών σκέψεων, ή είναι απλώς το καταστάλαγμα προκατεστημένων αντιλήψεων και εμπειρικών εντυπώσεων; Είναι, με άλλα λόγια, η πρόταση «σκέφτομαι άρα υπάρχω» κάτι περισσότερο από ένα αυτοαναφερόμενο επιχείρημα, η μήπως είναι απλά μια υπόθεση, ή συνθήκη, η οποία περιμένει την αμφισβήτησή μας;

 

[1]: [https://en.wikipedia.org/wiki/Discourse_on_the_Method]

 

Περαιτέρω:

«A Discourse on the Method of Correctly Conducting One’s Reason and Seeking Truth in the Sciences,» René Descartes,

[https://rauterberg.employee.id.tue.nl/lecturenotes/DDM110%20CAS/Descartes-1637%20Discourse%20on%20Method.pdf]